← Ελλάδα

ΑΠ 1467/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Συνέργεια, Ληστεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1467 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Συνέργεια, Ληστεία. Περίληψη: Άρθρο 47§1 Π.Κ. απλή συνέργεια, έννοια αυτής. Πότε πραγματώνεται απλή συνέργεια, με υλική ή (και) ψυχική συνδρομή. Πότε συντρέχουν. Μπορεί να παρέχεται και με αμφότερους τους τρόπους. Εις τι συνίσταται ο δόλος του συνεργού και στην γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση της άδικης πράξης. Αιτιολογημένη καταδίκη για απλή συνέργεια σε ληστεία, με μεταφορά, παραμονή κοντά στον τόπο του εγκλήματος, παρότρυνση, οδηγίες για την τέλεσή της, υποδείξεις και βοήθεια για την διαφυγή του αυτουργού. Απορρίπτει. Αριθμός 1467/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, περί αναιρέσεως της 7/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1030/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, άλλως εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ'άρθρον 380 παρ.1 ΠΚ όποιους με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως τιμωρείται με κάθειρξη και κατ'άρθρο 47 παρ.1 ιδίου Κώδικος όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ.β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθέση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Εκ της διατάξεως του τελευταίου άρθρου συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση της απλής συνέργειας πραγματώνεται με οποιαδήποτε βοηθητική της κυρίας πράξεως ενέργεια ή παράλειψη, θετική ή αποθετική, υλική ή (και) ψυχική. Η υλική ενέργεια τελείται με υλικές πράξεις, ακόμη και κατά την προπαρασκευή του εγκλήματος, όπως με την μεταφορά στον τόπο του εγκλήματος, ψυχική δε είναι η βοήθεια που παρέχεται στον δράστη με συμβουλές υποδείξεις για τον τρόπο τελέσεως, ήτοι η ηθική ενίσχυση του δράστου στην εκτέλεση της αποφασισθείσης πράξεως όπως με την υπόσχεση του συνεργού να βοηθήσει σ'αυτήν με την παρουσία του (κοντά) στον τόπο του εγκλήματος ή και την συνδρομή μετά την πράξη με την βοήθεια διαφυγής του αυτουργού, τον οποίον ο απλούς συνεργός αναμένει στον τόπο της ληστείας με αυτοκίνητο για να τον παραλάβει. Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να απεπειράθη τουλάχιστον να τελέσει την ποινικά άδικη πράξη, για την εξ υποκειμένου δε στοιχειοθέτηση της απλής συνεργείας απαιτείται δόλος του συνεργού, συνιστάμενος εις την γνώση της υπό του αυτουργού τελέσεως ορισμένης αξιοποίνου πράξεως και εις την βούληση ή αποδοχή να συμβάλει δια της συνδρομής του εις την πραγμάτωση του εγκλήματος, χωρίς να είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξεως και ιδίως πότε, πού και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί από τον αυτουργό της πράξεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά,στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, (το οποίο δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου) εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 7/2007 αποφάσεως (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 τέλεσε την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε ληστεία που τέλεσαν από κοινού δύο άγνωστα άτομα σε βάρος του Γ1 κατά τα κατωτέρω και εις το διατακτικό της παρούσας αναφερόμενα περιστατικά. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι δύο άγνωστα άτομα (προφανώς γνωστά στον κατηγορούμενο) αποφάσισαν από κοινού όπως με σωματική βία εναντίον του Γ1 να αφαιρέσουν το αυτοκίνητό του για να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Ειδικότερα έχοντας μαζί τους τον κατηγορούμενο μετέβησαν στις 4-4-1997 και περί ώρα 04.15' στο επί της οδού .... στον 'Αγιο Ιωάννη Ρέντη κατάστημα εμπορίας μπανανών του παθόντος Γ1 και ανέμεναν έξω απ'αυτό την άφιξή του. 