Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1485 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Αναίρεση μερική. Περίληψη: Απάτη από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Παραβίαση του Ν. 5227/1931 από κοινού. Η δεύτερη πράξη κατέστη ανέγκλητη. Αναιρεί εν μέρει για δεύτερη πράξη και ως προς τη συνολική ποινή. Κηρύσσει αθώο για δεύτερη πράξη. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της αιτήσεως αναιρέσεως και στην συναυτουργό που δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Αριθμός 1485/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουλούκο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5206/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Το έγκλημα της απάτης προϋποθέτει, την πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Από υποκειμενική άποψη, το ανωτέρω έγκλημα έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε (Ολομ. Α.Π. 1/2005). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη δόλου, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), απαιτείται να αιτιολογούνται ιδιαιτέρως τα πρόσθετα αυτά στοιχεία της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολομ. Α.Π. 3/2008, 2/2011 και 1/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5206/2016 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και για παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων" από κοινού και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών για την απάτη και ενός
(1)έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για την παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων" και κατά συγχώνευση σε συνολική ποινή φυλακίσεως (2 έτη + 6 μήνες) δύο
(2)ετών και έξι
(6)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Περί τις αρχές Μαρτίου 2009, στη ..., η πρώτη κατηγορούμενη παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα ότι λόγω των πολιτικών της γνωριμιών και των σχέσεων, που διατηρούσε με τους υπεύθυνους της εταιρίας ...., η οποία αποτελούσε κρατική επιχείρηση με την έννοια των άρθρων 1 § Ια’ ν. 5227/1931 και 51 § 1γ’ ν. 1892/1990, επειδή μοναδικός της μέτοχος ήταν το Δημόσιο κατ’ άρθρο 5 § 1 της 442/2001 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού (Φ.Ε.Κ. 23 Β72001), αλλά και λόγω των δήθεν σχέσεών της με συνταξιούχο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το όνομα Α. Σ., ήταν σε θέση να ενεργήσει για την ταχεία έκδοση, εντός δύο μηνών, άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ επ’ ονόματί του και του ζήτησε για το σκοπό αυτό το ποσό των 55.000 ευρώ. Ο πολιτικώς ενάγων πείσθηκε και το μήνα Μάιο του ίδιου έτους
(2009)της κατέβαλε 10.000 ευρώ. Εν συνεχεία επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος του εμφανίσθηκε ως συνεργάτης της πρώτης, του παρέστησε ψευδώς τα ίδια ως άνω περιστατικά και του ζήτησε να καταβάλει και τα υπόλοιπα χρήματα, και ο πολιτικώς ενάγων, πεισθείς και από τις διαβεβαιώσεις του δεύτερου κατηγορούμενου, το μήνα Ιούνιο 2009 κατέβαλε στην πρώτη το υπόλοιπο ποσό των 45.000 ευρώ, λαμβάνοντας μάλιστα από αυτήν υπεύθυνη δήλωση, στην οποία η κατηγορούμενη ανέφερε ότι η άδεια έχει εκδοθεί ήδη και ότι ο πολιτικώς ενάγων όφειλε να καταθέσει την 31-7-2009 στον Ο.Π.Α.Π. τα δικαιολογητικά που αφορούσαν την κατοχή του κατάλληλου ακινήτου εκ μέρους του. Τελικώς η άδεια δεν εκδόθηκε ποτέ, παρόλο που ο πολιτικώς ενάγων κατέθεσε τα ως άνω δικαιολογητικά. Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πολιτικές γνωριμίες ή σχέσεις με τους υπεύθυνους του Ο.Π.Α.Π., που θα τους επέτρεπαν την ταχεία έκδοση αδείας ΠΡΟ-ΠΟ, ενώ ο προαναφερθείς συνταξιούχος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο, παρέστησαν δε εν γνώσει τους ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα τα ανωτέρω περιστατικά, ενεργώντας βάσει συναπόφασης και με κοινό δόλο, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος του, και προξένησαν σε αυτόν ιδιαίτερα μεγάλη περιουσιακή ζημία, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 55.000 ευρώ. Η πρώτη κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι μεσολάβησε ως μεσίτρια μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του δεύτερου κατηγορούμενου, και όχι μεταξύ του τελευταίου και του Ο.