← Ελλάδα

ΑΠ 1493/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1493 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Στοιχεία αδικήματος. Έννοια εικονικού φορολογικού στοιχείου. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχή αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτουν από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) και ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίας, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για αποδοχή εικονικού φορολογικού στοιχείου κατ’ εξακολούθηση. Αριθμός 1493/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Σαββίδου, περί αναιρέσεως της 522/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικειο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1216/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ.α' του Ν.2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ.4 του αυτού άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση δημόσια οικονομική υπηρεσία. Επίσης εικονικό είναι και το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ.η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωσή του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσία αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 522/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του ν.2523/1997 κατ'εξακολούθηση (αποδοχή εικονικών τιμολογίων) σε ποινή φυλάκισης είκοσι δύο
(22)μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. 'Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν) αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά πειστατικά: "Ο κατηγορούμενος ασκούσε ατομική επιχείρησηαγροτικών προϊόντων. Την 30.10.02 στα .... Κοζάνης, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία που τηρούσε τα κάτωθι τιμολόγια πώλησης ης της "....... ΕΠΕ" με το διακριτικό τίτλο ".....": .... Τ.Π αξίας 14395,43 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1151,63 ευρώ, .... Τ.Π αξίας 18630,48 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1490,44 ευρώ, .... Τ.Π αξίας 12873,18 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1029,85 ευρώ, ..... Τ.Π αξίας 4429,97 ευρώ πλέον ΦΠΑ 354,40 ευρώ, ..... Τ.Π αξίας 15343,01 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1227,44 ευρώ, ..... Τ.Π αξίας 12563,19 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1005,66 ευρώ, .....Τ.Π αξίας 14909,35 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1192,75 ευρώ, .... Τ.Π αξίας 17450,16 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1396,01 ευρώ, .... Τ.Π αξίας 12036,98 ευρώ πλέον ΦΠΑ 962,96 ευρώ, ..... Τ.Π αξίας 14040,39 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1123,23 ευρώ, ..... Τ.Π αξίας 15355,70 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1228,46 ευρώ, ..... Τ.Π αξίας 16963, 13 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1357, 05 ευρώ, .... Τ.Π. αξίας 15124, 20 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1209,94 ευρώ και ..... Τ.Π αξίάς 15875,09 ευρώ πλέον ΦΠΑ 1270,01 ευρώ, συνολικής αξίας 199.990, 26 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος φαινόταν να έχει αγοράσει από την "......" αγροτικά προϊόντα. Ωστόσο η παραπάνω εταιρία παρότι είχε κάνει νόμιμη έναρξη εργασιών και είχε θεωρήσει βιβλία, ουδέποτε άσκησε οποιασδήποτε μορφής εμπορία, η δε μοναδική εταίρος αυτής η ........ ουδέποτε ενήργησε οποιαδήποτε εμπορική πράξη και ζούσε σε πάμφτωχη κατάσταση που από μόνη της πρόδιδε ότι δεν μπορεί να προέβαινε σε τόσο μεγάλου ύψους συναλλαγές και να αποκομίζει ως κέρδη εξ αυτών τα αντίστοιχα χρήματα. Την έναρξη δραστηριότητας την έκανε με προτροπή της γνωστής της Γ1, η οποία εκμεταλλεύτηκε το χαμηλό πνευματικό της επίπεδο και την έπεισε να πράξει τούτο χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς έκανε και τι συνέπειες μπορούσε να έχει αυτό. Η έναρξη εμπορίας της "...." έγινε προκειμένου στη συνέχεια να γίνει χρήση των φορολογικών της στοιχείων. Μεταξύ της "...." και του κατηγορουμένου ουδεμία