Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1465 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απορρίπτει αναίρεση κατά βουλεύματος που κήρυξε την έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Αριθμός 1465/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Παπαηλιού (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2747/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 246/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 155/4-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) To συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2747/2007 βούλευμά του απέρριψε ως απαράδεκτη την 471/2007 έφεση του Χ1 που είχε αυτός ασκήσει κατά του υπ'αριθμ. 2256/2007 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών (λόγω της ιδιότητας του ως δικηγόρου) για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως ψευδούς καταμήνυσης, ήτοι για πλημμέλημα (άρθρα 229 § 1, 18, 19 Π.Κ.), διότι δεν υπόκειται το βούλευμα αυτό σε έφεση σύμφωνα με το άρθρο 478 § 1 Κ.Ποιν.Δ. ενόψει του ότι πρόκειται για πλημμέλημα και δεν χωρεί έφεση όταν πρόκειται για παραπομπή για πράξη που φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος. Ο ανωτέρω άσκησε ο ίδιος στις 28-1-2008, ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 20/28-1-2008 αναίρεση προβάλλων ότι η κρίση του συμβουλίου Εφετών αντίκειται στο άρθρο 6 § 1 ΕυρΣΔΑ (=δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο) και στο άρθρο 4 § 1 Συντ. (=αρχή της ισότητας, ενόψει αντίστοιχο δικαίωμα δίνεται στον Εισαγγελέα Εφετών). Επίσης ότι παρανόμως το συμβούλιο του επέβαλε έξοδα αφού κατά το άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ. δεν επιβάλλονται έξοδα. Επίσης ότι το συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του διότι αποφάνθηκε χωρίς να κληθεί να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως αν και το ζήτησε νομίμως και χωρίς να αποφανθεί επί αιτήματος αυτού να εμφανιστεί αυτοπροσώπως ενώπιόν του. ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 482 § 1 Κ.Ποιν.Δ. "ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα.......". Συνεπώς δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος που παραπέμπει αυτόν για πλημμέλημα δεν παρέχεται σ'αυτόν πράγμα που δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 1 20 § 1, 25 § 1 Συντ, 6 § 1 Ευρ. ΣΔΑ, 14 § 5 Διεθνούς Συμφώνου, 2 § 1 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕυρΣΔΑ (βλ. ΑΠ 209/2005, ΑΠ 2000/92, ΑΠ 786/93, 1377/2005 κ.α.). Ενόψει τούτων, και του ότι η § 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., η οποία αναφέρεται πλέον σε αποφάσεις και δεν ισχύει επί βουλευμάτων-μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 ν.3160/2003- βλ. ΑΠ 209/2005, ΑΠ 200/2006, ΑΠ 1247/2006 κ.ά -δεν χωρεί αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για πλημμέλημα. ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 477 Κ.Ποιν.Δ. "έφεση κατά του βουλεύματος επιτρέπεται στους διαδίκους.....στις περιπτώσεις των επομένων άρθρων και σε όσες άλλες ορίζει ειδικά ο νόμος". Εξ'άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 478 ιδίου κώδικα "το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα...". Επομένως δικαίωμα εφέσεως κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για πλημμέλημα δεν παρέχεται σ'αυτόν τούτο δε προς αποφυγή παρελκύσεως της εκδικάσεως αυτών. Ο άνω περιορισμός δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 § 1 (και 2 § 1 του 7ου πρωτοκόλλου Ευρ. ΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 4 § 1 (και 20,25 § 1 εδ. τελ.) Συντάγματος -βλ ΑΠ 209/2005, όπου και λεπτομέρειες, ΑΠ 1377/2005, ΑΠ 147/2004 κ.ά. Τέλος, κατά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ. το περί εξόδων μέρος του προσβαλλομένου βουλεύματος εξετάζεται από το συμβούλιο που επιλαμβάνεται του ενδίκου μέσου μόνον όταν το ένδικο μέσο είναι τυπικά δεκτόν (βλ. άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ.). Πάντως πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η επιβολη εξόδων όταν απορρίπτεται το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο κατά το άρθρο 476 Κ.Π.Δ. και δη κατά βουλεύματος, όντως επιβάλλονται έξοδα με βάση το άρθρο αυτό (476 Κ.Π.Δ.) και όχι το άρθρο 583 Κ.Π.Δ. (βλ. ΑΠ 799/2006, Α. Κονταξή Κ.Ποιν.Δ.
