← Ελλάδα

ΑΠ 1499/2013 — Απάτη, Απόφαση παρεμπίπτουσα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1499 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Απόφαση παρεμπίπτουσα. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης. Αδίκημα. Απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω, με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επάρκεια αιτιολογίας για την καταδίκη και για την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη. Ο άμεσος δόλος αιτιολογείται με παράθεση πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν. Στοιχειοθετείται το αδίκημα της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, αφού αυτό δεν πείσθηκε στα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε ο μάρτυρας του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την απόδειξη αυτών που ιστορούσε εν πλήρη επιγνώσει του ψεύδους τους, στην αγωγή του, δεν εξέδωσε οριστική απόφαση και ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης. Η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει το αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται μεν στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αλλά πρέπει να αιτιολογείται, άλλως προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ αλλά και στις διατάξεις του άρθρ. 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει αναίρεση. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντα. Αριθμός 1499/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ράπτη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1208/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Π. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Κουτσουμπάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ)βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστη ή άλλου, καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Εντεύθεν απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του δικαστού σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, ή γνησίων μεν, ψευδών όμως κατά περιεχόμενο, ή με ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, από τα οποία ο δικαστής παρεπλανήθη και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 § 1 ΠΚ "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83)". Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή απόπειρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί εις τοιαύτην αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο. Για την στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται να συντρέχει πλήρως και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή ο δράστης πρέπει να έχει γνώση ως προς το ψευδές των περιστάσεων και να επιδιώκει την επίτευξη παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Και στην απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δεν παραπλανήθηκε το δικαστήριο, παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό ή δεν εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ του δράστη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται. Δεν αποτελεί, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αρ. 1208/2013 (προσβαλλόμενη) απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο της αξιοποίνου πράξεως : α) της απόπειρας απάτης δικαστηρίου με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε ότι, από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, (ο κατηγορούμενος δεν απολογήθηκε διότι εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά - κατά πιστή μεταφορά -"Ο μηνυτής Κ. Π. διατηρούσε περί το έτος 2003 ατομική επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρονικών ειδών στο … επί της οδού … και … αρ. … με υποκατάστημα στην οδό … στο … της αλυσίδας καταστημάτων με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ". Ο κατηγορούμενος Γ. Δ. μετέβη την 4-3-2003 και την 5-3-2003 μαζί με την Α. Κ., για την οποία αργότερα υποστήριξε ότι ήταν λογίστριά του στο επί της οδού ... στο …. κατάστημα του εγκαλούντα προκειμένου να αγοράσουν κινητά τηλέφωνα, Την πρώτη φορά αγόρασε μετά από επικοινωνία με τον εκεί πωλητή Η. Ν. δύο συσκευές κινητών τηλεφώνων μάρκας NOKIA 6100 αντί 1393 ευρώ την δε επομένη (5-3-2003) εξ συσκευές κινητών τηλεφώνων NOKIA 6100 και 7210 αντί τιμήματος 1345 ευρώ. Ο κατηγορούμενος αφού επέδειξε τα στοιχεία της ταυτότητας του όπως προέκυπταν από την αστυνομική του ταυτότητα συμπλήρωσε δύο αιτήσεις προς την Τράπεζα Εργασίας (EUROBANK) Α.