← Ελλάδα

ΑΠ 1476/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1476 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του Α.Ν 86/1967, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1476/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστιά περί αναιρέσεως της 73794/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 109/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 104799/6-11-2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., σε συνολική ποινή φυλάκισης 30 μηνών και χρηματική ποινή 750.000 δραχμών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 6-11-2000 με απόντα τον κατηγορούμενο και επιδόθηκε νομίμως σ' αυτόν σύμφωνα με το από 5-9-2001 αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ..., στην οικία του επί της οδού ... αρ. ... των ... . Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο κατηγορούμενος άσκησε δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, μετά παρέλευση έξι

(6)ετών, την από 5-9-2007 με αριθμό 10959/5-9-2007 έφεσή του, με την οποία ζητούσε την εξαφάνισή της, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, κυρίως δε γιατί ο εκκαλών το πρώτον έλαβε γνώση της αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 4-9-2007 δια μέσω του ως άνω πληρεξουσίου του. Η έφεσή του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 73794/12-11-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την παρακάτω αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών άσκησε εκπρόθεσμα την ένδικη έφεση, καθόσον η υπ' αριθμ. 104799/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριάντα
(30)μηνών και χρηματική ποινή 750.000 δραχμών, εκδόθηκε την 6-11-2000 με απόντα τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 5-9-2001 και ο τελευταίος άσκησε την υπό κρίση έφεση στις 5-9-
  1. Ο εκκαλών επικαλείται στην έφεσή του ως λόγο ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο αυτής ότι δεν έλαβε γνώση της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, χωρίς ωστόσο να επικαλείται κανέναν ειδικότερο λόγο προς τούτο. Από το φάκελο της δικογραφίας και ειδικότερα από το από 15-6-2000 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., προκύπτει ότι το με αριθμό 600967 κλητήριο θέσπισμα για την ως άνω ερήμην δίκη επιδόθηκε νομότυπα στον κατηγορούμενο στον τόπο της έδρας της επιχείρησης του (γραφείο κηδειών) επί της οδού ... αρ. ... στην ... και το παρέλαβε ο συνεργάτης του, ΑΑ. Όπως δε προκύπτει από το από 5-9-2001 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα στο Α.Τ. ..., ..., η επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης ερήμην απόφασης (104799/2000) έγινε στην ίδια ως άνω διεύθυνση και ενόψει του ότι δεν βρέθηκε σε αυτήν ο κατηγορούμενος προσωπικά, ούτε άλλο από τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠΔ πρόσωπα, θυροκολλήθηκε παρουσία του μάρτυρα, ΒΒ. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε από τη διαδικασία στο ακροατήριο ο εκκαλών εξακολουθεί να διατηρεί μέχρι σήμερα την άνω επιχείρηση στη παραπάνω διεύθυνση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης της ένδικης έφεσης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία δε, την οποία διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη. Τούτο, γιατί αιτιολογείται το γεγονός ότι ο εκκαλών άσκησε την έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά την πάροδο της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., δεκαήμερης προθεσμίας από της νομίμου επιδόσεως της αποφάσεως, χωρίς να αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι αυτός έλαβε, το πρώτον, γνώση της αποφάσεως αυτής, την 4-9-2007, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, ώστε να δικαιολογείται η εκπρόθεσμη άσκησή της. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, είχε επιδοθεί νομίμως στη διεύθυνση ... αρ. ..., όπου ήταν ο τόπος της επαγγελματικής του εργασίας, το με αριθμό 600967 κλητήριο θέσπισμα, το οποίο παρέλαβε ο συνεργάτης του ΑΑ, και στην αυτή διεύθυνση, επίσης, επιδόθηκε νομίμως με θυροκόλληση και η με αριθμό 104799/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στην αυτή δε διεύθυνση εξακολουθούσε και κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, (12-11-2008), να διατηρεί την έδρα της επαγγελματικής του δραστηριότητας, την οποία άλλωστε είχε δηλώσει με το εφετήριο κατά την άσκηση της εφέσεως και ως κατοικία του, κατά την 5-9-
  2. Επομένως, ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 73794/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.