← Ελλάδα

ΑΠ 1502/2018 — Αναιρέσεως απόρριψη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Αβάσιμοι λόγοι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1502 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απόρριψη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Αβάσιμοι λόγοι. Περίληψη: Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως για απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού, τετελεσμένη και σε απόπειρα, ενώπιον Δικαστηρίου και μη, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και η οποία εξακολούθησε επί μακρόν. Λόγοι αναιρέσεως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ευθέως και εκ πλαγίου και υπέρβαση εξουσίας από 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η'. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1502/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1077/15, 2230/14, 2248/16, 410/15, 43/16, 4867/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους:

  1. Α. Ν. χα Α., το γένος Ι. Κ., κάτοικο ...,
  2. Α. Σ. χα Ε. θυγ. Κ., κάτοικο ...,
  3. Ε. Ν. χα Ι. το I. Τ. κάτοικο ...,
  4. Κ. Ν. του Α. κάτοικο ...,
  5. Κ. Ν. του Α., κάτοικο ...,
  6. Μ. Τ. του Δ. κάτοικο ...
  7. Π.-Π. Μ. του Ι. κάτοικο ..., 8.Σ. Μ. του Ι., κάτοικο ...,
  8. Σ. Ν. του Α., κάτοικο ... και
  9. Σ. Ν. του Ι., κάτοικο .... Από αυτούς οι μεν 1η ,3η, 5ος και 9η παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ηλία Αναγνωστόπουλο, Στυλιανό Σταματόπουλο και Λάμπρο Κιτσαρά, οι δε 4η και 10η εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους. Η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζαχαρόπουλο. Η 6η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βαγιανό, η 7η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρος και ο 8ος παραστάθηκε με την 7η αναιρεσείουσα πληρεξούσια δικηγόρο του. Και με πολιτικώς ενάγοντες τους:
  10. ... που εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο Α. Π.,
  11. ... που εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιορδάνης Προυσανίδης,
  12. ... που εκπροσωπείται νόμιμα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον ... Ν. Κ. που παραστάθηκε και διόρισε και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Γεωργάκη και
  13. Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εκπροσωπήθηκε από τους Αθανασούλη Παναγιώτη και Κοσμά Σωτηρία, παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό… και ημερομηνία 16 Μαρτίου 2017 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
  14. Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ .3 του Κ.Ποιν.Δ.. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.. Επομένως, η ασκηθείσα την 16 Μαρτίου 2017 με αριθμό εκθέσεως …2017 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' ...230/2014, 410/2015, 1077/2015, 43/2016, 2248/2016, 4867/2016 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε με την κατηγορουμένη Α. Σ., εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο και με τους λοιπούς κατηγορουμένους Α. Ν., Ε. Ν., Κ. Ν., Κ. Ν., Μ. Τ., Π. - Π. Μ., Σ. Μ., Σ. Α. Ν. και Σ. Ι. Ν. παρόντες και καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο στις 16-2-2017, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Kατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ως γεγονότα νοούνται εξωτερικά πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν, που έχουν συντελεστεί το αργότερο μέχρι τον χρόνο της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη, και όχι ενδιάθετα στοιχεία του δράστη ή πραγματικά περιστατικά που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή κατά της περιουσίας, όταν δημιουργεί χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης που υπάρχει, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα. Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και σε πολιτική δίκη, με παραπλάνηση του Δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σε αυτό αίτηση προς παροχή εννόμου προστασίας, η οποία υποστηρίζεται με την εν γνώσει επίκληση και προσαγωγή ψευδών αποδεικτικών μέσων, ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, αναληθών όμως κατά το περιεχόμενό τους εγγράφων, από τα οποία παραπλανάται ο δικαστής και εκδίδει απόφαση βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου του διαδίκου που εξαπάτησε με τα ψευδή αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με τον ως άνω σκοπό ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε παθών ή o τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος. Από υποκειμενική άποψη, το ανωτέρω έγκλημα έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκομιδή παράνομου περιουσιακού οφέλους του ίδιου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1608/1950, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του Ν. 1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1877/1990 και την παρ. 1 του άρθρου 36 του Ν. 2172/1993, στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται στο άρθρο 386 του Π.Κ., εφόσον αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ως άνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της καθείρξεως και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας καθείρξεως. Με την παρ. 3 του άρθρ. 4 του Ν. 2408/1996, το ποσό των 5.000.000 δραχμών αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές και ήδη, μετά τη διάταξη του άρθρου 5 περ. 7 του Ν. 2943/2001, σε 150.000 ευρώ. Επί των εγκλημάτων στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Α.Ν.1608/1950 για τους καταχραστές του Δημοσίου, εφαρμόζεται και η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν.Δ. 2756/1953, κατά την οποία, οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950 το έγκλημα τελέστηκε κατ' εξακολούθηση με πολλές μερικότερες πράξεις, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιτεύχθηκε ή επιδιώχθηκε ή της ζημιάς που επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, καθώς επίσης και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, ήτοι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που επιδιώχθηκε ή επιτεύχθηκε ή επήλθε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε και όχι το όφελος ή η ζημιά από κάθε μερικότερη πράξη, η οποία κατισχύει ως ειδικότερη διάταξη και δεν καταργήθηκε από τη γενική διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/..., κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Τέλος, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (Ολομ. Α.Π. 50/1990). Εξάλλου, η αθωωτική ποινική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ν.Δ. 53/1974), δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή σε αντιδιαστολή με την αθωότητα του κατηγορουμένου. (Ολομ. Α.Π. 3/2010). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την αθωωτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' ...230/2014, 410/2015, 1077/2015, 43/2016, 2248/2016, 4867/2016 αθωωτικής αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, σχετικά με την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης από κοινού, τετελεσμένης και σε απόπειρα, σε βάρος του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., με ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στο Δημόσιο και στα Ν.Π.Δ.Δ. που υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ, η εκτέλεση της οποίας εξακολούθησε επί μακρό χρόνο και το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επί λέξει, τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 17-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών και κατέστησαν αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι" (ΑΠ 230/1850, ΑΠ 57/1871, ΑΠ 80/1877, Εφ. Αθ. 13502/1855). Όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά το χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου Ελληνικού Κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά στη συνέχεια παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν απ' αυτά ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας Συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους, με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας ενός έτους (ΑΠ 15/1843, ΑΠ 24/1849, ΑΠ 230/1850, ΑΠ 80/1877). Ειδικότερα, στην Αττική, η οποία παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833 με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας (δηλ. από 25-5-1827 έως 31-3-1833) και ειδικότερα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ' όλης της γης που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο αναγνώρισε στους υπηκόους του, Έλληνες και Τούρκους, που κατείχαν νόμιμα κατά το οθωμανικό δίκαιο ακίνητα, ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτά, τα οποία ακολούθως με την περιέλευση της περιοχής στο Ελληνικό Κράτος αναγνωρίστηκαν και από αυτό με το από 21-1/3-2-1830 πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας της Ελλάδας και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 472/1899 Θεμ. ΙΑ'-343, ΑΠ 269/1898 θεμ. Γ-34, Εφ. Αθ 1162/2002 ΝοΒ 2002-1281, Εφ. Αθ. 1518/2002 Ελλ. Δνη 2002-788). Έτσι κατά το έτος 1830 πραγματοποιήθηκε, μεταξύ των άλλων ακινήτων των Οθωμανών, και η τμηματική μεταβίβαση στους πιο κάτω αγοραστές του τσιφλικίου-κτήματος "...", που αποτελείτο από τέσσερα