Π.Α.Π., και ότι για το λόγο αυτό πίστευε λόγω συγγνωστής πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων. Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί στην πραγματικότητα άρνηση της κατηγορίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η πρώτη κατηγορούμενη παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα ότι λόγω των σχέσεων και γνωριμιών της είχε τη δυνατότητα να προκαλέσει την ταχεία έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ από το προσωπικό του Ο.Π.Α.Π.. Επίσης, ο ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης περί αναγνώρισης στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 εδ. δ’ και ε’ Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται καθόλου τα περιστατικά, που τον στηρίζουν. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι απάτης από κοινού, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, και παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ενεργώντας μετά από συναπόφαση, από κοινού και με κοινό δόλο, μαζί με την συγκατηγορούμενή του Α. Μ. του Ε., τέλεσαν περισσότερα αδικήματα, και ειδικότερα: Α) Με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η ζημία, δε, που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα στην ..., κατά τις αρχές Μαρτίου 2009 και σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία, η πρώτη κατηγορουμένη, Α. Μ. του Ε., αφού μέσω κοινού γνωστού ήρθε σε επαφή με τον εγκαλούντα Ι. Κ. του Η. και πληροφορήθηκε από αυτόν ότι ενδιαφερόταν να εκδοθεί στο όνομά του άδεια λειτουργίας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ, παρέστησε σ’ αυτόν ψευδώς ότι είχε την δυνατότητα να επιτύγει την ως άνω έκδοση άδειας στο όνομα του εγκαλούντος, διότι είχε πολιτικές γνωριμίες και διασυνδέσεις στους διοικούντες την εταιρία "....", έναντι του χρηματικού ποσού των πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (55.000€). Πεισθείς στις ως άνω διαβεβαιώσεις, καθώς και στην περαιτέρω διαβεβαίωση της πρώτης κατηγορουμένης ότι η άδεια θα εκδιδόταν εντός δύο μηνών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης προς την εταιρία "....", ο εγκαλών κατέβαλε την 10.3.2009 στην πρώτη κατηγορουμένη μέρος του ως άνω ποσού, ανερχόμενο στις δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000€), ενώ την 16.3.2009 κατέθεσε την σχετική αίτηση προς την αρμόδια υπάλληλο της άνω εταιρίας, την οποία του είχε ομοίως υποδείξει η πρώτη κατηγορουμένη. Με την πάροδο δύο μηνών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης και λόγω της έκφρασης ανησυχίας εκ μέρους του εγκαλούντος για την επιτυχή έκβαση της ως άνω υπόθεσης προς την πρώτη κατηγορουμένη, η τελευταία, αφενός του υπέδειξε την ανάγκη να συγκεντρώσει διάφορα δικαιολογητικά, αφετέρου ανέθεσε στον δεύτερο κατηγορούμενο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον εγκαλούντα. Πράγματι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Κ. Ρ. του Σ., περί τα τέλη Ιουνίου 2009 τηλεφώνησε στον εγκαλούντα και αφού του παρουσιάσθηκε ως συνεργάτης της πρώτης κατηγορουμένης, του παρέστησε ψευδώς ότι είχαν την δυνατότητα να επιτύχουν την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ στο όνομα του εγκαλούντος, διότι είχαν πολιτικές γνωριμίες και διασυνδέσεις στους διοικούντες την εταιρία "....", ότι ήταν θέμα ημερών να εκδοθεί η άδεια στο όνομά του, ότι τα χρήματα τα ήθελαν για να "λαδώσουν" τις γνωριμίες τους, ώστε να εκδοθεί σύντομα η άδεια και ότι τρίτος συνεργάτης τους ήταν ένας συνταξιούχος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ονόματι Α. Σ., ο οποίος είχε μεγάλη δύναμη και είχε βοηθήσει στην έκδοση και άλλων αδειών, και ότι εν τέλει η έκδοση της άνω άδειας ήταν δουλειά ρουτίνας για τους κατηγορουμένους. Πεισθείς στις ως άνω περαιτέρω διαβεβαιώσεις των δύο κατηγορουμένων, ο εγκαλών κατέβαλε στο ... την 10.7.2009 στην πρώτη κατηγορουμένη το υπόλοιπο μέρος του ως άνω συμφωνηθέντος ποσού, ανερχόμενο στις σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ (45.000€), ενώ την ίδια ημέρα εκείνη του παρέδωσε μία δήλωση του άρθρ. 8 Ν. 1599/1986, όπου δήλωνε μεταξύ άλλων ότι έχει λάβει από τον εγκαλούντα "το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ για την έκδοση άδειας