(2006)σελ. 2831 υπό το άρθρο 476). Έτσι και η έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων αναιρέσεως προϋποθέτουν ότι η αναίρεση είναι τυπικά δεκτή -476 § 1 Κ.Π.Δ.- Ενόψει όλων των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 20/2008 αναίρεση του Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 2747/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του. Αθήνα 17 Μαρτίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αναιρεσείων, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή όπως προκύπτει από την επί του φακέλλου της δικογραφίας σχετική σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ειδοποιήθηκε νόμιμα ο αναιρεσείων για να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με το παραδεκτό ή μη της κρινόμενης υπ' αριθμ. 20/28-1-2008 αίτησης αναίρεσης. Όπως προκύπτει από το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, που ισχύει, κατ' άρθρο 61 αυτού, από την 30-6-2003, οπότε δημοσιεύθηκε το εν λόγω νομοθέτημα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά την αντικατάσταση από την χρονολογία αυτή της παραγράφου 2 του άρθρου 476 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα, ν' ασκήσει αίτηση αναίρεσης εναντίον βουλεύματος, το οποίο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την έφεσή του, κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για πλημμέλημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 478 παρ. 1 ΚΠΔ. κατά την οποία το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών ,το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα . Επομένως, τυχόν ασκηθείσα αναιρετική αίτηση από τον κατηγορούμενο, κατά βουλεύματος, που απέρριψε την έφεσή του, ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού σε βάρος του βουλεύματος για ψευδή καταμήνυση, που απειλείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ήτοι, για πλημμέλημα,(άρθρα 229 παρ.1, 18,19 ΠΚ), τυγχάνει, ως απαράδεκτη, απορριπτέα, αφού αυτή στράφηκε εναντίον βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται αναίρεση από τον νόμο (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Ο περιορισμός αυτός του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλευμάτων, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της μη παρέλκυσης της εκδίκασης των πλημμελημάτων, ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, αλλά ούτε και το Διεθνές Σύμφωνο περί Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ) των Ηνωμένων Εθνών της 19-12-1966, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, αντίκειται. Ειδικότερα, ο ανωτέρω περιορισμός δεν παραβιάζει την κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος αρχής της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και την αρχή της αναλογικότητας, αντιστοίχως, ούτε και προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1α' της ΕΣΔΑ, που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου για μια δίκαιη δίκη, αφού, μεταξύ του κατηγορουμένου, που αποτελεί διάδικο (άρθρα 72 και 477 ΚΠΔ) και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που είναι δικαστικός λειτουργός (άρθρα 87 παρ. 3 και 88 παρ. 5 Συντάγματος), υπάρχει ήδη διαφοροποίηση της ιδιότητάς τους και συνεπώς επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείρισή τους, με την χορήγηση στον παραπάνω εισαγγελέα, κατά το άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠΔ, του δικαιώματος να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, ακόμη και εκείνου, το οποίο δεν μπορεί να προσβληθεί από τον κατηγορούμενο και προς το συμφέρον προσέτι του τελευταίου, που, πάντως, δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά την κύρια διαδικασία, καθόσον μπορεί, το μεν, με αίτησή του στον ανωτέρω εισαγγελέα να ζητήσει την υπέρ αυτού και παρ' εκείνου άσκηση του μη επιτρεπομένου σε αυτόν ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον βουλεύματος, το δε διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προτείνει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου στην κύρια διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης, που θα εκδοθεί. Εξάλλου, το δικαίωμα προς άσκηση απεριορίστως ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι αυτά πρέπει να χορηγούνται κατόπιν στάθμισης του συμφέροντος της Πολιτείας, που αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της όλης ποινικής διαδικασίας και την εντεύθεν εμπέδωση της ασφαλείας των πολιτών και της δημόσιας τάξης, και εκείνου του ατόμου, που κατηγορείται για τιμωρούμενο πλημμέλημα και επιζητά την μη καταδίκη του ή την μη παραπομπή του γι' αυτό, οπότε κατισχύει το πρώτο, καθόσον, έτσι, προάγεται το δημόσιο συμφέρον, χωρίς, όμως, υπέρμετρη, με βάση τα προεκτεθέντα, παραμείωση των δικονομικών δικαιωμάτων του πολίτη, ενώ, προσέτι, από τα άρθρα 2 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987 και 14 παρ. 5 του ΔΣΑΠΔ, συνάγεται, ότι δικαίωμα προσφυγής και επανεξέτασης της υπόθεσής του σε ανώτερη δικαιοδοσία έχει κάθε άνθρωπος, που καταδικάσθηκε από δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή, όχι δε σε περίπτωση παραπομπής του από δικαστικά συμβούλια, δεδομένου ότι ούτε το Σύνταγμα, ούτε η ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, παρέχουν δικαίωμα απεριόριστης και δίχως χρονικούς περιορισμούς άσκησης ενδίκων μέσων, μήτε και υφίσταται από τα παραπάνω νομοθετήματα καθορισμός περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας και χωρίς φραγμούς πρόσβασης σε αυτούς. Επομένως, η υπ' αριθμ 20/ 28-1-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του 2747/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η έφεσή του εναντίον του 2256/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για να δικασθεί ως υπαίτιος ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος της ......., με την αιτιολογία, ότι η έφεση δεν επιτρέπεται, γιατί ασκήθηκε κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για πλημμέλημα, πρέπει, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτη, καθό ασκουμένη κατά βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται από τον νόμο, εφόσον ο προσημειωθείς περιορισμός κατά το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ δεν αντιτίθεται στο Σύνταγμα, και την ΕΣΔΑ . Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).Πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της εισαγγελικής προτάσεως και η αντίστοιχη υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον διάδικο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 308 παρ. 2 Κ.Π.Δ. περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που το συμβούλιο αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας ή στην περίπτωση που επιλαμβάνεται κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου ,όταν εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων του ενδίκου μέσου πράγμα που προυποθέτει την παραδεκτή άσκησή του (άρθρ.485 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ) και δεν επεκτείνεται στην περίπτωση που με την πρόταση προτείνεται η απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ,διότι τότε εφαρμόζεται η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ,όπως στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε και ειδοποιήθηκε ο ίδιος ο διάδικος που άσκησε το ένδικο μέσο να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του ,ο οποίος και δεν προσήλθε . Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την υπ' αριθμ.20/28-1-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του 2747/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και, Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα εκ διακοσίων είκοσι
(220)Ευρώ δικαστικά έξοδα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