'Όταν ο παθών προσήλθε στο κατάστημά του και κατά τη στιγμή που ανυποψίαστος αποβιβαζόταν από το υπ'αριθμ....... ΙΧΕ αυτ/το του, τα δύο ως άνω άγνωστα άτομα του επιτέθηκαν και με τα χέρια τους κατάφεραν αλλεπάλληλα κτυπήματα στο πρόσωπο του παθόντος για να υπερνικήσουν την αναμενόμενη αντίστασή του και με τον τρόπο αυτόν κατόρθωσαν να του αποσπάσουν τα κλειδιά του ως άνω αυτοκινήτου του με σκοπό να του το αφαιρέσουν και να το ιδιοποιηθούν παράνομα, δεδομένου ότι αμέσως μετά οι ανωτέρω επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο (μαζί με τον κατηγορούμενο) και εξαφανίστηκαν. Η τέλεση της ως άνω πράξης της ληστείας σε βάρος του παθόντος ενισχύθηκε και διευκολύνθηκε από τον κατηγορούμενο, αφού παρέσχε στους δράστες από πρόθεση σημαντική συνδρομή πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση αυτής. Συγκεκριμένα γνωρίζοντας τις κινήσεις του παθόντος, αφού ήταν γνωστοί με οικονομικές μάλιστα συναλλαγές μεταξύ τους, τους μετέφερε στον ανωτέρω τόπο του καταστήματος του παθόντος και τους υπέδειξε τον παθόντα μόλις αυτός έφθασε στο κατάστημά του, με το ως άνω αυτοκίνητο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος παρέμεινε σε μικρή απόσταση από τον τόπο της ως άνω πράξης παροτρύνοντας τους προαναφερομένους δράστες να προβούν στην αφαίρεση του αυτοκινήτου του παθόντος με τον ως άνω τρόπο, και όταν αυτοί πέτυχαν του σκοπού τους, επιβιβάστηκε στο αφαιρεθέν αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε, μαζί με τους δύο δράστες της πράξης της ληστείας που διέπραξαν σε βάρος του παθόντος. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, αφού κατέθεσαν, εκτός των άλλων, τόσο για την τέλεση της από κοινού πράξης της ληστείας από τα ανωτέρω άγνωστα άτομα, όσο και για την παρουσία του κατηγορουμένου στο χώρο της διάπραξης αυτής (ληστείας) κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο μαζί με τους δράστες της ληστείας, χωρίς να προσπαθήσει να αποτρέψει την εις βάρος του παθόντος επίθεση, και αφαίρεση του αυτοκινήτου απ'αυτούς. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τα έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν, ενώ δεν αντικρούονται από την προσπάθεια του παθόντος και του πατέρα του να πείσουν το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε συμμετοχή στην τέλεση της ως πράξης, αφού αποδείχθηκε πλήρως η ως άνω συμμετοχή του στην τέλεση της ως άνω πράξης. Αυτό ενισχύεται σαφώς από τις καταθέσεις τους, αφού απ'αυτές επιβεβαιώνεται ότι είχε ο κατηγορούμενος με τον παθόντα οικονομικές διαφορές, και μετά την τέλεση της ως άνω πράξης της ληστείας εξαφανίστηκε από το χώρο που τελέστηκε αυτή, συμπεριφορά η οποία δεν δικαιολογείται στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος δεν είχε συμμετοχή στην ως άνω τέλεση της πράξης της ληστείας από τους προαναφερομένους δράστες αυτής. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της απλής συνέργειας στην ανωτέρω πράξη της ληστείας κατ'επιτρεπτή μεταβολή του κατηγορητηρίου, δεδομένου ότι κατά τα ανωτέρω αποδείχτηκε ότι κατά το σχέδιο των ανωτέρω προσώπων ο ρόλος αυτός είχε συναποφασισθεί απ'αυτούς να δοθεί σ'αυτόν προς επίτευξη του σκοπού τους, και τον είχε αποδεχθεί ο κατηγορούμενος, ενόψει του ότι γνώριζε τόσο τον παθόντα, όσο και τις άνω συνθήκες και δη τον τόπο του εγκλήματος και το χρόνο εμφάνισης του παθόντος κατά τον ανωτέρω χρόνο, ενώ αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε σημαντικές οικονομικές απαιτήσεις από τον παθόντα ύψους πολλών εκατομμυρίων και ως εκ τούτου είχε λόγους να συμμετάσχει στην τέλεση της ανωτέρω πράξης προκειμένου να πετύχει τον εκφοβισμό του παθόντα και στη συνέχεια την οικονομική του ικανοποίηση". Με αυτά τα οποία εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στην ποινική διάταξη της απλής συνέργειας σε ληστεία (άρθρο 47 παρ.1, 380 παρ.1 ΠΚ). Ειδικότερα προσδιορίζεται ο δόλος του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ως απλού συνεργού, χωρίς να υπάρχει αμφιβολία και ασάφεια σχετικά με την γνώση του για την από τους άνω αυτουργούς τέλεση της ληστείας που διέπραξαν αυτοί, την βούλησή του να συμβάλει με τους άνω τρόπους στην τέλεσή της, προς δε και την γνώση του για τις ανωτέρω συνθήκες (που θα ετελείτο η πράξη). Επίσης εκτίθενται τα περιστατικά τόσο της υλικής όσο και της ψυχικής συνδρομής, ώστε να μην υπάρχει αντίφαση για το ποία εξ αυτών δέχεται, ούτε να ελλείπει η αιτιολογία, όπως απαιτείται από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ως προς αυτά. Εντεύθεν και οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τον μόνον λόγον αναιρέσεως, αυτόν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες και απορριπτέα, επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Μετά ταύτα πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-5-2007 αίτηση, του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι

(220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2008 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.