Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1464 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Έννοια. Στοιχεία κατ' άρθρο 17 Ν. 2523/
- Εφαρμοστέες διατάξεις όταν η πράξη φέρεται τελεσθείσα πριν από την ισχύ του Ν. 2523/1997 (1-1-1998). Προϊσχύσαν δίκαιο άρθρου 31 παρ. 1 α και 32 παρ. 1 Ν. 1591/1986 και άρθρου 93 παρ. 1 α και 6, 95 Ν. 2238/
- Επιεικέστερες και εφαρμοστέες οι διατάξεις του Ν. 2523/
- Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Αριθμός 1464/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)... και 2)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα, περί αναιρέσεως της 23339/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Ιουλίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1244/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι:
- από 14-7-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του ... και
- από 14-7-2009 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του ... στρέφονται κατά της αυτής 23339/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν οι αναιρεσείοντες ένοχοι φοροδιαφυγής που τελέσθηκε με την υποβολή ανακριβών δηλώσεων εισοδήματος (άρθρο 17 Ν. 2423/1997), ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (473 παρ. 2 και 3, 509 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Συνεπώς, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας, πρέπει να συνεκδικασθούν. ΙΙ. Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ. 1, 2α του πιο πάνω νόμου, ορίζει ότι: "
- Αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλλει δήλωση, ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος ...........
- Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 € και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα
(10)ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών ή 150.000 €...". Στην ως άνω διάταξη, περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής που τελείται με τη μορφή της παράλειψης υποβολής δήλωσης ή με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, κατά την οποία η παράλειψη υποβολής ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος", τιμωρείται δε με την ανωτέρω ποινή εάν ο φόρος που απέφυγε να καταβάλλει ο δράστης υπερβαίνει ορισμένο ποσό (ΑΠ 1678/2008). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής. Προκύπτει λοιπόν ότι περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις, από την έναρξη της ισχύος αυτού, η οποία κατά το άρθρο 38 αρχίζει από 1-1-98 επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπό των διατάξεων αυτών και μόνον προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη (ΑΠ 608/2009). Στην παράγραφο δε 10 του αυτού άρθρου ορίζεται: ''
- Η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. (Το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.8 άρθρ.2 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001). Κατά το άρθρο 24 παρ. 5 του ίδιου νόμου, οι εκκρεμείς κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του, ποινικές υποθέσεις (και ως εκκρεμείς ρητά ορίζεται ότι νοούνται και εκείνες για τίς οποίες δεν είχε ασκηθεί μέχρι τότε ποινική δίωξη) εκδικάζονται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, εκτός αν εισάγεται ευμενέστερη ρύθμιση με τις διατάξεις του ν. 2523/
- Εξάλλου, κατά το άρθρο 31 παρ. 1 α Ν. 1591/1986:
- Αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει: "α) Όποιος δεν υποβάλλει δηλώσεις ή υποβάλλει ανακριβείς δηλώσεις για φόρους, τέλη ή εισφορές που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει στο Δημόσιο ή για το φόρο προστιθέμενης αξίας ή για το φόρο κύκλου εργασιών ή την ειδική εισφορά ειδών πολυτελείας της υποπερίπτωσης β` της περίπτωσης Ζ` της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 4169/1961 (ΦΕΚ Α` 81), εφ όσον το συνολικό ποσό των παραπάνω φόρων, τελών και εισφορών που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο, από συναλλαγές ή άλλες πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα ενός ημερολογιακού εξαμήνου υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών ή το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους. (Η περ. α` αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 19 του Ν. 1828/1989), β) Όποιος δεν υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον για το ποσό του εισοδήματος που δε δηλώθηκε, οφείλεται κύριος φόρος πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές. Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. β' του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 4 Ν. 1884/1990, ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` και β` της προηγουμένης παραγράφου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι
(6)μηνών. Και στην περίπτωση λοιπόν του προηγούμενου αυτού νόμου η πράξη της φοροδιαφυγής που τελείται με τον άνω τρόπο έχει την αυτή υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση και τιμωρείται επίσης με την ανωτέρω ποινή αν φόρος που απέφυγε να καταβάλλει ο δράστης υπερβαίνει ορισμένο ποσό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την Υ.Α. 1105135/9049/0009/1989 (ΦΕΚ Β 74), η οποία κυρώθηκε με το εδάφ. β` της παρ. 2 του άρθρ.51 του Ν.1882/1990 (Α 43): "
- Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 31 του παρόντος ασκείται μετά από μηνυτήρια αναφορά που υποβάλλεται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ) στην Εισαγγελική Αρχή εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αναστελλομένης, μέχρι λήξεως της προθεσμίας αυτής της παραγραφής του αδικήματος. Επί οριστικοποιήσεως επελθούσης προ της δημοσιεύσεως της παρούσας, η ως άνω προθεσμία άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτής. Τις ίδιες ακριβώς ρυθμίσεις, ως προς την συγκεκριμένη πράξη φοροδιαφυγής περιέλαβαν και οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 1 α και β και 6 Ν. 2238/
- Οι ανωτέρω προϊσχύσασες του Ν. 2523/1997 διατάξεις ρυθμίζουν, κατά τον ίδιο τρόπο, το ζήτημα της αναστολής της παραγραφής και ενάρξεως του χρόνου αυτής, στην περίπτωση φοροδιαφυγής που τελείται με την μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος και συνεπώς δεν γεννάται ζήτημα εφαρμογής, κατ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, της ευμενέστερης για τον κατηγορούμενο διατάξεως. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως. Στην δε διάταξη του άρθρου 12 ΠΚ ορίζεται ότι οι διατάξεις του γενικού μέρους του ΠΚ εφαρμόζονται και σε αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται σε ειδικούς νόμους, αν οι νόμοι αυτοί δεν ορίζουν διαφορετικά με ρητή διάταξή τους. Ορίζεται δε άλλως στις ανωτέρω διατάξεις, ως προς το αδίκημα της φοροδιαφυγής, που προβλεπόταν και τιμωρούταν τόσον από το άρθρο 31 παρ. 1 α, β,Ν.1591\1986 όσον και 93 παρ. 1 α και β του Ν. 2238/1994, προβλέπεται δε και από το άρθρο 17 Ν. 2523/1997, δηλαδή σε όλους τους νόμους που ίσχυσαν από το έτος 1986 και τον τελευταίο Ν. 2523/1997, ο οποίος, όσον αφορά το συγκεκριμένο αδίκημα της φοροδιαφυγής, κατά την διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εφαρμόζεται επί των πράξεων που τελέσθηκαν μετά την 1-1-
- Συγκεκριμένα σύμφωνα με όλες τις ανωτέρω διατάξεις η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι να υποβληθεί η μηνυτήρια αναφορά από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατά μεν τις προϊσχύσασες του Ν. 2523/1997 ως άνω διατάξεις, εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής γραφής, η οποία επέρχεται κατά τους ανωτέρω τρόπους, κατά δε την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997, από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Συνεπώς στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή αρχίζει από τα ανωτέρω χρονικά σημεία και όχι από την τέλεση της πράξεως. Διαφορετικός είναι ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής επί φοροδιαφυγής του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, που δεν ενδιαφέρει στην κρινόμενη περίπτωση (ΑΠ 271/2009 και 1427/2009, για την περίπτωση φοροδιαφυγής όμως του άρθρου 19 Ν. 2523/1997). Από τις ανωτέρω διατάξεις, που ίσχυσαν από τον χρόνο που φέρεται τελεσθείσα η πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι με την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες (29-4-1991 και 11-5-1992), μέχρι την κατά τα ανωτέρω ισχύ του νόμου 2523/1997, ευνοϊκότερες τυγχάνουν οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, αφού μειώνουν, κατά ένα μήνα, τον χρόνο της παραγραφής, δεδομένου ότι η μηνυτήρια αναφορά, μέχρι της υποβολής της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή, υποβάλλεται αμέσως μετά την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής και όχι εντός μηνός από αυτήν, όπως προβλεπόταν από τις προϊσχύσασες ως άνω διατάξεις. Διαφορετική λύση, ως προς το ζήτημα της παραγραφής, προσήκει στην περίπτωση της πράξεως φοροδιαφυγής, λόγω μη απόδοσης του ΦΠΑ (άρθρο 18 Ν. 2523/1997), στην οποία η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 95 παρ. 10 Ν. 2238/1994 όριζε χρόνο ενάρξεως το τέλος του έτους κατά το οποίο τελέσθηκε η πράξη, η οποία είναι ευμενέστερη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 που ορίζει μεταγενέστερο χρόνο ενάρξεως, επιμηκύνοντας έτσι τον χρόνο της παραγραφής (ΑΠ 578/2007). Συνεπώς οι ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2523/1997 τυγχάνουν εφαρμοστέες, ως ευνοϊκότερες, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν την 1-1-1998, η δε εφαρμογή τους αυτή δεν κωλύεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του νόμου αυτού, ούτε από το άρθρο 12 ΠΚ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών, που δίκασε κατ έφεση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 23339/2009 απόφασή του (συνδυασμός αιτιολογικού και σκεπτικού της) και τα πρακτικά της, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: " Οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την πράξη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Ειδικότερα, "κατά το άρθρο 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997, η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Κατά δε το άρθρο 32 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 1591/1986, η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 31 του νόμου αυτού ασκείται μετά από μηνυτήρια αναφορά που υποβάλλεται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) στην Εισαγγελική Αρχή εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αναστελλομένης, μέχρι λήξεως της προθεσμίας αυτής, της παραγραφής του αδικήματος. Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι εκείνη του άρθρου 21 παρ. 10 Ν. 2523/1997 είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 32 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 1591/1986, όσον αφορά την παραγραφή του αδικήματος της φοροδιαφυγής, καθόσον προσδιορίζει την έναρξη αυτής σε χρόνο κατά ένα μήνα προγενέστερο του αντίστοιχου προβλεπόμενου με την προϊσχύσασα διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση ασκήθηκε κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 2α' Ν. 2523/1997, κατόπιν της υπ' αριθ. πρωτ. 591/17-3-2003 μηνυτήριας αναφοράς του Προϊσταμένου του 10ου Τ.Ε.Κ. Αθηνών, που υποβλήθηκε εντός μηνός από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής για το κατωτέρω αναφερόμενο αδίκημα φοροδιαφυγής, η οποία (οριστικοποίηση) έλαβε χώρα στις 24-2-2003 (βλ. σχετικώς τα συνημμένα στην έκθεση ελέγχου από 3-12-2002 δύο αποδεικτικά επίδοσης προς του κατηγορουμένους του υπ' αριθ. πρωτ. 1601/2-12-2002 σημειώματος ελέγχου). Δεδομένου δε ότι το υπ' αριθ. ΙΑ03/4511 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών επιδόθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο στις 12-2-2004 και στον δεύτερο στις 26-1-2004 (βλ. τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα), ήτοι πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας από την τέλεση του αδικήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτών περί παραγραφής. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ειδικότερα ότι : Οι κατηγορούμενοι, στη ..., υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " ... Ε.Π.Ε.", με αντικείμενο εργασιών διαφημίσεις και έδρα επί της οδού ..., υπέβαλαν στο 10° Τ.Ε.