προπό η οποία έχει εκδοθεί ήδη και καλείται στις 31/07/2009 να παρουσιασθεί στον ΟΠΑΠ για να καταθέσει δικαιολογητικά τον ακινήτου". Περαιτέρω, αφού ο εγκαλών κατέθεσε την 31.7.2009 προς την ως άνω εταιρία τα απαραίτητα δικαιολογητικά, χωρίς όμως έκτοτε να εκδοθεί η ως άνω άδεια, όχλησε διαρκώς τους κατηγορουμένους, εκ των οποίων ο δεύτερος, στα τέλη Σεπτεμβρίου 2009, του παρέστησε ψευδώς ότι επειδή ήταν πλέον δύσκολη η έκδοση της άδειας θα του επέστρεφαν τα χρήματά του μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 2009, αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι, περί την 15.12.2009, ψευδώς τον διαβεβαίωσαν ότι έως την 20.12.2009 θα είχε στην κατοχή του την άδεια, διότι λόγω αλλαγής στην διοίκηση της "...." ο εμφανιζόμενος ως συνεργάτης τους και ως πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε πλέον καλύτερες γνωριμίες και διασυνδέσεις. Όμως, οι ως άνω παραστάσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα ήταν όλες ψευδείς και οι ίδιοι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας τους, διότι στην πραγματικότητα δεν διέθεταν κατάλληλες διασυνδέσεις στους διοικούντες την εταιρία "....", ούτε κατάλληλες πολιτικές γνωριμίες, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ στο όνομα του εγκαλούντος, ούτε τέλος γνώριζαν και συνεργάζονταν με πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μεσολαβούσε προς την έκδοση αδειών πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ. Σκοπός των κατηγορουμένων όταν προέβαιναν στις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις τους προς τον εγκαλούντα ήταν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος αποσπώντας από αυτόν το ποσόν των πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (55.000€), το οποίο αυτός δεν θα τους κατέβαλε αν είχε επίγνωση της πραγματικότητας. Κατά το ως άνω ποσό, δε, βλάφθηκε η περιουσία του εγκαλούντος, προς αντίστοιχο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων που το απεκόμισαν παράνομα, με την καταβολή του στην πρώτη κατηγορουμένη ως αμοιβή για την δήθεν ως άνω διαμεσολάβηση αμφοτέρων των κατηγορουμένων, η δε περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος, ποσού ύψους πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (55.000€), είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Β) Αφού παρέστησαν ψευδώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτών και εν γένει της επιρροής τους δύνανται να επιτύχουν υπέρ άλλου την σύναψη συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών στο άρθρο 1 του Ν. 5227/1931 αναφερομένων προσώπων ή και ασχέτως προς κάθε σύμβαση να προκαλέσουν οποιαδήποτε πράξη των προσώπων τούτων, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, έλαβαν προς τον σκοπό τούτο αμοιβή υπέρ αυτών. Συγκεκριμένα, στους άνω αναφερόμενους τόπους και χρόνους και με τους τρόπους, οι οποίοι αναλυτικά στο στοιχείο Α του παρόντος περιγράφονται, αφού παρέστησαν στον εγκαλούντα ψευδώς ότι είχαν την δυνατότητα να επιτύχουν από την εταιρία "...." την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ στο όνομά του, αφενός λόγω των πολιτικών γνωριμιών και των διασυνδέσεών τους με τους διοικούντες την εταιρία "....", η οποία συνιστά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, καθώς λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ως εταιρίας που ασκεί δραστηριότητα κοινής ωφελείας, και αφετέρου λόγω των σχέσεών τους με συνταξιούχο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε μεγάλη δύναμη και είχε βοηθήσει στην έκδοση και άλλων παρόμοιων αδειών, έπεισαν τον εγκαλούντα να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (55.000€), και συγκεκριμένα δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000€) την 10.3.2009 και σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ (45.000€) την 10.7.2009, προκειμένου οι κατηγορούμενοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, να το παραδώσουν στις ως άνω γνωριμίες και διασυνδέσεις τους ώστε να εκδοθεί γρήγορα η άδεια πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ από την "...." στο όνομα του εγκαλούντος. Όλες, όμως, οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς και οι κατηγορούμενοι το γνώριζαν αυτό, διότι