Ε για την έκδοση δύο πιστωτικών καρτών MAGNA GERMANOS και την χορήγηση ισόποσης πίστωσης προς το τίμημα αγοράς των κινητών τηλεφώνων συνολικού ποσού 2738 ευρώ. Τον Απρίλιο του έτους 2003 όταν από την Τράπεζα εστάλη η ειδοποίηση πληρωμής με την οποία αυτός (κατηγορούμενος), ως δικαιούχος των πιστωτικών καρτών τις οποίες είχε χρησιμοποιήσει για να αγοράσει με πίστωση του τιμήματος αγοράς τα άνω κινητά τηλέφωνα καλείτο να εξοφλήσει την πρώτη δόση δήλωσε στους γονείς του ότι αγνοούσε την αιτία και προέλευση της οφειλής αυτής. Ενόψει της δήλωσης του αυτής ο πατέρας του προσέφυγε στο AT της περιοχής και επικοινωνία του διοικητή του τμήματος με την Α. Κ. αυτή ανέλαβε να εξοφλήσει το χρέος αυτό. Πλην όμως επειδή δεν το εξόφλησε επανήλθαν στο αστυνομικό τμήμα και εκεί υπέγραψε δήλωση με την οποία αναλάμβανε την υποχρέωση να εξοφλήσει το τίμημα των κινητών τηλεφώνων που είχε αγοράσει με την πιστωτική κάρτα του κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση η Α. Κ. παραδέχθηκε ότι είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του κατηγορουμένου ή είχε χρησιμοποιήσει αντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας ή ότι αυτός ήταν απών στις συναλλαγές αγοράς των τηλεφώνων και εκδόσεως των πιστωτικών καρτών αλλά απλά ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το ποσό του τιμήματος αγοράς των προφανώς διότι τα τηλέφωνα είχαν αγοραστεί για δική της χρήση. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος αν και γνώριζε ότι αυτός είχε εμφανιστεί και υπογράψει την αίτηση εκδόσεως πιστωτικών καρτών και των αποδείξεων πληρωμής των αγορών που είχε πραγματοποιήσει υπέβαλε την από 15-11 -2003 έγκληση του την οποία ενεχείρισε μέσω του πληρεξουσίου του δικηγόρου Νικολάου Κοσκινά και κατήγγειλε τον εγκαλούντα Κ. Π. και την Α. Κ. καθώς και κάθε άλλο άγνωστο υπεύθυνο πρόσωπο ότι από κοινού ενεργούντες διέπραξαν σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της απάτης από κοινού κατά συρροή και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατά συρροή Επίσης, με δεύτερη έγκληση του κατηγόρησε τον Η. Ν. υπάλληλο του καταστήματος "Γερμανός ΑΕ " ότι ενεργώντας μετά από προτροπή και παρακίνηση του Κ. Π. διέπραξε σε βάρος του τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ο τελευταίος της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές. Με το 166/2006 αμετάκλητο βούλευμα μετά την άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος των άνω προσώπων κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία σε βάρος αυτών δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που επισκέφθηκε το κατάστημα Γερμανός μαζί με την Α. Κ. και αφού αγόρασαν τα κινητά τηλέφωνα συνολικής αξίας και αυτός ο ίδιος υπέγραψε την αίτηση έκδοσης πιστωτικών καρτών για την πληρωμή του τιμήματος των προσκομίζοντας και επιδεικνύοντας την αστυνομική του ταυτότητα. Ο κατηγορούμενος όμως δεν περιορίστηκε μόνο στην υποβολή μηνύσεων αλλά άσκησε και την από 14-1-2004 αγωγή του εναντίον της Α. Κ. και του Κ. Π. και της τράπεζας με την επωνυμία 'ΤΡΑΠΕΖΑ EFG ERGASIAS Α.Ε με την οποία ζητούσε να του καταβάλουν το ποσό των 80,000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Παρέστησε δε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της αγωγής του ότι οι περιεχόμενοι στην άνω αγωγή ισχυρισμοί του ήταν αληθείς και ότι δήθεν η Α. Κ. η οποία πριν από πέντε περίπου έτη είχε αναλάβει την διεκπεραίωση των φορολογικών του υποθέσεων χρησιμοποιώντας αντίγραφο του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας κατά την διάρκεια διαδοχικών επισκέψεων της στο επί της οδού …αριθ. … κατάστημα της αλυσίδας ΓΕΡΜΑΝΟΣ ιδιοκτησίας το Κ. Π. και με την βοήθεια και συνεργασία του τελευταίου (ο οποίος δέχθηκε απλό αντίγραφο της αστυνομικής ταυτότητας του κατηγορουμένου και χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του) την υπογραφή δύο αιτήσεων εκδόσεως πιστωτικών