(4)ζευγάρια γαιών και λοιπά παραρτήματά του. Η έκταση του τσιφλικιού αυτού εκτεινόταν στη δυτική πλευρά του όρους Υμηττός και καταλάμβανε μέρος των σημερινών εδαφικών- διοικητικών ορίων των .... Πρέπει δε να σημειωθεί ότι "τσιφλίκι" επί Τουρκοκρατίας ήταν ιδιωτικό χωριό με τα παραρτήματά του (αλωνότοπους, αγροτικά σπίτια, αποθήκες, μελισσομάνδρες, ζευγάρια καλλιεργησίμων γαιών κ.λπ.). Για το ως άνω τσιφλίκι, κατά τη διάρκεια του έτους 1830, συντάχθηκαν ενώπιον του Χ. Ι. Μ. (Τούρκου Επιτρόπου) τρία χοτζέτια, ήτοι έγγραφα ιδιοκτησίας-πωλητήρια. Με το πρώτο υπ' ... χοτζέτιο ο Ν. Κ. αγόρασε από τον Χ., υιό του Μ. Μ. Μ., ενεργούντα για τον εαυτό του και ως επίτροπο της μητέρας του Κ., 1 και 1/2 από τα 4 ζευγάρια του τσιφλικιού, δύο αγροτικές οικίες, έξι μικρές οικίες και οικόπεδα, δύο αλωνότοπους, τρία ελαιόδενδρα, πύργο, απάντων κειμένων "εν τω ... τσιφλικίω", που συνορεύει με το μοναστήρι του ... έως το δρόμο των ..., με γαίες Μ. Μ. και με δρόμο, με ...) και με δημόσια οδό. Με το δεύτερο δε υπ' αριθ. ... ο ίδιος ως άνω Ν. Κ. αγόρασε από τον Α. Χ., υιό του Μ. Χ., υπό την ιδιότητά του ως επιτρόπου της μητέρας του Χ., 1 ακόμη ζευγάρι του τσιφλικιού ..., το 1/4 μερίδιο επί δύο αγροτικών οικιών, δύο χώρους αλωνίσματος και πύργο, τα δύο και ήμισυ μελισσομάνδρας, το ήμισυ ενός φούρνου ευρισκόμενου πλησίον των οικοπέδων και πέντε ελαιόδεντρα εντός του ως άνω τσιφλικιού, συνορευομένου γύρωθεν με το μοναστήρι του ... έως την οδό ..., με γαίες Μ. Μ., με Ν. Ν. και με δρόμο. Επιπλέον, με το υπ' αριθ. …χοτζέτιο ο Γ. Μ. αγόρασε από τον Κ., υιό του Σ. Α. Α., ως επίτροπο της Φ., θυγατέρας του Μ. Λ. και της ανήλικης θυγατέρας του Ζ., δύο τόπους γεωργικών οικιών, επτά βοσκότοπους, ένα και μισό μερίδιο ενός πύργου και τοσούτο μέρος της αυλής του, αλωνόπεδο, τρία ελαιόδενδρα, μία μελισσομάνδρα, το μισό μερίδιο ενός φούρνου καθώς και το (υπόλοιπο) 1 και 1/2 ζευγάρι γης, "κειμένης εις το αυτό τζιφλίκιον ..., ομού μετά τας χειμερινάς και θερινάς βοσκάς", έτι δε εκτός του τζιφλικίου τούτου, εις τοποθεσίας διαφόρους, πέντε αγρούς, περίπου διακοσίων στρεμμάτων το σύνολον", που συνορεύει από το ένα μέρος με το μοναστήρι του ... έως την οδό ..., από το άλλο μέρος με τις γαίες του Μ. Μ., από το άλλο με ...-Ν. Ν.) και από το τέταρτο μέρος με δημόσιο δρόμο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ναι μεν το "ζευγάρι" ήταν μονάδα μέτρησης αγροτικών εκτάσεων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, που ισοδυναμεί με 80 ή 100 στρέμματα, ανάλογα με το εάν το έδαφος ήταν ομαλό ή ανώμαλο (ΑΠ 261/1981, Γνωμοδότηση 36/1984 του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων), ωστόσο μέγα εριζόμενο ζήτημα ήταν και παραμένει, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ο ορθός τρόπος υπολογισμού της εκτάσεως του κτήματος (τσιφλικίου) "...", ακίνητο το οποίο μεταβιβάστηκε, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, στους δικαιοπαρόχους των εν ως άνω κατηγορουμένων στην παρούσα δίκη, που κατά την πεποίθηση των τελευταίων, πρέπει να βασιστεί με βάση την περιγραφή των ορίων του εν λόγω κτήματος, και ανέρχεται στα 12.700 στρέμματα, το σύνολο της οποίας εκτάσεως, πάντως, αυτοί (κατηγορούμενοι) ρητώς και κατηγορηματικώς δηλώνουν ότι δεν διεκδικούν, κατά τους ισχυρισμούς δε των πολιτικώς εναγόντων βασίζεται στα ζευγάρια γης και ανέρχεται σε 400 στρέμματα. Τα προαναφερθέντα χοτζέτια εγκρίθηκαν με τις υπ' αριθ. ...14-3-1836 αντίστοιχα αποφάσεις της "Επί των κατά την Αττικήν και Εύβοιαν Οθωμανικών Κτημάτων" Επιτροπής, οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα των ως άνω αγοραστών των εν λόγω κτημάτων-ακινήτων. Έργο δε της πιο πάνω Επιτροπής ήταν να ελέγχει αν πράγματι είχαν πωληθεί κτήματα Οθωμανών με τα αληθή όριά τους, ενώ η εισήγησή της ήταν βαρύνουσας σημασίας στις δύο Γραμματείες (Εξωτερικών και Οικονομικών), που επικύρωναν την απόφασή της. Τούτο δε διότι το Ελληνικό Κράτος δεσμευόταν ως μεσεγγυούχο έναντι του αναγνωριζομένου για τυχόν ελαττωματικότητα των τίτλων. Η ως άνω Επιτροπή για την έκδοση της αποφάσεώς της συγκέντρωνε μαρτυρίες και πληροφορίες και επιπλέον απευθυνόταν και στον Οικονομικό Επίτροπο. Όσον αφορά όμως τις κατεχόμενες από τους Οθωμανούς εκτάσεις δια ταπίων, από την αρχή είχε τεθεί θέμα ότι αυτοί (Οθωμανοί) δεν είχαν πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας επί των εν λόγω εκτάσεων. Έτσι, μέχρι να ρυθμισθεί το θέμα αυτό, ετίθετο στερεότυπα εν κατακλείδι στις αποφάσεις της Επιτροπής η φράση "Καθ' όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των δια ταπίων κατεχομένων κτημάτων ο ειρημένος κύριος θέλει υπόκεισθαι εις το ληφθησόμενον γενικόν μέτρον". Το γενικό αυτό μέτρο λήφθηκε αρχικά το έτος 1833 για τους βοσκότοπους-λιβάδια και το έτος 1836 με το Β.Δ. της 17/29-11-1836 και για τα δάση. Ο πιο πάνω όρος τέθηκε και στις προαναφερόμενες υπ' αριθ. ...1836 αποφάσεις της Επιτροπής. Η τελευταία για την έκδοση των αποφάσεών της βασίστηκε κυρίως στο περιεχόμενο των χοτζετίων, στις "εμμαρτύρους εξετάσεις", τις διαταγές "της επί του Β. Οίκου και των Εξωτερικών και της επί των Οικονομικών Β. Γραμματείας της Επικρατείας". Με την υπ' αριθ. ...-3-1836 απόφαση της ως άνω Επιτροπής ο Γ. Μ. αναγνωρίσθηκε, μεταξύ άλλων, κύριος ενός και ημίσεως ζευγαρίου γης στο τσιφλίκι "...", "ομού με τας χειμερινός και θερινάς βοσκάς". Έτσι αδιαμφισβήτητο μεν γεγονός είναι ότι εκδόθηκαν αναγνωριστικές πράξεις ιδιοκτησίας του κτήματος "..." το έτος 1836, ήτοι πριν από 180 συναπτά έτη, ωστόσο, κατά την τελευταία τριακονταετία αντικείμενο της έριδας μεταξύ των διαδίκων, που εξακολουθεί να εκκρεμεί μέχρι σήμερα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων είναι η αξιολόγηση, προεχόντως, των ως άνω πράξεων, αν δηλαδή ως προς τις πιο πάνω αναφερόμενες βοσκές, τα χοτζέτια συνιστούσαν ή όχι νόμιμο τίτλο μεταβιβαστικό του δικαιώματος της κυριότητας, παρά το γεγονός ότι είχαν επικυρωθεί από την ως άνω επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών συσταθείσα Εξεταστική Επιτροπή, και αν είχαν μεταβιβαστεί, πράγματι, ή όχι ποτέ τέτοιες εκτάσεις. Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα συμβόλαια, την 6-3-1833 ο ως άνω Γ. Μ., με το από 6-3-1833 πωλητήριο συμβόλαιο, που επικυρώθηκε από τη Δημογεροντία των Αθηνών την 27- 11-1833, μεταβίβασε στον Δ. Ο. το τμήμα του ως άνω κτήματος (τσιφλικιού) που είχε αγοράσει. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο σχετικό συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο ως άνω πωλητής "πωλεί τα ζευγάρια εις τον ..., τα αγορασμένα καθώς φανερώνει το χοτζέτιο", χωρίς μεν να γίνεται ειδικώς μνεία για χειμερινές ή θερινές βοσκές, πλην όμως περιλαμβάνονται και αυτές, αφού στον τίτλο ιδιοκτησίας του (υπ' αριθ. 317 χοτζέτιο), κατά τα προεκτεθέντα, αναφέρεται ρητώς ότι περιλαμβάνονται οι χειμερινές και θερινές βοσκές και μάλιστα επιπλέον της έκτασης των ζευγαριών. Ακολούθως, ο ως άνω Δ. Ο., με το από 16-9-1833 πωλητήριο συμβόλαιο, που επικυρώθηκε από τη Δημογεροντία των Αθηνών την 29-11-1833, μεταβίβασε το μερίδιό του επί του κτήματος στον Ο. Μ. Α., όπου, ομοίως, δεν γίνεται μεν ειδική αναφορά σε χειμερινές ή θερινές βοσκές, πλην όμως αναφέρεται στα "γνωστά όρια", που αναφέρονται και στο … χοτζέτι. Επίσης, ο ως άνω Ν. Κ., με το υπ' αριθ. ...7-8-1833 πωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο επικυρώθηκε από τη Δημογεροντία των Αθηνών την 4-9-1833, μεταβίβασε το τμήμα του κτήματος ..., που είχε αγοράσει, στον Ο. Μ. Α., ο οποίος έτσι απέκτησε ολόκληρο το κτήμα-τσιφλίκι "...". Στο εν λόγω δε συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο ως άνω πωλητής μεταβίβασε "...τα δύο ήμισυ τετάρτια του τσιφλικιού ονομαζομένου ... με όλα τα εις τούτο ανήκοντα οικοδομημένα τόσον ερείπεια και λοιπά κατά την συμφωνίαν και ισχύν της τότε πωλήσεως και κατά την ισχύν των δύο χοτζετίων...υπ' αριθ. ... του έτους 1832 Νοεμβρίου 23...". Μετά ταύτα ο μοναδικός πλέον ιδιοκτήτης του πιο πάνω κτήματος Ο. Μ. Α., με το υπ' αριθ. ...26-6-1834 συμβόλαιο του ... Ναυπλίου Χ. Π. μεταβίβασε αυτό στον Κ. Ό. Β.. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι μεταβιβάζονται τα κτήματα που περιήλθαν στην κυριότητά του "εις το χωρίον το ονομαζόμενο ... (τσιφλίκι) κείμενα...ως διαλαμβάνονται κατ' έκτασιν και όρια εις τα διαληφθέντα έγγραφα υπ' αριθ. ... αλλά και στο …. χοτζέτια (βλ. σελίδα 3 εν λόγω συμβολαίου), όπου ρητώς οριοθετούνται "από του ... το Μοναστήριον, έως και την οδό ..., από το άλλο με τας γαίας του Μ. Μ. και με την οδόν, από το άλλο με Υμίθιον (Υμηττός) και από το άλλο με δημοσίαν οδόν", όπου και πάλι δεν γίνεται μεν ρητή μνεία για χειμερινές ή θερινές βοσκές, αλλά αφού μεταβιβάστηκε ό,τι περιλαμβάνεται στο … χοτζέτι, εξυπακούεται ότι περιλαμβάνονται και οι βοσκές. Ακολούθως, ο ως άνω Κ. Ό. Β., . με το υπ' αριθ. ...-3-1866 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, πώλησε το παραπάνω κτήμα στον Ι. Σ.. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ως αντικείμενο της αγοραπωλησίας "το κατά τους πρόποδας της δυτικής πλευράς του Υμηττού κείμενο κτήμα ονομαζόμενον ..., συνιστάμενον το κτήμα τούτο από γαίας, αγροτικούς οικίσκους, αλώνια, περιβόλια, δένδρα και άλλα είδη", χωρίς να γίνεται και πάλι ειδική μνεία για θερινές ή χειμερινές βοσκές, ωστόσο οι διαφορές ως προς την παράθεση των όσων περιέχονται μέσα στο κτήμα, χωρίς διαχρονικά να παρατηρείται ουσιώδης μεταβολή της οριοθέτησής του, αντανακλά προδήλως τις διαφορές που προκύπτουν από τη χρήση και εκμετάλλευσή του στην πορεία των ετών και όχι προσθήκη κάποιας νέας έκτασης, που δεν υπήρχε στους αρχικούς τίτλους. Στη συνέχεια, μετά το θάνατο του ως άνω Ι. Σ., το κτήμα (τσιφλίκι) "..." περιήλθε στα πέντε τέκνα του, ο δε απ' αυτούς Ν. Σ. μεταβίβασε το ιδανικό μερίδιο εξ αδιαιρέτου, που περιήλθε σ' αυτόν, στη μητέρα του Χ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...7-1876 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο εν λόγω συμβόλαιο η περιγραφή του μεταβιβαζόμενου κτήματος γίνεται ως εξής : "...