δεν διέθεταν κατάλληλες διασυνδέσεις στους διοικούντες την "....", ούτε κατάλληλες πολιτικές γνωριμίες, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠPO-ΠΟ στο όνομα του εγκαλούντος, ούτε τέλος γνώριζαν και συνεργάζονταν με πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μεσολαβούσε στην έκδοση αδειών πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, τα οποία περιλαμβάνονται στο ως άνω σκεπτικό (το οποίο δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, αφού περιλαμβάνει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά του κατηγορητηρίου, πέραν των τυπικών στοιχείων αυτού) και στο ως άνω διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, ως προς την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της από κοινού απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, για την οποία καταδικάσθηκε o αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 α’ , 45, 79 και 386 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, αναφέρονται κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για την ως άνω αξιόποινη πράξη, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά το νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και εκτίμησή τους, ενώ το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, δεν περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, αγνοώντας τα υπόλοιπα. Με ακρίβεια προσδιορίζονται, τόσο τα επιλήψιμα για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης ψευδή γεγονότα και η εξ αυτών αιτιωδώς προκληθείσα στον παθόντα πλάνη και η συνδεόμενη με αυτήν περιουσιακή βλάβη, όσο και η υλική αντιστοιχία μεταξύ της συγκεκριμένης ζημίας και του αντίστοιχου οφέλους που πέτυχε και επιδίωξε ο αναιρεσείων, από κοινού με την προαναφερθείσα συγκατηγορούμενή του. Ακόμη διαλαμβάνεται επαρκής αιτιολογία ως προς το δόλο του αναιρεσείοντος για την τέλεση της πράξεως της απάτης από κοινού για την οποία καταδικάστηκε, αφού κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκείνος α) τέλεσε την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού, με σκοπό να αποκομίσει μαζί με τη συγκατηγορούμενή του, Α. Μ., παράνομο περιουσιακό όφελος αποσπώντας από τον εγκαλούντα Ι. Κ. το ποσό των 55.000 ευρώ προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, χρησιμοποιώντας τις διασυνδέσεις τους με τους διοικούντες την εταιρεία "....", τις πολιτικές γνωριμίες τους και τη γνωριμία τους με συνταξιούχο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ποσό το οποίο ο εγκαλών δεν θα τους κατέβαλε αν είχε επίγνωση της πραγματικότητας, καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν διέθεταν ούτε τις πολιτικές διασυνδέσεις ούτε και τις ως άνω γνωριμίες, για τις οποίες ψευδώς τον διαβεβαίωναν. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η απάτη τελέστηκε με τον τρόπο της παραπλάνησης του εγκαλούντος δια της παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών, δηλαδή με θετική απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, περί ασάφειας λόγω αναφοράς δύο τρόπων τελέσεως της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης της απάτης και δη της παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών και της αθέμιτης απόκρυψης αληθινών γεγονότων, είναι αβάσιμα. Επίσης, από τις ως άνω αιτιολογίες και τα συμφραζόμενά τους, με σαφήνεια προκύπτει ο απαιτούμενος για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της απάτης με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερχειλής δόλος, καθόσον ο σκοπός του κατηγορουμένου και της συναυτουργού του ήταν η παράνομη αποκόμιση από τον Ι. Κ. περιουσιακού οφέλους, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 55.000 ευρώ που τους έδωσε, προκειμένου να επιτύχει με την δήθεν μεσολάβησή τους την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του. Επομένως, ενόψει τούτων, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι, οι δε αιτιάσεις που προβάλλονται με την αίτηση αναιρέσεως και πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες. Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τελέσεως της πράξεως νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ’ , 514 εδ. δ’ περ. β και 518 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καταστεί ανέγκλητη η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη, ακόμη και παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (Ολ. Α.