καρτών και υπογραφής των αποδείξεως πιστωτικής πληρωμής των τηλεφωνικών συσκευών που αυτή αγόρασε θέτοντας κατ'απομίμηση της γνησίας την υπογραφή του και χωρίς αυτός να το εγκρίνει ή αποδέχεται, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί στην καταβολή του τιμήματος αγοράς αυτών. Για να πείσει δε το δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της αγωγής του επικαλέστηκε την ένορκη εξέταση του πατέρα του Ν. Δ. ο οποίος κατέθεσε ενόρκως τα άνω ψευδή γεγονότα ήτοι ότι η Α. Κ. είχε εμφανιστεί μόνη της στην επιχείρηση του εγκαλούντα και σε συνεργασία μ'αυτόν υπέγραψε χωρίς την έγκριση ή την γνώση του κατηγορουμένου γιου του τις αιτήσεις εκδόσεως πιστωτικών καρτών και των αποδείξεων ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής των. Πάντα τα ανωτέρω έπραξε αν και γνώριζε ότι ήταν ψευδή αφού ο ίδιος αναγνωρίστηκε από τον υπάλληλο της εταιρείας ΓΕΡΜΑΝΟΣ Η. Ν. με τον οποία συνηλλάγη ενώ δεν υπήρχε οποιοδήποτε όφελος για τον ιδιοκτήτη να χρησιμοποιήσει ψευδή στοιχεία για την έκδοση πιστωτικής κάρτας αφού υπήρχε έλεγχος εκ μέρους της πληρώτριας τράπεζας και ενδεχόμενη παραβίαση των όρων εκδόσεως πιστωτικών καρτών από το κατάστημα του θα έθετε σε κίνδυνο την συνεργασία του με την τράπεζα και το όλο σύστημα συναλλαγών μαζί της. Παρά τις προσπάθειες του όμως ο δικάσας δικαστής δεν πείσθηκε στις άνω ψευδείς παραστάσεις του και ανέβαλε την αγωγή του μέχρι περαιώσεως της παρούσης ποινικής διαδικασίας. Με βάση τα ανωτέρω το δικαστήριο έχει πεισθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος της πράξεως για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα. Το αίτημα του για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποφανθεί ειδικός πραγματογνώμονας γραφολόγος για το πρόσωπο που υπέγραψε τις άνω αιτήσεις για την έκδοση των πιστωτικών καρτών MAGNA GERMANOS ΚΑΙ MAGNA GOLD πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο αφού το πρόσωπο το οποίο κατονομάζει ως πλαστογράφο και αναφέρεται στο έγγραφο της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε μετά από εντολή του η γραφολόγος Μ. Κ. δεν ήταν καν παρών την ημέρα της συναλλαγής ενώ έχει πλήρως αποδειχθεί ότι ο συντάκτης και το πρόσωπο που της υπέγραψε ήταν ο κατηγορούμενος. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποφύγει την πληρωμή του υπολοίπου του άνω τιμήματος στην αρχή κατήγγειλε τον εγκαλούντα και την Α. Κ. για να εκδοθεί το 166/2006 απαλλακτικό γι αυτούς βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στην συνέχεια τον εγκαλούντα και τον υπάλληλο του Η. Ν. για να εκδοθεί μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε η ΕΓ 16-06/51/ΤΔ/ 3-1-2003 διάταξη της εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε και η έγκληση του αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη." Ακολούθως του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως τριών

(3)ετών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία και τον υποχρέωσε να πληρώσει στον πολιτικώς ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία, το ποσό των 44 Ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1 ,27,παρ. 1, 42 παρ. 1,46εδ. β! ,83,94 παρ. 1, 224, 386 παρ.1 !ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε ούτε δε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Συγκεκριμένα αιτιολογείται η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο κατηγορούμενος, κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως, ήτοι της παραπλανήσεως του δικαστηρίου, προκειμένου να αποδείξει την ιστορική βάση της από 14-1-2004 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Π., της Α. Κ. και της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG ERGASIAS ΑΕ" και τους ψευδείς ισχυρισμούς που περιεχόταν σε αυτή, (που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως εκτίθεται παραπάνω στο σκεπτικό αυτής), με σκοπό να ζημιώσει την περιουσία των εναγομένων με το ποσό των 80.000 Ευρώ, που ήταν το υλικό αντικείμενο της αγωγής του επ' ωφελεία του, εξετάσθηκε με την επιμέλεια του, για την απόδειξη αυτών ως μάρτυς αποδείξεως, ο πατέρας του Ν. Δ. ,ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αληθείς. Αιτιολογείται