ένα χωρίον ή ζευγολατίον ... κείμενον εις την μεσημβρινήν πεδιάδα της πόλεως και του ... και συνορευόμενον γύρωθεν με γαίας του μοναστηριού ... μέχρι της οδού ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Μ. Μ. και με οδόν, με το όρος Υμηττού και με δημοσίαν οδόν μετά των οικοδομών, περιβολιού, δένδρων, δεξαμενών, φρεάτων, αμπέλων, αγρών, νομών, λειβαδιών, ασβεστοκάμινων, λατομείων, δάσους και λοιπών παραρτημάτων και προσαρτημάτων", που από την περιγραφή του πιο πάνω συμβολαίου, επιβεβαιώνεται η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι παρατηρούμενες διαφορές διαχρονικά, στην περιγραφή των συμβολαίων του τι περιλαμβάνονται εντός του επιδίκου κτήματος "...", προκύπτουν από τη χρήση και εκμετάλλευσή του στην πορεία των ετών και όχι σε προσθήκη κάποιας νέας έκτασης, που δεν υπήρχε στους αρχικούς τίτλους. Ακολούθως, η ως άνω Χ. χήρα Ι. Σ., καθώς και οι λοιποί κληρονόμοι αυτού (Ι. Σ.), με το υπ' αριθ. ...30-4-1877 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν το πιο πάνω κτήμα κατά το ανήκον σε καθένα ποσοστό εξ αδιαιρέτου στην Ι. σύζ. Α. Σ.. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται το "...εν τη περιφερεία του ... κατά τους πρόποδας της δυτικής πλευράς του Υμηττού και κατά την μεσημβρινήν πλευράν της πόλεως και του ... κείμενον κτήμα ονομαζόμενον ..., συνιστάμενον εις γαίας, οικίσκους, αλώνια, περιβόλους, δένδρα, δεξαμενάς, φρέατα, αμπέλους, λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία, και δάση και συνορευόμενον γύρωθεν με γαίας της Μονής ... μέχρι της οδού των ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Οθωμανού Μ. και με οδόν και με το όρος Υμηττού και με δημοσίαν οδόν...". Περαιτέρω, η πιο πάνω Ι. συζ. Α. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../26-3-1914 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, δώρησε στα τρία τέκνα της Ε., Μ. και Γ. Σ. "ένα κτήμα γνωστό υπό το όνομα ... κείμενον παρά τους πρόποδας της δυτικής πλευράς του Υμηττού και προς την μεσημβρινή πλευρά της πόλεως των Αθηνών, συνιστάμενο από γαίας, οικίσκους, αλώνια, περιβόλια, δένδρα, δεξαμενάς, φρέατα, αμπέλους, λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση και συνορευόμενον γύρωθεν με γαίας της Μονής ... μέχρι της οδού των ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Οθωμανού Μ. Μ. και κτήμα Π. Μ. (πρώην τεμάχιον ιδιοκτησίας Ι. Α. Σ.), με οδόν και με το όρος Υμηττός και με δημόσιον δρόμον, όσης εκτάσεως εστί...". Ακολούθως, τα ως άνω τέκνα της Ι. συζ. Α. Σ. πώλησαν το κτήμα αυτό στο Μ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../18-7-1914 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο εν λόγω συμβόλαιο, εκτός απ' όσα αναφέρονται στα προηγούμενα συμβόλαια ως προς την περιγραφή του ακινήτου, αναφέρεται ως προς την έκτασή του ότι "το κτήμα τούτο ολόκληρον ή όσης εκτάσεως και αν είναι κατά τα ανέκαθεν γνωστά όριά του". Μετά το θάνατο του ως άνω Μ. Σ. οι κληρονόμοι του μεταβίβασαν το κτήμα ... στον Α. Ν., δυνάμει του υπ' αριθ. .../3-12-1922 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού προηγήθηκε η υπ' αριθ. 78592/1922 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που επέτρεψε την ως άνω πώληση. Στο εν λόγω συμβόλαιο ως προς την έκταση του κτήματος αναφέρεται ότι "το κτήμα τούτο ολόκληρον όσης εκτάσεως και αν είναι....με τα γύρωθεν γνωστά όριά του, όπερ κάλλιον παντός άλλου γνωρίζει ο αγοραστής". Στη συνέχεια το έτος 1924 ο Α. Ν., προτιθέμενος να πωλήσει το κτήμα του στην εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ", προς ίδρυση συνοικισμού υπό την ονομασία "Ηλιούπολη", ζήτησε και έλαβε την .../12-12-1924 άδεια του τότε Υπουργού Γεωργίας. Με βάση την άδεια αυτή συνετάγη και η υπ' αριθ. ...1-1925 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία ο ως άνω Α. Ν. ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στην εταιρεία "..." ολόκληρο το κτήμα "...", πλην εκτάσεως 530 στρεμμάτων περίπου, τα οποία θα παρέμεναν στον πωλητή καθώς και άλλων μικρών εκτάσεων, οι οποίες είχαν ήδη πωληθεί, γίνεται μνεία για κτήμα "εκτάσεως δώδεκα χιλιάδων περίπου στρεμμάτων... συνορευόμενον γύρωθεν με γαίας της Μονής ... μέχρι της οδού ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Μ. Μ. και Π. Μ. και πρώην ιδιοκτησίας Ι. Α. Σ., με οδόν, με κορυφογραμμήν του όρους Υμηττός (όπως πίπτουσιν τα όμβρια επ' αυτού ύδατα προς την Δυτικήν του όρους πλευράν) και με δημοσίαν οδόν Αθηνών-Βουλιαγμένης...". Ωστόσο από το 1925 έως το 1929 ο Α. Ν., οπλισμένος με την ανωτέρω άδεια του Υπουργού Γεωργίας, πούλησε στην παραπάνω εταιρεία, τμηματικά, μέρος του κτήματος εκ συνολικά 2.700 πεδινών και κατάλληλων για οικοδόμηση κατοικιών στρεμμάτων πλέον 300 στρεμμάτων στους εμφυτευτές αμπελιών. Μετά δε το θάνατο του Α. Ν., το έτος 1929, το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου κτήματος εκ 9.374 στρεμμάτων, κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, περιήλθε στη σύζυγό του Π. Ν. και στο θετό τέκνο του Κ. Ν., του οποίου οι εννέα πρώτοι κατηγορούμενοι είναι κληρονόμοι. Για την παραπάνω κληρονομηθείσα έκταση, μάλιστα, οι κληρονόμοι του Α. Ν. πλήρωσαν φόρο κληρονομιάς 25%, ο οποίος φόρος καθορίστηκε τελικά με την υπ' αριθμ. 774/1934 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ακολούθως, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. .../21-11- 1938 άδειας του Υπουργείου Γεωργίας, η ως άνω Π. χήρα Α. Ν. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ιδανικό της μερίδιο επί του κτήματος (1/4 εξ αδιαιρέτου) στο θετό της τέκνο Κ. Ν., δυνάμει του υπ' αριθ. ...24-12-12-1938 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο εν λόγω συμβόλαιο ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται "...το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου...ενός αγροτικού κτήματος εν τη τέως περιφερεία του ... και νυν της κοινότητας Ηλιουπόλεως, κατά την δυτικήν πλευράν του Υμηττού, γνωστού με το όνομα ..., εκτάσεως δώδεκα χιλιάδων στρεμμάτων, πλέον η έλαττον.,.το κτήμα τούτο επωλήθη εις τον Α. Ν. καθ' όρια και ουχί κατά μέτρον, όσης εκτάσεως και αν ήτο και συνορεύει γύρωθεν με γαίας διαλελυμένης ... μέχρι της οδού ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Μ. Μ. και κτήμα Π. Μ. (πρώην τεμάχιο ιδιοκτησίας Ι. Α. Σ.), με οδόν και με όρος Υμηττός (κορυφογραμμήν ένθα το όριον της Κοινότητος Κορωπίου και όριον του εν τη Κοινότητι Γλυφάδας κτήματος κληρονόμων και διαδόχων Κ. Κ.) και δημόσιον δρόμον (παλαιάν οδόν Βουλιαγμένης) και περιλαμβάνει οικοπεδοποιημένας και μη γαίας, οικίσκους, αλώνια, περιβόλια, δένδρα, δεξαμενάς, λατομεία, δάση εντός των ανέκαθεν γνωστών ορίων αυτού...". Οι κατηγορούμενοι, κληρονόμοι τέταρτης γενεάς, ισχυρίζονται ότι είναι κύριοι των επιδίκων ακινήτων, για τα οποία η χρόνια αντιδικία τους με το Ελληνικό Δημόσιο και τους πολιτικώς ενάγοντες Δήμους και ότι καθόσον αφορά τις εναντίον τους κατηγορίες για σφετερισμό δημόσιας γης, επικαλούνται ότι προέβαλαν στις σχετικές δίκες δικαιώματα παράγωγης, άλλως πρωτότυπης κτήσης κυριότητας στα περίπου 198 διάσπαρτα υπολειπόμενα πλέον διεκδικούμενα στρέμματα, που περιλαμβάνονται ήδη στο κατηγορητήριο και δη εντός σχεδίου πόλεως κειμένων, και ότι αυτά είχαν περιέλθει στην κυριότητα του αναφερομένου δικαιοπαρόχου τους Κ. Ν. ως τμήματα του κτήματος(τσιφλικού) "..." δυνάμει των παραπάνω τίτλων. Γεννηθείσης δε αμφισβήτησης της κυριότητας του αμέσου δικαιοπαρόχου - κληρονομουμένου των κατηγορουμένων από τους αντιδίκους τους Ελληνικό Δημόσιο και Δήμους, αυτοί(κατηγορούμενοι) στις σχετικές δίκες, για τις οποίες οι επιλήψιμες και ελεγχόμενες αποφάσεις, τόσο στην περίπτωση των αποδιδομένων τετελεσμένων απατών, για τις οποίες η 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρωθείσα στο Εφετείο με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφασή του και στη συνέχεια και στον Άρειο Πάγο με τις 721/2007 και 722/2007 αρεοπαγιτικές αποφάσεις (στοιχεία 1, 2 κατηγορητηρίου), η 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (στοιχείο 6 κατηγορητηρίου), η 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικυρωθείσα στο Εφετείο με την 187/2004 απόφασή του (στοιχείο 10 κατηγορητηρίου), η 5498/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικυρωθείσα στο Εφετείο με την 7586/... απόφασή του και στη συνέχεια και στον Άρειο Πάγο έχουσα ήδη καταστεί αμετάκλητη με την αρεοπαγιτική υπ' αριθμ. 1529/2000 απόφαση (στοιχείο 11 κατηγορητηρίου) και η 7942/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικυρωθείσα στο Εφετείο με την 8443/2000 απόφασή του και στη συνέχεια και στον Άρειο Πάγο έχουσα, επίσης, καταστεί αμετάκλητη με την αρεοπαγιτικές υπ' αριθμ. 8 και 9/2004 αποφάσεις(στοιχείο 14 κατηγορητηρίου), όσο και στην περίπτωση των σε απόπειρα τελεσθεισών, για τις οποίες οι υπ' αριθμ. 7037/1993 και 2797/2007 προδικαστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(στοιχεία 3, 4 ,5 και 17 κατηγορητηρίου), η 17250/2008 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (στοιχείο 7 κατηγορητηρίου), η 6207/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικυρωθείσα στο Εφετείο με την 10580/1998 απόφασή του και στη συνέχεια και στον Άρειο Πάγο έχουσα ήδη καταστεί αμετάκλητη με την αρεοπαγιτική υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση(στοιχεία 8, 9 και 19 κατηγορητηρίου), οι 6366/2006 και 6365/2006 αναβλητικές αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών (στοιχεία 12 και 13, αντίστοιχα, του κατηγορητηρίου), οι υπ' αριθμ. 