Π. 3/1995). Πολύ δε περισσότερο, αν η πράξη κατέστη ανέγκλητη πριν την εκδίκαση της υποθέσεως και την έκδοση της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως, τότε, αφού υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του ως άνω άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., ο Άρειος Πάγος, ακόμη και αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται και δεν προτείνει σχετικό λόγο στην αίτησή του, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 511 εδ, α’ του Κ.Ποιν.Δ., εφόσον είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανισθεί ο αναιρεσείων, εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον ως άνω λόγο αναιρέσεως που εμπίπτει στον λόγο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 οριζόταν ότι: "Με φυλάκισιν τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματικην ποινήν δέκα χιλιάδων (10.000) μέχρις ενός εκατομμυρίου δραχμών (1.000.000) τιμωρείται όστις παριστών ψευδώς ή αληθώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτού ή εκ της ιδιότητός του ή εν γένει της επιρροής και του κύρους αυτού δύναται να επιτύχη υπέρ άλλου ή και υπέρ εαυτού, αλλά διά λογαριασμόν άλλου, την σύναψιν οιασδήποτε συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών εν άρθρω 1 του παρόντος αναφερομένων προσώπων ή και ασχέτως προς πάσαν σύμβασιν προκαλέση οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν των προσώπων τούτων, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβήν ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεσιν τοιαύτης αμοιβής ή ανταλλάγματος υπέρ εαυτού ή τρίτου. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο πρώτο περ. ΙΕ, υποπερ. 20 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α’ 85/07/04/2014) και έπαυσε να ισχύει από της ενάρξεως ισχύος του τελευταίου νόμου, δηλαδή από 7-4-2014, οπότε, έκτοτε, η ως άνω αξιόποινη πράξη που προβλεπόταν από το άρθρο 11 του Ν. 5227/1931, έπαυσε να είναι αξιόποινη και κατέστη ανέγκλητη. Παρά ταύτα, ενώ η ως άνω παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 έπαυσε να είναι αξιόποινη και κατέστη ανέγκλητη από 7-4-2014, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στις 21-9-2016 κήρυξε ενόχους από κοινού τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και την συγκατηγορούμενη του Α. Μ. για παράβαση του καταργηθέντος άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 και καταδίκασε τον καθένα απ’ αυτούς, για την παράβασή του, σε φυλάκιση ενός έτους και σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Έτσι, όμως, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και αφού η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και παρίσταται ο αναιρεσείων, πρέπει κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα και παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 και κατά το μέρος που του επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, αλλά και κατά το μέρος που του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως κατά συγχώνευση και να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων της πράξεως αυτής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 469 του Κ.Ποιν.Δ., "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ’ αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Στην περίπτωση της συνάφειας (άρθρ.128 και 131) ισχύει ο ίδιος κανόνας, μόνο αν οι λόγοι που προβάλλονται με το ένδικο μέσο αφορούν παραβάσεις της διαδικασίας και δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που το άσκησε. Για τη συζήτηση του ένδικου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτατικό αποτέλεσμα του ένδικου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ή του εισαγγελέα, να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν, και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν δεν χορηγείται σε αυτόν από τον Κ.Ποιν.