επίσης η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος με τις παραδοχές του α)ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος γνώριζε ότι το περιεχόμενο της αγωγής του ήταν ψευδές, διότι είχε αναγνωρισθεί από τον υπάλληλο της εταιρείας ΓΕΡΜΑΝΟΣ" Η. Ν. με τον οποίο έκανε τη συναλλαγή, β) γνώριζε ότι αυτός είχε εμφανισθεί στο ανωτέρω κατάστημα και είχε υπογράψει την αίτηση εκδόσεως πιστωτικών καρτών και των αποδείξεων πληρωμής των αγορών που είχε πραγματοποιήσει και γ)ότι οι εγκλήσεις που είχε υποβάλλει στον αρμόδιο Εισαγγελέα ,όσο αφορά την από 15-11-2003 ,με την οποία κατήγγειλε τον πολιτικώς ενάγοντα Κ. Π. και την Α. Κ. για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης από κοινού και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, εκδόθηκε το υπ' αρ.166/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει σε βάρος τους κατηγορία που κατέστη αμετάκλητο ,όσο αφορά δε την έγκληση του, σε βάρος του Η. Ν., υπαλλήλου του καταστήματος, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως και σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντα Κ. Π. , για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις, μετά από διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση τέθηκε στο αρχείο με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα ως αβάσιμη κατ' ουσία. Αιτιολογείται επίσης η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για την καταδίκη του εγκλήματος της απάτης δικαστηρίου εν αποπείρα, με την παραδοχή του ότι, παρά τις προσπάθειες του ο δικάσας δικαστής δεν πείσθηκε στις άνω ψευδείς παραστάσεις του, δεν εξέδωσε οριστική απόφαση επί της αγωγής του ,αλλά ανέβαλε την έκδοση της μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αξιολόγησε τα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα ,δε προέβη σε συσχετισμό αυτών μεταξύ τους ουδόλως δε έλαβε υπ' όψη του την προσκομισθείσα από αυτόν βεβαίωση της εργοδότριας εταιρείας του με την επωνυμία "…" από την οποία προέκυπτε ότι την ημεροχρονολογία και ώρα που φέρεται ότι έλαβε χώρα η συναλλαγή του στο κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντα, αυτός εργαζόταν στην εταιρεία αυτή, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .Ειδικότερα δε κατά το μέρος που προβάλλει την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο την βεβαίωση της εργοδότριας του εταιρείας, είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη διότι το έγγραφο αυτό, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και διαλαμβάνεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης με τον αρ.5 και τον τίτλο δελτίο παρουσίας προσωπικού λήφθηκε υπ' όψη του δικαστηρίου και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της κρίσης του, περί της ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τη καταδικαστική κρίση του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Μεταξύ των αποδείξεων αυτών είναι και η πραγματογνωμοσύνη, που διατάσσεται κατά τη διάταξη του άρθρου 183 ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέως από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο. Η αποδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού από το δικαστήριο εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να διατάξει το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ! του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α! του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Συμβάσεως αυτής, αν υποβληθεί νομίμως αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και αυτό απορριφθεί χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεωρείται ότι προσβάλλεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και ιδρύεται και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος συνήγορος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλλε στο δικαστήριο της ουσίας εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη ήτοι ζήτησε -κατά πιστή μεταφορά- "να διαταχθεί κατ' άρθρ. 183 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. β! της ΕΣΔΑ να προσκομισθούν ενώπιον του δικαστηρίου σας τα πρωτότυπα των από 4-3-2003 και 5-3-2003 δύο αιτήσεων για την έκδοση