48/1996 και 23/1997 απορριπτικές αποφάσεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών (στοιχείο 15 κατηγορητηρίου), η 6822/2009 αναβλητική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (στοιχείο 16 κατηγορητηρίου), ως και η από 1-8-2006 και με αύξ αριθμ. κατάθ. .../2006 κατατεθείσα από την ήδη αποβιώσασα, και μη περιλαμβανόμενη στους κατηγορουμένους Μ. Κ. Ν., χήρα Ι. Μ., αγωγή της κατά ..., η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε και μη εισέτι έχουσα επαναφερθεί προς συζήτηση από τους κληρονόμους της (στοιχείο 18 κατηγορητηρίου), επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τους απώτερους τίτλους του αμέσου δικαιοπαρόχου τους και δη τα προαναφερθέντα υπ' αριθμ. ... και … χοτζέτια, τα οποία και ετέθησαν υπόψη από τους ως άνω αντιδίκους τους και ελέγχθηκε η νομιμότητά τους. Οι πολιτικώς ενάγοντες προς υποστήριξη της κατηγορίας εκφράζουν τη νομική άποψη που εξέθεσαν και στα δικόγραφά τους, τα οποία χρησιμοποίησαν και στις σχετικές δίκες, επί των οποίων οι επιλήψιμες δικαστικές αποφάσεις του κατηγορητηρίου, ότι, δηλαδή, αντικείμενο χοτζετίων μπορούσαν να αποτελέσουν μόνο καθαρές ατομικές ιδιοκτησίες, δηλαδή τα μούλκια, ενώ, αντίθετα, επί εκτάσεων δασικών, βοσκών, καθώς και φυτειών και κτισμάτων, τα χοτζέτια δεν συνιστούσαν νόμιμο τίτλο μεταβιβαστικό του δικαιώματος της κυριότητας, και αν ακόμη είχαν επικυρωθεί από την επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών συσταθείσα Εξεταστική Επιτροπή, καθόσον ο έλεγχος των περί δασών τίτλων έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τη διαδικασία που προέβλεπε ειδικά το Διάταγμα της 17/29-11-1836 περί ιδιωτικών δασών, άλλως τα δάση εθεωρούντο ως αδιαφιλονίκητα εθνικά. Και ότι, επιπλέον, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 3/12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Έτσι, με τις νομικές αυτές παραδοχές, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των κατηγορουμένων δεν απέκτησαν ποτέ κατά πλήρη κυριότητα τις χειμερινές και θερινές βοσκές του τσιφλικιού "...", παρά μόνο τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις του, ήτοι μια συνολική επιφάνεια τεσσάρων
(4)ζευγαρίων, με αδιευκρίνιστα όρια και σε ακαθόριστες θέσεις εντός του τσιφλικιού, δηλαδή μια έκταση που δεν υπερέβαινε τα 400 στρέμματα, αμφισβητώντας συγχρόνως και το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. ...14-3-1836 αποφάσεων της Επιτροπής Οθωμανικών Κτημάτων με τα διαλαμβανόμενα όρια του όλου κτήματος. Ταυτόχρονα προβαίνουν και σε ερμηνευτικό έλεγχο των τίτλων κτήσης της ίδιας χρονικής περιόδου και στη συνέχεια των λοιπών, με αποτέλεσμα να συνάγουν ότι οι τίτλοι αυτοί τυγχάνουν ανακριβείς κατά περιεχόμενο, και με αυτά τα δεδομένα υποστηρίζουν ότι στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στους κατηγορουμένους εγκλήματος της απάτης επί Δικαστηρίω. Ωστόσο όλες οι φερόμενες ως πεπλανημένες δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στους κατηγορουμένους η τέλεση του εγκλήματος της τετελεσμένης απάτης επί Δικαστηρίω, μεταξύ των οποίων και η 187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με τις χαρακτηριστικές σκέψεις της, έχουν ακολουθήσει διαφορετική νομική άποψη έχοντας δεχθεί ότι όλοι οι αγοραστές του κτήματος, έχοντας και επίσημη από αρμόδια αρχή αναγνώριση της κυριότητάς τους, μετά την έκδοση των προαναφερθεισών αποφάσεων (της Επιτροπής Οθωμανικών Κτημάτων) περί αναγνώρισης ως νομίμων κυρίων του κτήματος το έτος 1836 των αρχικών αγοραστών Ν.Κ. και Γ. Μ., επιλήφθηκαν ο καθένας της νομής του εν λόγω κτήματος από την περιέλευσή του σ' αυτούς και συνέχισαν ο καθένας να το νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτεται δικαίωμα τρίτου σ' αυτό και μάλιστα του Δημοσίου, ασκώντας ο καθένας πράξεις νομής σ' αυτό, δηλαδή έχουν αναγνωρίσει ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των κατηγορουμένων κατέστησαν κύριοι του κτήματος ... με τα σαφή όρια που περιγράφουν οι επικυρωθείσες μαρτυρίες, περιλαμβάνοντας χειμερινές και θερινές βοσκές, πέραν των τεσσάρων ζευγαρίων, δηλαδή των καλλιεργήσιμων εκτάσεων του κτήματος, οι δε πολιτικώς ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτές οι αναγνωριστικές πράξεις αφορούσαν μόνο τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, υποστηρίζοντας την άποψη ότι κατά το ισχύον τότε νομικό καθεστώς δεν θα μπορούσαν να αναγνωριστούν ιδιοκτήτες βοσκών, χωρίς την ύπαρξη ταπίου, επιπλέον δε κρίνοντας ως αναξιόπιστες τις μαρτυρίες για τα αληθή όρια του κτήματος. Επομένως η "αποκατάσταση" της πλάνης που αποδίδεται στις ως άνω αποφάσεις επιχειρείται από την πολιτική αγωγή με τη διαφορετική ερμηνεία του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αναγνωριστικές πράξεις της Ελληνικής πολιτείας, καθώς και την αρνητική αξιολόγηση των μαρτυριών που ενσωματώθηκαν σε αυτές και όχι με την ανάδειξη κάποιου νέου στοιχείου, που να αφορά το πραγματικό μέρος της υπόθεσης και να επιδρά στο αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη των Δικαστηρίων. Η επίκληση όμως εκ μέρους των κατηγορουμένων των συγκεκριμένων πράξεων της Διοίκησης του Ελληνικού Κράτους ως νομική και πραγματική βάση, τόσο του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας και των διαδοχικών συμβολαιογραφικών τίτλων, όσο και του πρωτότυπου τρόπου κτήσης Κυριότητας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 386 ΠΚ. Όλες δε οι προαναφερθείσες ως "πεπλανημένες" δικαστικές αποφάσεις εξέτασαν τους νομικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ανάγονται στο ισχύον κατά τα επίμαχα έτη νομικό καθεστώς, όσο και στην ερμηνεία και αξιολόγηση του περιεχομένου αυτών των ως άνω κρίσιμων ατομικών διοικητικών πράξεων ...1836 δια της υπαγωγής αυτών στις οικείες εφαρμοστέες διατάξεις. Αυτοί οι νομικοί ισχυρισμοί δεν συνιστούν αντικειμενικά πράξη εξαπάτησης υπό την έννοια της παράστασης ψευδούς γεγονότος, αλλά θεμιτή προβολή της νομικής βάσης και του ιστορικού τίτλων των δικαιοπαρόχων, εκ των οποίων οι κατηγορούμενοι ως ενάγοντες αντλούν το δικαίωμα κυριότητας, όπως έχουν αποτυπωθεί σε αληθή και γνήσια έγγραφα, που δεν έχουν καν δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά τυγχάνουν μονομερείς πράξεις της Διοίκησης. Το παρόν δε ποινικό δικαστήριο, στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει το βάσιμο ή μη των συγκεκριμένων εμπραγμάτων και συναφών με αυτές αξιώσεων των κατηγορουμένων, που αποτελεί αντικείμενο αστικών δικών ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά τη δικονομική τους συμπεριφορά κατά την επίκληση είτε πλαστών, είτε ανακριβών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων με σκοπό εξαπάτησης του Δικαστηρίου, δηλαδή εν προκειμένω εκφεύγει της αρμοδιότητάς του να αποφανθεί εάν είχαν δικαίωμα ή όχι να προσκομίσουν τη σειρά διαδοχής τίτλων ιδιοκτησίας, που ανάγονται στο έτος 1830 και εντεύθεν, εκτεινόμενοι χρονικά σε περισσότερο από 150 χρόνια, ισχυριζόμενοι μάλιστα ότι οι αρχικοί τίτλοι αυτών (χοτζέτια) έτυχαν πλήρους αναγνώρισης και έγκρισης αρμοδίως από τη Διοίκηση. Αν οι τίτλοι αυτοί πάσχουν ακυρότητα ή νομικό ελάττωμα (γιατί προσκομίστηκαν χοτζέτια και όχι ταπιά στη Διοίκηση) αυτό δεν κατατείνει στην παραγωγή ανακρίβειας κατά το περιεχόμενο του τίτλου. Όλες οι επίμαχες δικαστικές αποφάσεις, που προαναφέρθηκαν, μπορεί να έσφαλαν υποπίπτοντας σε νομικά σφάλματα ερμηνεύοντας κατά διαφορετικό τρόπο τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου. Όμως σε καμία από αυτές δεν μπορεί να γίνει βάσιμα αποδεκτό ότι πλανήθηκαν οι συνθέσεις των δικαστικών σχηματισμών κρίνοντας ότι για την αναγνώριση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κατηγορουμένων δεν χρειάζονταν ταπιά, ενώ δεν μπορεί ούτε κακοπιστία των κατηγορουμένων να στηριχθεί στη διεκδίκηση των δικαίων τους από τη μη επίκληση της κατοχής ταπίων ή και από την πραγματική έλλειψη τοιούτων τίτλων. Επίσης κακοπιστία δεν μπορεί να συναχθεί και από το γεγονός ότι στις δικαστικές τους διενέξεις με τους αντιδίκους τους και νυν πολιτικούς ενάγοντες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, προς ενίσχυση της βασιμότητας των ισχυρισμών τους επικαλέστηκαν αποδεικτικά στοιχεία που εδραίωναν την εύλογη πεποίθησή τους ότι το κτήμα "...", που περιλαμβάνονταν τα διεκδικούμενα από αυτούς με τα ως άνω δικόγραφά τους ακίνητα, για τα οποία οι προαναφερθείσες "πεπλανημένες" δικαστικές αποφάσεις, πέραν των καλλιεργήσιμων γαιών, περιελάμβανε και βοσκήσιμες γαίες άνω των 10.000 στρεμμάτων, εντός των ορίων των αρχικών τίτλων και άρα ότι δεν είχε εμφιλοχωρήσει ούτε καταπάτηση, αλλ' ούτε και επέκταση από τους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους τους, και δη: α) την από 22-6-1876 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ..., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ειδικού Νόμου ΦΟΖ/1876 "περί απαγορεύσεως της βοσκής αιγοπροβάτων εις την περιφέρειαν των δήμων Αθηνών και Πειραιώς" εξαιρώντας τις εκτάσεις που υπερβαίνουν τα 500 στρέμματα, με την οποία (απόφαση) χορηγήθηκε η άδεια βοσκής στο κτήμα "..." 1.000 προβάτων και 2.000 αιγών εξαιρώντας από την απαγόρευση το εν λόγω κτήμα, αμέσως δε, μετά το γεγονός αυτό, δηλαδή την εξαίρεση του κτήματος από την απαγόρευση βοσκής για δυναμικό 3.000 αιγοπροβάτων, μεταβιβάσθηκε τον επόμενο χρόνο