Δ. το ένδικο μέσο, τόσον της εφέσεως, όσον και της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανώτερου δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί, με απόφαση ή βούλευμα, δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό ή εν μέρει δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφ’ όσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο, όπως είναι το μη αξιόποινο της πράξεως, το κατ’ ουσίαν ανύπαρκτο της κατηγορίας κ.λπ. και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται: α) να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κύριους ή πρόσθετους και β) αν δε συμμετείχαν στη διαδικασία ή στη δίκη επί του ενδίκου μέσου του άλλου ή αν το δικαστήριο δεν επεξέτεινε και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως, όπως μπορούσε, το ευεργετικό αποτέλεσμα, να ασκήσουν μεταγενέστερα αυτοτελή αίτηση στο δικάσαν το ένδικο μέσο και να ζητήσουν συμπλήρωση της εκδοθείσας αποφάσεως ή του βουλεύματος, ώστε να ωφεληθούν από το τυχόν ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 5206/2016 αποφάσεως, προκύπτει ότι κατ’ έφεση καταδικάσθηκε για την από κοινού παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931, εκτός από τον άνω αναιρεσείοντα και η συγκατηγορούμενή του Α. Μ. του Ε. και της επιβλήθηκε και αυτής για την ίδια, ακριβώς, πράξη ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού η αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή για τον αναιρεσείοντα συναυτουργό της για λόγο που δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπό του και συγκεκριμένα επειδή όταν εκδικαζόταν η υπόθεση κατ’ έφεση είχε καταργηθεί η ποινική διάταξη που προέβλεπε και τιμωρούσε την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 και είχε καταστεί η πράξη ανέγκλητη, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επεκτατικού αποτελέσματος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς την ως άνω συναυτουργό του αναιρεσείοντος και συγκατηγορούμενή του Α. Μ. του Ε., η οποία δεν έχει ασκήσει αίτηση αναιρέσεως και πρέπει και ως προς αυτήν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που την κήρυξε ένοχη από κοινού με τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 και κατά το μέρος που του επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, αλλά και κατά το μέρος που της επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως κατά συγχώνευση και να κηρυχθεί και αυτή αθώα της ως άνω πράξεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 19-10-2016 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Ρ. του Σ. και της Κ., κατοίκου ..., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-10-2016, για αναίρεση της 5206/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΑΝΑΙΡΕΙ την 5206/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για από κοινού παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 και του επέβαλε ποινή ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ καθώς και ως προς τη συνολική ποινή που επέβαλε κατά συγχώνευση σ’ αυτόν. ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: Ενεργώντας μετά από συναπόφαση, από κοινού και με κοινό δόλο, μαζί με την συγκατηγορούμενή του Α. Μ. του Ε., αφού παρέστησαν ψευδώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτών και εν γένει της επιρροής τους δύνανται να επιτύχουν υπέρ άλλου την σύναψη συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών στο άρθρο 1 του Ν. 5227/1931 αναφερομένων προσώπων ή και ασχέτως προς κάθε σύμβαση να προκαλέσουν οποιαδήποτε πράξη των προσώπων τούτων, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, έλαβαν προς τον σκοπό τούτο αμοιβή υπέρ αυτών. Συγκεκριμένα, στην ... και στο ..., στους αναφερόμενους κατωτέρω χρόνους, αφού παρέστησαν στον εγκαλούντα ψευδώς ότι είχαν την δυνατότητα να επιτύχουν από την εταιρία "...." την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ στο όνομά του, αφενός λόγω των πολιτικών γνωριμιών και των διασυνδέσεών τους με τους διοικούντες την εταιρία "....", η οποία συνιστά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, καθώς λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ως εταιρίας που ασκεί δραστηριότητα κοινής ωφελείας, και αφετέρου λόγω των σχέσεών τους με συνταξιούχο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε μεγάλη δύναμη και είχε βοηθήσει στην έκδοση και άλλων παρόμοιων αδειών, έπεισαν τον εγκαλούντα να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (55.000€), και