← Ελλάδα

ΑΠ 1480/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1480 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Προϋπόθεση του κύρους της αίτησης είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, μη αρκούσης της απλής επανάληψης των σχετικών διατάξεων. Απορρίπτεται ως αόριστος ο λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως αιτιολογίας διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και από ποιες παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτού ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών. Απορρίπτεται ως αόριστος ο λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης αυτής. Αριθμός 1480/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιο Γκρόζο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνα Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3431/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1)......, 2)......, 3)..... και 4)........ Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 567/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 239/13-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 73/19-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 3431/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 245/2006 έφεση του κατά του με αριθμ. 2136/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση , με περιουσιακή ζημία άνω των 73.000 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 δ, ΚΠΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της αναίρεσης, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Δεν αρκεί απλώς η αναφορά προβλεπόμενου από το νόμο λόγου αναίρεσης, όπως είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.) αλλά απαιτείται να περιέχει πλήρη περιγραφή του λόγου και πλήρη έκθεση περιστατικών Για την πληρότητα δε του δικογράφου στην περίπτωση του λόγου της παράβασης ή της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάστηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος ή της απόφασης. Πάντως, δεν είναι παραδεκτός λόγος αναίρεσης, η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος ή της απόφασης στα πλαίσια των αντίστοιχων αναιρετικών λόγων και δεν ερευνά την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνει κυριαρχικά το δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο της ουσίας ανάλογα αν πρόκειται για βούλευμα ή για δικαστική απόφαση. ( ΑΠ 1648/2000, ΑΠ 1772/2000, ΑΠ 1888/2000, ΑΠ 1934/2000 Πράξη και λόγος 2000 ). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αναίρεσή του βάλλει κατά του με αριθμ. 3431/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι " δεν εκθέτει κατά τρόπο πλήρη σαφή και ορισμένο τα κατά την κρίση του συμβουλίου προκύψαντα περιστατικά τα απαιτούμενα για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 386 & 1β-3β ΠΚ που επικαλείται αλλά παραλείπει την έκθεση προκυψάντων από την ανάκριση και από τα στοιχεία της δικογραφίας πραγματικών περιστατικών στις προμνησθείσες ποινικές διατάξεις, με συνέπεια να είναι αδύνατη η διαπίστωση της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας των ''και περαιτέρω'' στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα όλα της δικογραφίας στοιχεία και από τα οποία ελλείποντα περιστατικά και γεγονότα είναι δυνατό να συναχθεί ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο'' και '' διότι η κρίση του περί υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων για την τέλεση από τους κατηγορουμένους των ρηθεισών αξιοποίνων πράξεων δεν είναι ούτε εμφανίζεται σαν λογικό αναγκαίο συμπέρασμα γεγονότων , ως γεγονότων που προέκυψαν από την ανάκριση άλλα σαν συμπέρασμα εκτίμησης και άλλων γεγονότων που αναιτιολόγητα θεωρεί δεδομένα '' Από την κατά τον τρόπο αυτό παράθεση των αναιρετικών λόγων δεν αναφέρεται ποιες είναι οι παραλείψεις και σε τι συνίστανται αυτές, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος. όπως επίσης και ποιες είναι οι πλημμέλειες και οι ελλείψεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεδομένου ότι πέρα των αναγκαίων στοιχείων για την έκθεση των λόγων από δικονομικής πλευράς δεν περιέχονται στοιχεία και πλημμέλειες για την ανάπτυξη και στήριξη των λόγων αυτών , ώστε να είναι σαφείς και ορισμένες οι πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και τις οποίες θα ερευνήσει και θα εκτιμήσει ο αναιρετικός δικαστής δεδομένου ότι ο αναιρετικός δικαστής δεν θα ερευνήσει και δεν θα εκτιμήσει εκ νέου το σύνολο του βουλεύματος αλλά θα περιοριστεί μόνο στις συγκεκριμένες πλημμέλειες και παραλείψεις στα πλαίσια των αντίστοιχων αναιρετικών λόγων και δεν θα ερευνήσει την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνει κυριαρχικά το δικαστικό συμβούλιο της ουσίας. Κατ' ακολουθία των παραπάνω λόγω του ότι δεν εκτίθενται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεση συγκεκριμένοι, σαφείς και βάσιμοι λόγοι η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού. Αν όμως ήθελε κριθεί ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι παραδεκτή ως περιέχουσα νόμιμους και βάσιμους λόγους για την πληρότητα της πρότασης μας εκθέτω και τα παρακάτω. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης όπως επίσης αναφέρονται ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση του δράστη που έχει ειλημένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση (ΑΠ 222/02 ΠΧ ΝΒ-907, ΑΠ 5/2001 ΠΧ ΝΑ 591). Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 266/2006 ΠΧ ΝΣΤ 813 ΑΠ 626/2005 ΠΧ ΝΕ 999, ΑΠ 858/ 2004 ΠΧ ΝΕ 322, ΑΠ 1913/2000,ΑΠ 1820/ 2003, 1944/2003 ΑΠ 190/2005). Και τέλος από τη διάταξη του άρθρου 45 η οποία ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης '' προκύπτει ότι συναυτουργία είναι η άμεση και η διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττεται με κοινό δόλο δηλ. με συναπόφαση τους, την οποία έλαβαν είτε πριν την πράξη είτε κατά την τέλεση της πράξης ώστε ο καθένας τους θέλει να την παραγωγή του αποτελέσματος της κοινής δράσης τους, και η οποία σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να είναι είτε συνολική είτε επί μέρους αν οι συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος το απαιτούν άλλα συγκλίνουσα στην πραγμάτωση της όλης αντικειμενικής υπόστασης της πράξης (ΑΠ 1585/2005 Π.Χ ΝΣΤ 418, ΑΠ 1014/2005 ΠΧ ΝΣΤ 125). Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως στο απαλλακτικό βούλευμα από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν εκθέτει σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για την ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων προς συγκρότηση όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος, για το οποίο έκρινε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα περιστατικά αυτά προέκυψαν και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε και κατέληξε στην απαλλακτική κρίση. (ΑΠ Ολ 2/2002, ΑΠ 814/2000 ΑΠ 1167/2000, ΑΠ 854/2004, ΑΠ 1504/2004, ΑΠ 1984/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Την 29-8-2000 η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ''Βull AEE'' η οποία υπέγραψε με την Κυπριακή Δημοκρατία σύμβαση για την προμήθεια, εγκατάσταση και λειτουργική υποστήριξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος ναυτιλιακής λογιστικής. Η εταιρεία αυτή ήταν μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας ''Βull A.T.S AE '' κατά 40% και προς την οποία εκχώρησε σαν υπεργολάβο μέρος του παραπάνω έργου και συγκεκριμένα το μέρος του έργου που αναφέρονταν στην παροχή υπηρεσιών στην εγκατάσταση ολοκλήρωση και υποστήριξη του παραπάνω συστήματος . Στην συνέχεια η παραπάνω υπεργολάβος συνήψε με την Τράπεζα Κύπρου σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού με σκοπό την χρηματοδότηση του έργου με την από μέρους της υπεργολάβου ανάληψη του όρου την εκχώρηση του εργολαβικού ανταλλάγματος δηλ. του συνόλου των απαιτήσεων που είχε κατά της εταιρείας ''Βull AEE'' και από μέρους της εταιρείας αυτής παραχωρήθηκε υπέρ της υπεργολάβου εταιρείας εγγύηση για το ποσό της εργολαβίας ύψους 733.675 ευρώ. Κατά τις αρχές του 2000 από πλευρά της ''Βull AEE'' υπήρξε αίτημα άρσης της εταιρικής εγγύησης το οποίο αίτημα η Τράπεζα Κύπρου το δέχθηκε υπό τον όρο ότι αυτό θα το αποδεχόταν και η εταιρεία ''Βull A.T.S AE'' και ότι όλες οι υπόλοιπες εισπράξεις της εκχωρημένης προς αυτήν σύμβασης έργου θα γινόταν καθολικά και αποκλειστικά από αυτήν. Στην συνέχεια η ''Βull AEE'' αποχώρησε από την ''Βull A.T.S AE ''. Με βάση την παραπάνω συμφωνία άρσης της εταιρικής εγγύησης η Τράπεζα της Κύπρου εισέπραξε το ποσό των 545,672 ευρώ ως μερική εξόφληση του έργου που εν τω μεταξύ είχε παραδοθεί Στην συνέχεια η ''Βull AEE'' δια των καταστατικών οργάνων της μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων του οποίου η υπογραφή ήταν απαραίτητα για την δέσμευση της παραπάνω εταιρείας προκειμένου να πείσουν την Τράπεζα Κύπρου να τους χορηγήσει το ποσό των 250.000 ευρώ μέσα στα πλαίσια του αλληλοχρέου λογαριασμού που είχε ανοιχθεί με την ''Βull A.T.S AE'' προκειμένου να προβούν στην εξόφληση οφειλών της προς την Κυπριακή εταιρεία '' ..... LTD'' προς την οποία η ''Βull A.T.S AE'' είχε εκχωρήσει τμήμα της υπεργολαβίας παρέστησαν ότι η από αυτούς εκπροσωπούμενη εταιρεία είχε εκτελέσει το έργο που είχε αναλάβει και ότι απέμενε μόνο η εξόφληση του και ότι η εταιρεία αυτή έπρεπε να το εισπράξει βάσει της εκχώρησης που αναφέρθηκε παραπάνω και ότι με τον τρόπο αυτό η αιτούμενη χρηματοδότηση ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη, αφού το αιτούμενο ποσό υπερκάλυπτονταν από το δικαιούμενο ποσό το οποίο ανέρχονταν στο ύψος των 627,089 ευρώ, αποκρύψαντες ότι το έργο το οποίο παρέστησαν ότι είχε εκτελεστεί δεν είχε εκτελεστεί γεγονός το οποίο το γνώριζαν οι υπεύθυνοι της ''Βull AE'' γιατί είχε προηγηθεί σχετική επιστολή τους προς την '' Βull A.T.S AE '' γι' αυτό, γεγονός το οποίο αν το γνώριζε η μηνύτρια τράπεζα δεν θα τους χορηγούσε το ποσό των 250.000 ευρώ και στο οποίο ανέρχεται η ζημία την οποία τελικά υπέστη γιατί η ''Βull A.T.S AE'' κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης. Περαιτέρω το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται και απορρίπτει αιτιολογημένα ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα σχετικά με την μη συμμετοχή του στην πράξη του αυτή. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 216 & 1-3 και 386 & 1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι δεν παρατηρούνται ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. με αριθμ. 73/19-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθμ. 3431/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 21-5-2007 Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 πα. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων ή αποφάσεων, πρέπει, στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 ΚΠοινΔ, αντιστοίχως, λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 476 και 513 ΚΠοινΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ειδικότερα, ως προς τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης έλλειψης από το βούλευμα της απαιτούμενης, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος, δεδομένου ότι δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί αποφάσεων, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται με την αναίρεση επί πλέον, σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτού, ή ποιά αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο (Ολ.Α.Π. 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το ίδιο άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ λόγου αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, πρέπει να γίνεται μνεία στην αναίρεση της εν λόγω διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Περαιτέρω, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης στο μέτρο που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, αφού αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠοινΔ λόγων αναίρεσης, κατά βουλευμάτων. Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης που δεν περιέχει λόγους, ή περιέχει λόγους ασαφείς και αορίστους, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης (άρθρο 485 παρ. 2 ΚΠοινΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2136/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, μεταξύ άλλων προσώπων, και τον κατηγορούμενο Χ1 για να δικαστεί για απάτη κατά συναυτουργία, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, υπερβαίνουσα το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (άρθρα 45 και 386 παρ. 3β'- 1β'του ΠΚ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος ασκήθηκε έφεση και από τον Χ
  2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 3431/2006 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εν λόγω κατηγορουμένου και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του δευτεροβάθμιου αυτού βουλεύματος άσκησε ο κατηγορούμενος Χ1 την κρινόμενη από 19.3.2007 αίτηση αναίρεσης με δήλωσή του στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκε η με αριθμό 73/19.3.2007 έκθεση, με την οποία αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ειδικότερα, οι λόγοι αυτοί αναφέρονται κατά λέξη ως εξής: "
  3. Διότι από το με την παρούσα μου πληττόμενο παραπάνω βούλευμα και όπως από τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό προκύπτει, ελλείπει η από το άρθρο 139 ΚΠοινΔ επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έλλειψη η οποία γεννά τον από το άρθρο 484 παρ. 1,περ. δ' προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο και επιβάλλει την αναίρεσή του.
  4. Διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκθέτει κατά τρόπο πλήρη, σαφή και ορισμένο τα κατά την κρίση του Συμβουλίου προκύψαντα περιστατικά, τα απαιτούμενα για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 386 παρ. 3β'- 1β', που επικαλείται, αλλά παραλείπει την έκθεση προκυψάντων από την ανάκριση και από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας πραγματικών περιστατικών και γεγονότων κατά τρόπο, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη υπαγωγής των από τις αποδείξεις προκυψάντων πραγματικών περιστατικών στις προμνησθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, με συνέπεια να είναι αδύνατη η διαπίστωση της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας των, με αποτέλεσμα το προσβαλλόμενο βούλευμα να στερείται νομίμου βάσεως και αναιρετέο, για την εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω διατάξεων να ελέγχεται κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' ΚΠοινΔ.
  5. Εξάλλου και συμφυώς με τον προεκτεθέντα πρώτο αναιρετικό λόγο το προσβαλλόμενο βούλευμα, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα όλα της δικογραφίας στοιχεία και από τα ελλείποντα περιστατικά και γεγονότα είναι δυνατόν να συναχθεί ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή μου στο ακροατήριο. Ακόμη, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της απαιτουμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέο, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, διότι η κρίση του περί της υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων για την τέλεση από τους κατηγορουμένους των ρηθεισών αξιοποίνων πράξεων, δεν είναι, ούτε εμφανίζεται σαυτό λογικό συμπέρασμα της εκτίμησης των δεκτών γενομένων από το Συμβούλιο πραγματικών γεγονότων, ως γεγονότων που προέκυψαν από την ανάκριση, αλλά σαν συμπέρασμα εκτίμησης και άλλων γεγονότων, που αναιτιολόγητα θεωρεί δεδομένα". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και οι δύο παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τον πρώτο λόγο δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και από ποιές παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος στο οποίο πάντως παρατίθεται πλήρης αιτιολογία, προκύπτει η έλλειψη αυτή. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες του και ποιά πραγματικά περιστατικά, από εκείνα που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, δεν περιλαμβάνονται στην αιτιολογία του βουλεύματος, ούτε ποιά αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του ή δεν εκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ως προς το δεύτερο λόγο, δεν προσδιορίζεται σε τί ακριβώς συνίσταται το σφάλμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών κατά την ερμηνεία ή κατά την εφαρμογή από αυτό των διατάξεων του άρθρου 386 παρ. 3β-1β'του ΠΚ σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ.3431/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2008. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.