(1877)το κτήμα στην οικογένεια Σ., β)την υπ' αριθμ. ...12-1914 έκθεση του αρχιφύλακα δασών Κ. Κ., η οποία συντάχθηκε στα πλαίσια ειδικής διοικητικής διαδικασίας αδειοδότησης και προήλθε από διενεργηθείσα αυτοψία, στην οποία ο τότε ιδιοκτήτης, προκάτοχος του Ν. υπέδειξε τα όρια, και από την οποία επιβεβαιώνονται τα όρια του κτήματος, ως ακριβώς αντιστοιχούσαν στις δοθείσες μαρτυρίες, επί των οποίων οι προεκτεθείσες υπ' αριθ. ...14-3-1836 αποφάσεις της "Επί των κατά την Αττικήν και Εύβοιαν Οθωμανικών Κτημάτων" Επιτροπής, δηλαδή στους αρχικούς τίτλους, γ)συνδυαστικά δε εκτιμώμενη, τόσο η έκθεση Κ., όσο και η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ... του 1876, με το τοπογραφικό διάγραμμα του Γάλλου μηχανικού A., υπαρκτού εγγράφου που προσκομίστηκε και χρησιμοποιήθηκε από αρμόδια δημόσια αρχή, προκειμένου να εξαιρεθεί το κτήμα ... από την επιβολή απαλλοτρίωσης που επιβλήθηκε το 1920, ενίσχυαν την πεποίθηση των κατηγορουμένων για τα συγκεκριμένα όρια και εμβαδόν του κτήματος αυτού, διατηρούμενα διαχρονικώς σταθερά και αμετάβλητα, χωρίς να αναιρείται η αποδεικτική αξία του παραπάνω χάρτη, επειδή δεν έγινε χρήση του στις συμβολαιογραφικές μεταβιβάσεις του κτήματος μετά το 1877, δ)την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας του 1938, με την οποία δίδεται άδεια διανομής του κτήματος ... και ε) την έκθεση του Δασάρχη Αττικής Τ., το 1951, ο οποίος περιγράφει το κτήμα ... ως εκτάσεως 12.000 στρεμμάτων με όριο την κορυφογραμμή του Υμηττού. Έναντι αυτού του αποδεικτικού υλικού οι πολιτικώς ενάγοντες αντιπαραβάλλουν τα εξής επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, που δήθεν δικαιολογούν τον σχηματισμό πεποίθησης περί ελλείψεως δικαιώματος κυριότητας των κατηγορουμένων στα διεκδικούμενα από αυτούς ακίνητα, ήτοι: α)το υπ' αριθμ. πρωτ..../6-3-1937 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο αναφέρεται ότι απορρίφθηκε αίτημα του Κ. Ν. να του αναγνωριστεί έκταση στη θέση "..." Υμηττού ως τμήμα του κτήματος "...", πλην όμως το έγγραφο αυτό από την επισκόπησή του προκύπτει ότι είναι ένα απλό ενδοϋπηρεσιακό διαβιβαστικό, χωρίς να παρατίθεται το κύριο έγγραφο με το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να συναχθεί αν το Υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε απευθυντέα προς τον Κ. Ν. ατομική διοικητική πράξη απόρριψης κάποιου συγκεκριμένου αιτήματος και, φυσικά, να προκύπτει ο λόγος της απόρριψής του, β) την υπ' αριθμ. πρωτ. .../20-6-1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ο οποίος αποδεχόμενος την υπ' αριθμ. 7/1953 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Δασών, απέρριψε τις από 20-6-1951 και 4-12-1951 αιτήσεις του Κ. Ν., με τις οποίες ζητούσε να αναγνωριστεί ότι σε περίπτωση, κατά την οποία κάποιο κτήμα του είχε ανατολικό όριο την κορυφογραμμή του Υμηττού, αυτός είχε δικαίωμα κυριότητας στις δασικές εκτάσεις της δυτικής πλευράς του Υμηττού. Η απόφαση αυτή, αντιθέτως, επιβεβαιώνει κατά το περιεχόμενό της την πεποίθηση των κατηγορουμένων ότι δικαίως διεκδικούν τα μη δασικά μέρη του κτήματος, καθόσον, κατόπιν οριοθέτησης των δημοσίων εκτάσεων με τσιμέντινα όρια, και μετά ασκηθείσα προσφυγή του Κ. Ν. ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, εξεδόθη η υπ' αριθμ. …/1953 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών, που δικαίωσε εν μέρει τον προσφεύγοντα, αναγνωρίζοντας ιδιοκτησία του (Κ.Ν.) στα κάτω των προπόδων συνορευόμενα με την γραμμή των 6 χιλιομέτρων, που χάραξε ο Υπουργός, από τον Καρέα έως τα σύνορα της Γλυφάδας, τμήματα του κτήματος, εκτάσεως 6.500 στρεμμάτων, όπου και τα επίδικα 198 στρέμματα, γ) το βασιλικό διάταγμα υπ' αριθμ. 31/1955, με βάση το οποίο ανακλήθηκε το προηγούμενο υπ' αριθμ. 16/10-9-1950 διάταγμα, με το οποίο είχε αρθεί η αναδάσωση τμήματος δάσους ανατολικά του κτήματος "..." προς τον Υμηττό, εμβαδού 1.250 στρεμμάτων, επειδή είχε διαπιστωθεί ότι η έκταση αυτή δεν ήταν ιδιωτική και συνεπώς υπαγόταν στην υπ' αριθμ. 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί αναδάσωσης αυτής, ενώ επί της ασκηθείσας προσφυγής του Κ. Ν. κατά του ανακλητικού β.δ/τος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1449/1955 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, που απέρριψε την προσφυγή, απόφαση, ωστόσο, η οποία αφορά ένα μικρό τμήμα του κτήματος ... και δ) την υπ' αριθμ. ...1246/9-9-1984 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η υπ' αριθμ. 36/7-6-1984 Γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και διατάχθηκε η καταγραφή και κατάληψη των οικοπέδων ιδιοκτησίας κληρονόμων Κ. Ν., ως δημοσίων εκτάσεων, και στην οποία (απόφαση) ρητά και κατηγορηματικά αναφέρεται ότι "... οι βασικοί τίτλοι επί των οποίων στηρίζουν τα δικαιώματά τους οι κληρονόμοι Κ. I. Ν., τα υπ' αριθμ. ... και ...1830 χοτζέτια, συνολικής εκτάσεως 4 ζευγαριών ή 320 στρεμμάτων έχουν εξαντληθεί, καθόσον οι εκτάσεις που έχουν πουληθεί από τους κληρονόμους Κ. Ι. Ν. υπερβαίνουν κατά πολύ(πωλήσεις άνω των 5.000 στρεμμάτων) τις εκτάσεις που αναφέρονται στα πιο πάνω χοτζέτια και ως εκ τούτου δεν απομένει έκταση που ανήκει στους κληρονόμους Ι.Ν.". Από καμμία, όμως, διάταξη νόμου ή δικαστηρίου δεν απορρέει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν υποχρέωση ή ότι μπορούσαν να εξαναγκαστούν να αποδεχθούν ως νόμιμη και βάσιμη τη μονομερή αυτή πράξη του Ελληνικού Δημοσίου, που ως δυσμενή ατομική διοικητική πράξη, είχαν δικαίωμα να την προσβάλουν και επιτυχώς την προσέβαλαν, ενώ το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στη με αριθμ. 324/2008 γνωμοδότησή του απεφάνθη, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "...Δια της 8224/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (στοιχ. 1,2 κατηγορητηρίου) εκρίθη, ως και πρωτοδίκως, ότι τα προσβληθέντα πρωτόκολλα καταλήψεως ακινήτων, εκδοθέντα κατόπιν της Δ.3950/1246/19-9-1984 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία, κατ' ακολουθίαν τηρήσεως διαδικασίας εξακριβώσεως των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 25 ΑΝ 1539/1938, δίδεται η εντολή εις την οικονομική εφορία Δημοσίων Κτημάτων να αναλάβει την προστασία των εν λόγω κτημάτων, δεν εκδόθηκαν νομίμως, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται η έκδοση τοιούτων πρωτοκόλλων, ούτε από το άρθρο 34 του ανωτέρω νόμου, το οποίο προβλέπει κατάληψιν εγκαταλελειμμένων υπό των ιδιοκτητών των ακινήτων και όχι ακινήτων κατεχομένων από τρίτους. Με τοιαύτας, ως άνω, σκέψεις απερρίφθη αίτησις του Δημοσίου περί αναιρέσεως της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, δια της υπ' αριθμ.721/2007 οριστικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Η αμετάκλητη δικαστική αυτή κρίσις, κηρύττουσα την ανωτέρω απόφασιν του Υφυπουργού Οικονομικών μη νόμιμον, συνεπώς δε και τας δυνάμει αυτής καταλήψεις ακινήτων δι' οιονδήποτε λόγον, δηλαδή και προς επιχείρησιν επί των καταληφθέντων ακινήτων πράξεων συνιστωσών διοίκησιν ή διαχείρισιν αυτών, πολλώ δε μάλλον διάθεσίν των υφ' οιανδήποτε μορφήν, της εξ αυτών αποχής του δημοσίου αποτελούσης επιβεβλημένην συμμόρφωσιν του προς τα δια της αμετακλήτου αυτής δικαστικής κρίσεως ορισθέντα (ορ. Άρθρ. 1 Ν.3068/2002 "Συμμόρφωσις της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις κ.λπ.")... Η, υπό τοιαύτας νομικάς και πραγματικάς συνθήκας, διάθεσις υπό του δημοσίου του αντικειμένου εκκρεμούς δίκης, έστω και προς κάλυψιν στεγαστικών αναγκών δημοσίων υπηρεσιών, με την προβαλλόμενη υπό της ΚΕΔ προοπτικήν να αντιμετώπιση τας συνεπείας, τυχόν, ήττης του εις την δίκην περί την κυριότητα του ακινήτου, μετά το πέρας της δίκης αυτής, εκτός του ότι δεν προσιδιάζει εις το Δημόσιον, μη δυνάμενον να ενεργεί ως ο μετά κουφότητος συναλλασόμενος ιδιώτης, ή κατ' αντίθεσιν προς τας εις πάσας τας, ενεργείας του εφαρμοζομένας αρχάς της χρηστής διοικήσεως, προκαλεί έλλειμμα της απαραιτήτου δια την εύρυθμον λειτουργίαν της διοικήσεως εμπιστοσύνης των ιδιωτών προς την καθόλου δράσιν της και ιδιαιτέρως την αναγόμενη εις την διαχείρισιν της ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου και μάλιστα την αναμεμιγμένην προς δικαστικώς ανεκκαθαρίστους αξιώσεις ιδιωτών, αποτελούσας αντικείμενα εκκρεμών δικών...". Και, εν προκειμένω, επειδή γίνεται αναφορά για τις αποδιδόμενες πράξεις εξαπάτησης των κατηγορουμένων με τις υπό στοιχ. 1 και 2 μερικότερες πράξεις του κατηγορητηρίου τους, που, μεταξύ άλλων, αφορούν και αποφάσεις περί ακυρώσεως πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, είναι προφανές, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στις προηγηθείσες μείζονες σκέψεις της παρούσας, ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση τους εγκλήματος της απάτης επί δικαστηρίω, αφού παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς τις νομικές προϋποθέσεις έκδοσης πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής δεν νοείται. Περαιτέρω από την επισκόπηση όλων των σχετικών κατατεθέντων δικογράφων, επί των οποίων έχουν εκδοθεί οι φερόμενες ως "πεπλανημένες" αποφάσεις ή με βάση τα οποία φέρεται ότι έγινε προσπάθεια εκ μέρους των κατηγορουμένων να εκδώσουν τέτοιες επιλήψιμες αποφάσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, προκύπτει ότι δεν συνέπραξαν όλοι οι κατηγορούμενοι από κοινού, σε όλες τις περιπτώσεις που τους αποδίδονται, είτε συμμετέχοντες στις δίκες ως κύριοι διάδικοι ή παρεμβαίνοντες σ' αυτές, αλλ' ούτε και αποδείχθηκε ότι άπαντες ενεργούσαν, οπωσδήποτε, πριν από κάθε δικαστική τους ενέργεια, κατόπιν προγούμενης συνεννόησης και συναπόφασης, αλλ' αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, κάποιοι εξ αυτών με άλλους ή κατά μόνας, ενεργούσαν προς υποστήριξη των κοινών τους δικαίων, κατά περίπτωση, και επομένως για τις περιπτώσεις αυτές της μη αποδειχθείσης συμμετοχής τους αυτοί οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Έτσι άπαντες οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι για τις υπό στοιχ. 17η , 18η και 19η αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίω κατ' εξακολούθηση, αφού, όπως προέκυψε, αυτές αφορούν δικόγραφα αγωγών (αναγνωριστικής κυριότητας και αποζημιώσεων για αποστέρηση της ιδιοκτησίας της) αποκλειστικά της μη κατηγορουμένης και αποβιώσασας ήδη Μ. Κ. Ν., χήρας Ι. Μ., χωρίς τη σύμπραξη είτε κατά την κατάθεση των δικογράφων, είτε κατά τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα στις περιπτ. υπό στοιχ. 17 και 19(στην υπό στοιχ. 