συγκεκριμένα δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000€) την 10.3.2009 στη ... και σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ (45.000€) την 10.7.2009 στο ..., προκειμένου οι κατηγορούμενοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, να το παραδώσουν στις ως άνω γνωριμίες και διασυνδέσεις τους ώστε να εκδοθεί γρήγορα η άδεια πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ από την "...." στο όνομα του εγκαλούντος. Όλες, όμως, οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς και οι κατηγορούμενοι το γνώριζαν αυτό, διότι δεν διέθεταν κατάλληλες διασυνδέσεις στους διοικούντες την "....", ούτε κατάλληλες πολιτικές γνωριμίες, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠPO-ΠΟ στο όνομα του εγκαλούντος, ούτε τέλος γνώριζαν και συνεργάζονταν με πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μεσολαβούσε στην έκδοση αδειών πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ. ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ το ανωτέρο ωφέλιμο αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς την ως άνω συναυτουργό του αναιρεσείοντος και συγκατηγορούμενή του Α. Μ. του Ε. και της Έ., η οποία δεν έχει ασκήσει αίτηση αναιρέσεως. ΑΝΑΙΡΕΙ και ως προς αυτήν την 5206/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που την κήρυξε ένοχη για από κοινού παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 και της επέβαλε ποινή ενός έτους και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ καθώς και ως προς τη συνολική ποινή που της επέβαλε κατά συγχώνευση. Και ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώα την ως άνω συναυτουργό του αναιρεσείοντος και συγκατηγορούμενή του Α. Μ. του Ε. του ότι: Ενεργώντας μετά από συναπόφαση, από κοινού και με κοινό δόλο, μαζί με τον συγκατηγορούμενό της και αναιρεσείοντα Κ. Ρ. του Σ., αφού παρέστησαν ψευδώς ότι ως εκ των σχέσεων αυτών και εν γένει της επιρροής τους δύνανται να επιτύχουν υπέρ άλλου την σύναψη συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών στο άρθρο 1 του Ν. 5227/1931 αναφερομένων προσώπων ή και ασχέτως προς κάθε σύμβαση να προκαλέσουν οποιαδήποτε πράξη των προσώπων τούτων, των υπαλλήλων, αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, έλαβαν προς τον σκοπό τούτο αμοιβή υπέρ αυτών. Συγκεκριμένα, στην ... και στο ..., στους αναφερόμενους κατωτέρω χρόνους, αφού παρέστησαν στον εγκαλούντα ψευδώς ότι είχαν την δυνατότητα να επιτύχουν από την εταιρία "...." την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ στο όνομά του, αφενός λόγω των πολιτικών γνωριμιών και των διασυνδέσεών τους με τους διοικούντες την εταιρία "....", η οποία συνιστά νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, καθώς λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ως εταιρίας που ασκεί δραστηριότητα κοινής ωφελείας, και αφετέρου λόγω των σχέσεών τους με συνταξιούχο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε μεγάλη δύναμη και είχε βοηθήσει στην έκδοση και άλλων παρόμοιων αδειών, έπεισαν τον εγκαλούντα να τους παραδώσει το χρηματικό ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (55.000€), και συγκεκριμένα δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000€) την 10.3.2009 στη ... και σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ (45.000€) την 10.7.2009 στο ..., προκειμένου οι κατηγορούμενοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, να το παραδώσουν στις ως άνω γνωριμίες και διασυνδέσεις τους ώστε να εκδοθεί γρήγορα η άδεια πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ από την "...." στο όνομα του εγκαλούντος. Όλες, όμως, οι ανωτέρω παραστάσεις των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς και οι κατηγορούμενοι το γνώριζαν αυτό, διότι δεν διέθεταν κατάλληλες διασυνδέσεις στους διοικούντες την "....", ούτε κατάλληλες πολιτικές γνωριμίες, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοση άδειας πρακτορείου ΠPO-ΠΟ στο όνομα του εγκαλούντος, ούτε τέλος γνώριζαν και συνεργάζονταν με πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος μεσολαβούσε στην έκδοση αδειών πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2017. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