Κ. Αθηνών ανακριβείς δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, που αφορούν τις χρονικές περιόδους από 1-1-1990 έως 31-12-1990 και από 1-1-1991 έως 31-12-1991, καθόσον σύμφωνα με την από 17-12-2002 έκθεση ελέγχου που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της πιο πάνω υπηρεσίας, προέκυψαν διαφορές που αφορούν υπαρκτά έσοδα της ανωτέρω επιχείρησης, τα οποία δεν δηλώθηκαν στις υποβληθείσες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των αντίστοιχων ετών. Κατόπιν των ως άνω διαφορών που διαπιστώθηκαν στα ακαθάριστα έσοδα της εν λόγω επιχείρησης, τα υποκείμενα σε φόρο εισοδήματος ακαθάριστα έσοδα αυτής ανέρχονται για τη χρήση 1990 στο ποσό των 680.000.000 δραχμών και για τη χρήση 1991 στο ποσό των 1.300.000.000 δραχμών, ενώ τα κέρδη αυτής προσδιορίζονται για τη χρήση 1990 στο ποσό των 104.720.000 δραχμών και για τη χρήση 1991 στο ποσό των 200.200.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να μην έχει αποδοθεί στο Δημόσιο φόρος εισοδήματος 14.885.735 δραχμών για τη χρήση 1990 και 29.367.718 δραχμών για τη χρήση 1991, ποσά κατά τα οποία και ζημιώθηκε τούτο. Η φορολογική εγγραφή για τα ανωτέρω ποσά οριστικοποιήθηκε στις 24-2-2003 με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, όπως πιο πάνω αναφέρεται". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά και εξαλείψεως του αξιοποίνου δια παραγραφής, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους της ανωτέρω πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 α Ν. 2523/1997 και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως είκοσι
(20)μηνών, την οποία και ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κειο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ 1, ΠΚ και 17 παρ. 1, 2 α Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο, με τις ανωτέρω πλήρεις εμπεριστατωμένες και ορθές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι εφαρμοστέες ήταν, κατ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, παρότι η πράξη τελέσθηκε πριν την 1-1-1998, ως ευνοϊκότερες εκείνων του Ν. 1591/1986, που ίσχυαν κατά τον χρόνο τελέσεως της, οι διατάξεις του Ν 2523/1997 και ειδικότερα οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, που ρυθμίζουν τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, όψει των ορισμών του οποίου, δεν άρχισε η παραγραφή από τον χρόνο τελέσεως της πράξεως (112 ΠΚ), αλλά από τον χρόνο που δέχθηκε της οριστικοποιήσεως της φορολογικής εγγραφής (24-2-2003) και από τότε και μέχρι τις ημερομηνίες που αναφέρει επιδόσεως των κλητηρίων θεσπισμάτων στους αναιρεσείοντες (12-2-2004 και 26-1-2004, αντιστοίχως) δεν είχε παρέλθει 5ετία, με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η πράξη δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή και απέρριψε ως αβάσιμη την οικεία ένσταση των αναιρεσειόντων και κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τους κήρυξε ενόχους, χωρίς να υπερβεί εκ του λόγου αυτού την δικαιοδοσία του, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Επίσης ορθώς παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες με το κλητήριο θέσπισμα για να δικασθούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξεως φοροδιαφυγής, κατ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Ν. 2523/1997, και ορθώς απέρριψε και τον παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, διότι παραπέμφθηκαν να δικασθούν με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, που δεν τύγχαναν εφαρμογής εν προκειμένω, αφού η πράξη είχε τελεσθεί προ της 1-1-1998 και έτσι εφαρμοστέες τύγχαναν οι προγενέστερες διατάξεις του άρθρου 31 Ν. 1591/1986 και διότι δεν αναφερόταν σ αυτό, δυνάμει ποιας διατάξεως επήλθε αναστολή της παραγραφής μέχρι 24-2-2003, ούτε για ποιο λόγο τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 2523/1997, με αποτέλεσμα να παραχθεί απόλυτη ακυρότητα κατ άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ και 6 παρ. 3 και 7 της ΕΣΔΑ, που ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Συνεπώς οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 Α, Ε και Η ΚΠΔ, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος του εδαφ. Δ' της αυτής διατάξεως λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙΙ. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, τις: 1. από 14-7-2009 Αίτηση (δήλωση) του ... και 2. από 14-7-2009 αίτηση (δήλωση) του ... για αναίρεση της με αριθμ. 23339/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