18 περίπτ. δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση συζήτηση της αγωγής) κάποιου εκ των εν λόγω κατηγορουμένων. Επίσης, αθώοι πρέπει να κηρυχθούν, λόγω μη συμμετοχής τους, με οποιαδήποτε μορφή, στην τέλεση των μερικότερων πράξεων απάτης (τετελεσμένων και σε απόπειρα) επί δικαστηρίω που τους αποδίδονται οι: πρώτη (1η) εκ των κατηγορουμένων Α. χήρα Ε. Σ., το γένος Κ. Ν., για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 4η (σε απόπειρα), που αφορά την από 12-11-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 5ης, 6ης, και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 6η (τετελεσμένη), που αφορά την από 30-8-2006 (με αριθμ. κατάθ. ...2006) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή και ακύρωση πρωτοκόλλου κατάληψης των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων -κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 7η (σε απόπειρα), που αφορά την από 17-2-2005 αίτηση (με αριθμ. κατάθ. .../2005) για άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η υπ' αριθμ. 17250/2008 απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου, υπό στοιχ. 9η (σε απόπειρα) που αφορά την από 27-7-1992 (με αριθ. κατάθ..../1992) αποζημιωτική αγωγή των 2ης, 3ης και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Κ.Α., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 10η (τετελεσμένη) που αφορά την από 17-9-1984 (με αριθμ. κατάθ..../1984) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ... επί της οποίας η θετική υπέρ της ως άνω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό στοιχ. 11η (τετελεσμένη) που αφορά την από 26-6-1995 (με αριθμ. κατάθ....1995) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ της εν λόγω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5498/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 7586/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1529/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 13η (σε απόπειρα)που αφορά την από 2-10-2006 (με αριθμ. κατάθ. ...2006) πρόσθετη παρέμβαση των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων υπέρ του Χ. Π. και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σε ανοιγείσα δίκη ανακοπής κατά ακύρωσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6365/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, και υπό στοιχ. 16η (σε απόπειρα)που αφορά την από 12-12-2007 (με αριθμ. κατάθ. .../2007) διεκδικητική αγωγή συγκυριότητας των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6822/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου περί αναστολής της δίκης, οι εκ των κατηγορουμένων δεύτερη (2η) Ε. χήρα Ι. Ν., Τρίτη (3η) Σ. Ν. του Ι. και τέταρτος(4ος) Κ. Ν. του Ι. για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 4η (σε απόπειρα), που αφορά την από 12-11-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 5ης, 6ης, και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 6η (τετελεσμένη), που αφορά την από 30-8-2006 (με αριθμ. κατάθ. ...2006) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή και ακύρωση πρωτοκόλλου κατάληψης των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 10η (τετελεσμένη) που αφορά την από 17-9- 1984 (με αριθμ. κατάθ..../1984) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ... επί της οποίας η θετική υπέρ της ως άνω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό στοιχ. 11η (τετελεσμένη) που αφορά την από 26-6-1995 (με αριθμ. κατάθ....1995) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ της εν λόγω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5498/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδική με την υπ' αριθμ. 7586/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1529/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 14η (τετελεσμένη) που αφορά την από 24-10-1983 (με αριθμ. κατάθ. .../1983) πρόσθετη παρέμβαση της 1ης των κατηγορουμένων υπέρ της εταιρείας "... ΕΠΕ" και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε ανοιγείσα δίκη διεκδικητική αγωγής κυριότητας, επί της οποίας η θετική υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας -κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 7492/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8443/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 8 και 9/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, και υπό στοιχ. 16η (σε απόπειρα) που αφορά την από 12-12-2007 (με αριθμ. κατάθ. .../2007) διεκδικητική αγωγή συγκυριότητας των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6822/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου περί αναστολής της δίκης, οι εκ των κατηγορουμένων πέμπτη (5η) Α. χήρα Α. Ν., έκτη (6η) Σ. Ν. του Α. και έβδομη (7η) Κ. Ν. του Α. για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 3η και υπό στοιχ. 5η (σε απόπειρα), που αφορούν την από 5-5-1987 (με αριθμ. κατάθ..../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 1ης, 2ης, 3ης, και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως και την από 3-5-1993 (με αριθμ. κατάθ..../ 1993) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 2ης, 3ης, και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου των ... και ... και του Ι.Κ.Α., αντίστοιχα, επί των οποίων εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ.6η (τετελεσμένη), που αφορά την από 30-8-2006.(με αριθμ. κατάθ. ...2006) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή και ακύρωση πρωτοκόλλου κατάληψης των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων - κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 9η (σε απόπειρα) που αφορά την από 27-7-1992(με αριθ. κατάθ. .../1992) αποζημιωτική αγωγή των 2ης , 3'ης και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Κ.Α., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 10η (τετελεσμένη) που αφορά την από 17-9-1984 (με αριθμ. κατάθ..../1984) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ... επί της οποίας η θετική υπέρ της ως άνω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό στοιχ. 11η (τετελεσμένη) που αφορά την από 26-6-1995 (με αριθμ. κατάθ....1995) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ της εν λόγω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5498/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 7586/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1529/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 14η (τετελεσμένη) που αφορά την από 24-10-1983 (με αριθμ. κατάθ. .../1983) πρόσθετη παρέμβαση της 1ης των κατηγορουμένων υπέρ της εταιρείας "... ΕΠΕ" και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε ανοιγείσα δίκη διεκδικητική αγωγής κυριότητας, επί της οποίας η θετική υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας - κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 7492/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8443/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 8 και 9/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, και υπό στοιχ. 16η (σε απόπειρα) που αφορά την από 12-12-2007 (με αριθμ. κατάθ. .../2007) διεκδικητική αγωγή συγκυριότητας των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6822/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου περί αναστολής της δίκης, οι εκ των κατηγορουμένων όγδοη (8η) Π.-Π. Μ. και ένατος(9ος) Σ. Μ. για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 1η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ..../ 2000) αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πρωτοκόλλων κατάληψης των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ.2η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ. .../2000) συναφή με υπό στοιχ. 1η διεκδικητική αγωγή κυριότητας των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά των ..., ... … και ... επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων-κατηγορουμένων ως άνω υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 3η και υπό στοιχ. 5η (σε απόπειρα), που αφορούν την από 5-5-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 1ης, 2ης, 3ης και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως και την από 3-5-1993 (με αριθμ. κατάθ. .../ 1993) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 2ης, 3ης και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου των ... και ... και του Ι.Κ.Α., αντίστοιχα, επί των οποίων εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 4η (σε απόπειρα), που αφορά την από 12-11-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 7η (σε απόπειρα), που αφορά την από 17-2-2005 αίτηση (με αριθμ. κατάθ. .../2005) για άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης, των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η υπ' αριθμ. 17250/2008 απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου, υπό στοιχ. 8η (σε απόπειρα), που αφορά την από 3-6-1992 (με αριθ. κατάθ. .../1992) αποζημιωτική αγωγή των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7η- των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Α.Ε.Δ., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 9η (σε απόπειρα) που αφορά την από 27-7-1992(με αριθ. κατάθ. .../1992) συναφή με την υπό στοιχ. 8η αποζημιωτική αγωγή των 2ης, 3ης και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και. του Ι.Κ.Α., επί της οποίας η ως άνω υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 10η (τετελεσμένη) που αφορά την από 17-9-1984 (με αριθμ. κατάθ. .../1984) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ... επί της οποίας η θετική υπέρ της ως άνω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό στοιχ. 11η (τετελεσμένη) που αφορά την από 26-6-1995 (με αριθμ. κατάθ. ...1995) αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της 10ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ της εν λόγω ενάγουσας-κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5498/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 7586/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1529/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 12η (σε απόπειρα),που αφορά την από 25-9- 2006 (με αριθμ. κατάθ..../2006) ανακοπή των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων ομού μετά του Χ. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για ακύρωση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και αποζημίωσης χρήσης, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6366/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 13η (σε απόπειρα)που αφορά την από 2-10-2006 (με αριθμ. κατάθ....2006) πρόσθετη παρέμβαση των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων υπέρ του Χ. Π. και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στη συναφή με την υπό στοιχ. 12η ανοιγείσα δίκη ανακοπής κατά ακύρωσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6365/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 14η (τετελεσμένη)που αφορά την από 24-10-1983 (με αριθμ. κατάθ. .../1983) πρόσθετη παρέμβαση της 1ης των κατηγορουμένων υπέρ της εταιρείας "... ΕΠΕ" και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε ανοιγείσα δίκη διεκδικητική αγωγής κυριότητας, επί της οποίας η θετική υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας -κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 7492/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8443/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 8 και 9/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, και υπό στοιχ. 15η (σε απόπειρα)που αφορά την από 29-5-1996 (με αριθμ. κατάθ….1996) αίτηση των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας οι υπ' αριθμ. 48/1996 και 23/1997 απορριπτικές αποφάσεις του, και, τέλος, η εκ των κατηγορουμένων δέκατη (10η) Μ. Τ. για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 1η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ. .../ 2000) αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πρωτοκόλλων κατάληψης των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 2η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ. .../2000)συναφή με υπό στοιχ. 1η διεκδικητική αγωγή κυριότητας των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά των ..., ... ... και ... επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων-κατηγορουμένων ως άνω υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 3η και υπό στοιχ. 5η (σε απόπειρα), που αφορούν την από 5-5-1987 (με αριθμ. κατάθ..../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 1ης, 2ης, 3ης, και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως και την από 3-5-1993 (με αριθμ. κατάθ. .../ 1993) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 2ης, 3ης, και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου των ... και ... και του Ι.Κ.Α., αντίστοιχα, επί των οποίων εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 4η (σε απόπειρα), που αφορά την από 12-11-1987 (με αριθμ. κατάθ..../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή των 5ης, 6ης, και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ.6η (τετελεσμένη), που αφορά την από 30-8-2006 (με αριθμ. κατάθ....2006) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή και ακύρωση πρωτοκόλλου κατάληψης των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 7η (σε απόπειρα), που αφορά την από 17-2-2005 αίτηση (με αριθμ. κατάθ. .../2005) για άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η υπ' αριθμ. 17250/2008 απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου, υπό στοιχ.8η (σε απόπειρα), που αφορά την από 3-6-1992(με αριθ. κατάθ. .../1992) αποζημιωτική αγωγή των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Α.Ε.Δ., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 9η (σε απόπειρα) που αφορά την από 27-7-1992(με αριθ. κατάθ. .../1992) συναφή με την υπό στοιχ. 8η αποζημιωτική αγωγή των 2ης, 3ης και 4ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Κ.Α., επί της οποίας η ως άνω υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 12η (σε απόπειρα),που αφορά την από 25-9-2006 (με αριθμ. κατάθ..../2006) ανακοπή των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων ομού μετά του Χ. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για ακύρωση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και αποζημίωσης χρήσης, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6366/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 13η (σε απόπειρα)που αφορά την από 2-10-2006 (με αριθμ. κατάθ....2006) πρόσθετη παρέμβαση των 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων υπέρ του Χ. Π. και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στη συναφή με την υπό στοιχ. 12η ανοιγείσα δίκη ανακοπής κατά ακύρωσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6365/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 14η (τετελεσμένη)που αφορά την από 24-10-1983 (με αριθμ. κατάθ. .../1983) πρόσθετη παρέμβαση της 1ης των κατηγορουμένων υπέρ της εταιρείας "... ΕΠΕ" και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε ανοιγείσα δίκη διεκδικητική αγωγής κυριότητας, επί της οποίας η θετική υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας -κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 7492/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8443/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 8 και 9/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ.15η (σε απόπειρα) που αφορά την από 29-5-1996 (με αριθμ. κατάθ...1996) αίτηση των 1ης, 2ης, 3ης, 4ου, 5ης, 6ης και 7ης των κατηγορουμένων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας οι υπ' αριθμ. 48/1996 και 23/1997 απορριπτικές αποφάσεις του, και υπό στοιχ. 16η (σε απόπειρα)που αφορά την από 12-12-2007 (με αριθμ. κατάθ. .../2007) διεκδικητική αγωγή συγκυριότητας των 8ης και 9ου των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6822/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου περί αναστολής της δίκης. Περαιτέρω από όλα τα προεκτεθέντα στην αρχή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλο το αποδεικτικό υλικό, καθώς και το ανταποδεικτικό, περιλαμβανομένης και της επικληθείσης από όλες τις πλευρές των διαδίκων και αναγνωσθείσης υπ' αριθμ. 4910/1977 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για την διεκδικηθείσα από τον δικαιοπάροχο των κατηγορουμένων Κ. Ν. έκταση των "...", τέθηκαν υπόψη όλων των δικαστικών και εισαγγελικών σχηματισμών, που φέρονται ότι εξέδωσαν ή έγινε προσπάθεια εκ μέρους των κατηγορουμένων να εκδώσουν "πεπλανημένες" αποφάσεις, και επομένως υπήρχε η δυνατότητα σ' αυτούς συγκριτικής αξιολόγησης και πλήρους στάθμισης όλων αυτών των αποδεικτικών μέσων. Ωστόσο με το ίδιο αποδεικτικό υλικό άλλες διεκδικήσεις των κατηγορουμένων ευδοκίμησαν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δικαιώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και οι πολιτικώς ενάγοντες Δήμοι. Κατόπιν αυτού και δοθέντος ότι μέχρι σήμερα για το επίμαχο ζήτημα του πόση ήταν επακριβώς η έκταση του κτήματος "...", που πράγματι περιήλθε στους δικαιοπαρόχους των κατηγορουμένων και εν συνεχεία σ' αυτούς ως καθολικών διαδόχων τους, έχει απασχοληθεί μεγάλος αριθμός δικαστικών συνθέσεων όλων των βαθμίδων, επί σειρά ετών, με αλληλοκρουόμενες αποφάσεις, λόγω της σοβαρής ασάφειας που εμφιλοχωρεί στους αρχικούς τίτλους των επίμαχων τριών χοτζετίων ... και … ως προς την ακριβή έκταση του κτήματος, αλλά και ως προς την οριοθέτησή του, που χρήζουν αναγκαία ερμηνείας του περιεχομένου τους, έργο αποκλειστικά των πολιτικών δικαστηρίων, γεννώνται πολύ σοβαρές αμφιβολίες στο παρόν Δικαστήριο, και δεν μπορεί να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση ως προς το αν οι επίμαχοι τίτλοι των κατηγορουμένων είχαν όντως ψευδές περιεχόμενο. Τις αμφιβολίες αυτές επιτείνει το γεγονός ότι διαχρονικά υπάρχει μεγάλος αριθμός πράξεων της Διοίκησης που δεν αμφισβητούσαν τη συνολική ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων των κατηγορουμένων (επιβολή από το Δημόσιο των αναλογούντων φόρων κληρονομιάς στο σύνολο των κληρονομιαίων ακινήτων από τους κατηγορουμένους και τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους, και εγγραφή για την εξασφάλιση της είσπραξης των φόρων αυτών υποθηκών του Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων ακινήτων κατά τα έτη 1969 με την υπ' αριθμ. .../1969 παροχή υποθήκης υπέρ του Δημοσίου, 1971 με την υπ'αριθμ. .../1971 παροχή υποθήκης υπέρ του Δημοσίου, 1981 με την .../1981 πράξη συναινέσεως εγγραφής υποθήκης, 1982 με την .../1982 πράξη συναινέσεως εγγραφής υποθήκης και 1984 με την .../1984 εγγραφή υποθήκης υπέρ του Δημοσίου, διαδοχικά εκδοθείσες άδειες πώλησης (υπ:αριθμ. ...1922,.../ 1924, .../1938 κ.ά.) των τότε Υπουργών Γεωργίας, κατάτμηση και φορολόγηση της αξίας του κτήματος αυτού, ένταξη σε σχέδιο πόλης τμημάτων του συγκεκριμένου κτήματος, δικαστικές αποφάσεις και δη τις υπ' αριθμ. 