καρτώνMAGNA GERMANOS και MAGNA GOLD GERMANOS και να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το υποβαλλόμενο με την παρούσα αίτημα μου, ώστε να διαπιστωθεί ότι 1. Οι από 4-3-2003 και 5-3-2003 δύο αιτήσεις για την έκδοση των καρτών MAGNA GERMANOS και MAGNA GOLD GERMANOS, οι οποίες φέρονται να έχουν συνταχθεί ως προς τα ιδιόγραφα στοιχεία τους και υπογραφεί στις αντίστοιχες ενδείξεις από εμένα δεν φέρουν τη γνήσια γραφή και υπογραφή μου, αλλά τη γραφή και υπογραφή τρίτου προσώπου και ειδικότερα του τρίτου μηνυόμενου Σ. Μ. και 2. Το από 24-4-2003 χειρόγραφο σημείωμα (σχετ. 1 ανωτέρω), στο οποίο αναγράφεται επί λέξει "… ΤΜΗΜΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΡΤΩΝ 24-4-2003 2110 ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΑΓΟΡΑΣ", έχει συνταχθεί από τον Σ. Μ. και να αποδειχθεί η αθωότητα μου για τις αποδιδόμενες σε μένα κατηγορίες". Με αυτό το περιεχόμενο, το αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, το οποίο ήταν σαφές και ορισμένο αφού διαλαμβανόταν σε αυτό το θέμα και το αντικείμενο της αιτούμενης διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και σαφή αιτιολογία που έχει ως εξής "Το αίτημα του για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να αποφανθεί ειδικός πραγματογνώμονας γραφολόγος για το πρόσωπο που υπέγραψε τις άνω αιτήσεις για την έκδοση των πιστωτικών καρτών MAGNA GERMANOS και MAGNA GOLD GERMANOS, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο αφού το πρόσωπο το οποίο κατονομάζει ως πλαστογράφο και αναφέρεται στο έγγραφο της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε μετά από εντολή του η γραφολόγος Μ. Κ., δεν ήταν καν παρών την ημέρα της συναλλαγής, ενώ έχει πλήρως αποδειχθεί ότι ο συντάκτης και το πρόσωπο που της υπέγραψε ήταν ο κατηγορούμενος. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος στη προσπάθεια του να αποφύγει τη πληρωμή του υπολοίπου του άνω τιμήματος, στην αρχή κατήγγειλε τον εγκαλούντα και την Α. Κ. για να εκδοθεί το υπ' αρ. 166/2006 απαλλακτικό γι' αυτούς βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στην συνέχεια τον εγκαλούντα και τον υπάλληλο του Η. Ν. για να εκδοθεί μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε η ΕΓ16-06/51/ΤΔ/3-1-2003, διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε και η έγκληση του αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί του ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, που διαλαμβάνονται στο προοίμνιο της απόφασης ως εκτέθηκαν παραπάνω, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμο το εν λόγω αίτημα, ουδόλως δε στέρησε από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1, 3 β και δ! της ΕΣΔΑ, ώστε να προκαλείται από την απόρριψη αυτή, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή οι νομικές σκέψεις και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία οδηγήθηκε το δικαστήριο της ουσίας, στη κρίση ότι το κατονομαζόμενο ως πλαστογράφος πρόσωπο, δεν ήταν καν παρών την ημέρα της συναλλαγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι ως προαναφέρθηκε στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται στο προοίμνιο αυτής τα αποδεικτικά μέσα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε τόσο τη καταδικαστική του κρίση, όσο και τη κρίση του για την απόρριψη του αιτήματος περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να διαταχθεί και διενεργηθεί η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α! και Δ! του ΚΠΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβιάσεως, με την παραπάνω σκέψη, του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, και του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη που προβλέπεται από την ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι .- Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του νομίμως παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. κατ. 35/2013 αίτηση του Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., οδός … αρ. …, περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 1208/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα
(250)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.