σύμβαση πώλησης συνάφθηκε ποτέ, ούτε βεβαίως έλαβε ποτέ η "..." οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τον κατηγορούμενο, ούτε άλλωστε ο κατηγορούμενος έλαβε εμπορεύματα από την επιχείρηση "....." και εν γένει ουδεμία συναλλαγή υπήρξε μεταξύ τους και τα ανωτέρω αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία της "....." χρησιμοποιήθηκαν από τον Ζ1, συνεργάτη της Γ1 και τον κατηγορούμενο για να νομιμοποιηθούν φορολογικώς συναλλαγές που έλαβαν χώρα μεταξύ του Ζ1 και του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα, αγορές εκ μέρους του κατηγορουμένου από τον Ζ1 αγροτικών προϊόντων. Ο Χ1 γνώριζε ότι τη συναλλαγή έκανε με τον Ζ1 και όχι με την εταιρία "......", όπως συμπεραίνεται από το γεγονός ότι παρότι αγόραζε προϊόντα αξίας άνω των 1500 ευρώ δεν πλήρωνε όπως απαιτεί ο νόμος με δίγραμμες επιταγές, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ποσότητα αγοράς και κυρίως η καταβολή του τιμήματος. Επίσης, δεν του είχε επιδειχθεί ούτε πληρεξούσιο, ούτε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του Ζ1 στην εταιρία, ώστε να μη δικαιολογείται περίπτωση παραπλάνησης του περί ύπαρξης σχέσεως μεταξύ του Ζ1 και της "........". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τα παραπάνω φορολογικά στοιχεία και τα καταχώρησε στα φορολογικά βιβλία που τηρούσε, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι εικονικά, δηλαδή ότι οι καταγεγραμμένες σ' αυτά συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν όχι με την "........" που αναγραφόταν ως εκδότης των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων, αλλά με τον Ζ1...". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων (τιμολογίων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 εδ.α' και 4. Ν.2523/1997, 27 παρ.1 και 98 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα: α) Διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησής του τα αναφερόμενα τιμολόγια πωλήσεως εν γνώσει του ότι ήταν εικονικά, β) Αιτιολογείται με πληρότητα ο δόλος του κατηγορουμένου με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "....Μεταξύ της ".....''και του κατηγορουμένου ουδεμία σύμβαση πώλησης συνάφθηκε ποτέ, ούτε βεβαίως έλαβε ποτέ η "....", οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τον κατηγορούμενο, ούτε άλλωστε ο κατηγορούμενος έλαβε εμπορεύματα από την επιχείρηση "...." και εν γένει ουδεμία συναλλαγή υπήρξε μεταξύ τους κατά ανωτέρω αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία της "......" χρησιμοποιήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Δρίτσα, συνεργάτη της Γ1 και τον κατηγορούμενο για να νομιμοποιηθούν φορολογικώς συναλλαγές μεταξύ του Ζ1 και του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα, αγορές εκ μέρους του κατηγορουμένου από τον Ζ1 αγροτικών προϊόντων. Ο Χ1 γνώριζε ότι τη συναλλαγή έκανε με τον Ζ1 και όχι με την εταιρία ".....", όπως συμπεραίνεται από το γεγονός ότι παρότι αγόραζε προϊόντα αξίας άνω των 1500 ευρώ (προφανώς από παραδρομή αντί του ορθού 15.000 ευρώ) δεν πλήρωνε όπως απαιτεί ο νόμος με δίγραμμες επιταγές, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ποσότητα αγοράς και κυρίως η καταβολή του τιμήματος..." Η αιτιολογία αυτή, ως προς το στοιχείο του δόλου, δεν ήταν απαραίτητη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, για την τιμώρηση του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Γ) Το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που κατ'είδος αναφέρει και δεν ήταν αναγκαία η χωριστή αναφορά και αξιολόγηση του μάρτυρα κατηγορίας .... και του μάρτυρα υπεράσπισης ......, ούτε ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 19 παρ.1 εδ.α' και 4 του Ν. 2523/1497 και 27 παρ.1 του ΠΚ, αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση των ως άνω λόγων πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2006 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ'αριθμ. 522/2006 απόφασης τους Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.