829/1967 και 847/1967 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες οι Κ. Ν., Ι. Ν. και άλλοι ιδιοκτήτες οικοπέδων του κτήματος "..." αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως οικοπέδων περιλαμβανομένων στο ίδιο ως άνω κτήμα), εκτός από ορισμένα περιορισμένα τμήματα αυτής, για τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ίδια δικαιώματα και ήγειρε σχετικές αξιώσεις (βλ. ΕφΑΘ 4910/1977 για την περιοχή των "..."). Επομένως, δημιουργουμένης τέτοιας σοβαρής αμφιβολίας, σε συνδυασμό και με το ότι από το προεκτεθέν αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδείχθηκε εκ μέρους κάποιου εκ των κατηγορουμένων επιλήψιμη δικονομική συμπεριφορά κατά την επίκληση είτε πλαστών, είτε ανακριβών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων, κατά την εκάστοτε προσφυγή του ενώπιον της δικαιοσύνης, προς υπεράσπιση των δικαίων του, με σκοπό εξαπάτησης του επιλαμβανόμενού Δικαστηρίου ή της Εισαγγελικής Αρχής, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στους κατηγορουμένους πράξης της απάτης, κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από δράστες, που ενήργησαν επί μακρό χρονικό διάστημα από κοινού, ενώπιον Δικαστηρίου και με παράνομο περιουσιακό όφελος των δραστών και αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 150.000 ευρώ, και ως εκ τούτου αυτοί (κατηγορούμενοι) πρέπει να κηρυχθούν αθώοι και για τις μερικότερες πράξεις, για τις οποίες φέρονται ότι συνέπραξαν από κοινού ως ομόδικοι, είτε κατά μόνας, κατά περίπτωση, παριστάμενοι ενώπιον των Δικαστηρίων ή της Εισαγγελικής Αρχής, και δη ως εξής: Η πρώτη (1η) εκ των κατηγορουμένων Α. χήρα Ε. Σ., το γένος Κ. Ν., αθώα για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 1η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12- 2000 (με αριθμ. κατάθ. .../2000) αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πρωτοκόλλων κατάληψης από κοινού με τους 2η, 3η, 4ο, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 2η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000(με αριθμ. κατάθ. .../ 2000)συναφή με υπό στοιχ. 1η διεκδικητική αγωγή κυριότητας από κοινού με τους 2η, 3η, 4ο, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά των ..., ... ... και ... επί της οποίας η θετική υπέρ των εν λόγω εναγόντων-κατηγορουμένων ως άνω υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 3η και υπό στοιχ. 5η (σε απόπειρα), που αφορούν την από 5-5-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή από κοινού με τους 2η, 3η, και 4° των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως και την από 3-5-1993 (με αριθμ. κατάθ. .../1993) αναγνωριστική συγκυρότητας αγωγή των 2ης, 3ης, και 4ης των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου των ... και ... και του Ι.Κ.Α., αντίστοιχα, επί των οποίων εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ.8η (σε απόπειρα), που αφορά την από 3-6-1992(με αριθ. κατάθ..../1992) αποζημιωτική από κοινού με τους 2η, 3η, 4°, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Α.Ε.Δ., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάβλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 12η (σε απόπειρα),που αφορά την από 25-9-2006 (με αριθμ. κατάθ..../2006) ανακοπή από κοινού με τους των 2η, 3η, 4ο, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων ομού και μετά του Χ. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για ακύρωση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και αποζημίωσης χρήσης, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6366/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 14η (τετελεσμένη) που αφορά την από 24-10-1983 (με αριθμ. κατάθ. .../1983) πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της εταιρείας "... ΕΠΕ" και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε ανοιγείσα δίκη διεκδικητική αγωγής κυριότητας, επί της οποίας η θετική υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και της εν λόγω προσθέτως παρεμβαίνουσας -κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 7492/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8443/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 8 και 9/2004 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, και υπό στοιχ.15η (σε απόπειρα)που αφορά την από 29-5-1996 (με αριθμ. κατάθ...1996) αίτησή της από κοινού με τους 2η, 3η, 4ο, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας οι υπ' αριθμ. 48/1996 και 23/1997 απορριπτικές αποφάσεις του. Οι δεύτερη (2η) Ε. χήρα Ι. Ν., τρίτη (3η) Σ. Ν. του Ι. και τέταρτος(4ος) Κ. Ν. του Ι. κατηγορούμενοι αθώοι για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 1η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000(με αριθμ. κατάθ. .../2000) αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πρωτοκόλλων κατάληψης από κοινού με τους 1η, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ.2η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ..../2000) συναφή με υπό στοιχ.1η διεκδικητική αγωγή κυριότητας από κοινού με τους 1η,5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά των ..., ... ... και ... επί της οποίας η θετική υπέρ των εν λόγω εναγόντων-κατηγορουμένων ως άνω υπ'αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 3η και υπό στοιχ. 5η (σε απόπειρα), που αφορούν την από 5-5-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή από κοινού με την Γ1 των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως και την από 3-5-1993 (με αριθμ. κατάθ..../1993) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου των ... και ... και του Ι.Κ.Α., αντίστοιχα, επί των οποίων εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 7η (σε απόπειρα), που αφορά την από 17-2-2005 αίτηση (με αριθμ. κατάθ. .../2005) για άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από κοινού με τους 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η υπ' αριθμ. 17250/2008 απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου, υπό στοιχ.8η (σε απόπειρα), που αφορά την από 3-6-1992 (με αριθ. κατάθ. .../1992) αποζημιωτική) αγωγή από κοινού με τους 1η, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Α.Ε.Δ., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 9η (σε απόπειρα) που αφορά την από 27-7-1992 (με αριθ. κατάθ..../1992) συναφή με την υπό στοιχ. 8η αποζημιωτική αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Κ.Α., επί της οποίας η ως άνω υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 12η (σε απόπειρα),που αφορά την από 25-9-2006 (με αριθμ. κατάθ..../2006) ανακοπή από κοινού με τους 1η, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων και ομού μετά του Χ. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για ακύρωση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και αποζημίωσης χρήσης, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6366/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 13η (σε απόπειρα) που αφορά την από 2-10-2006 (με αριθμ. κατάθ....2006) πρόσθετη παρέμβασή τους από κοινού με τους 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων υπέρ του Χ. Π. και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στη συναφή με την υπό στοιχ. 12η ανοιγείσα δίκη ανακοπής κατά ακύρωσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6365/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, και υπό στοιχ.15η (σε απόπειρα)που αφορά την από 29-5-1996 (με αριθμ. κατάθ...1996) αίτησή τους από κοινού με τους 1η, 5η, 6η και 7η των κατηγορουμένων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας οι υπ' αριθμ. 48/1996 και 23/1997 απορριπτικές αποφάσεις του. Οι πέμπτη (5η) Α. χήρα Α. Ν., έκτη (6η) Σ. Ν. του Α. και έβδομη (7η) Κ. Ν. του Α. κατηγορούμενες αθώες για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 1η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ. .../2000) αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας πρωτοκόλλων κατάληψης από κοινού με τους 1η, 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των εναγόντων-κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 2η (τετελεσμένη), που αφορά την από 27-12-2000 (με αριθμ. κατάθ. .../2000) συναφή με υπό στοιχ. 1η διεκδικητική αγωγή κυριότητας από κοινού με τους 1η, 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων κατά των ..., ... ... και ... επί της οποίας η θετική υπέρ των εν λόγω εναγόντων-κατηγορουμένων ως άνω υπ' αριθμ. 7480/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8224/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με τις υπ' αριθμ. 721 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 4η (σε απόπειρα), που αφορά την από 12-11-1987 (με αριθμ. κατάθ. .../1987) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας εκκρεμεί η 2797/2007 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπό στοιχ. 7η (σε απόπειρα), που αφορά την από 17-2-2005 αίτηση (με αριθμ. κατάθ. .../2005) για άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης από κοινού με τους 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η υπ' αριθμ. 17250/2008 απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου, υπό στοίχ,8η (σε απόπειρα), που αφορά την από 3-6-1992(με αριθ. κατάθ..../1992) αποζημιωτική αγωγή από κοινού με τους 1η, 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Α.Ε.Δ., επί της οποίας η υπ' αριθμ. 10580/1998 απορριπτική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 240/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπό στοιχ. 12η (σε απόπειρα),που αφορά την από 25-9-2006 (με αριθμ. κατάθ..../2006) ανακοπή από κοινού με τους 1η, 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων και ομού μετά του Χ. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για ακύρωση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και αποζημίωσης χρήσης, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6366/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, υπό στοιχ. 13η (σε απόπειρα) που αφορά την από 2-10-2006 (με αριθμ. κατάθ. ...2006) πρόσθετη παρέμβασή τους από κοινού με τους 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων υπέρ του Χ. Π. και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στη συναφή με την υπό στοιχ. 12η ανοιγείσα δίκη ανακοπής κατά ακύρωσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6365/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου περί αναστολής της δίκης, και την υπό στοιχ. 15η (σε απόπειρα) που αφορά την από 29-5-1996 (με αριθμ. κατάθ...1996) αίτησή τους από κοινού με τους 1η, 2η, 3η και 4ο των κατηγορουμένων για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, επί της οποίας οι υπ' αριθμ. 48/1996 και 23/1997 απορριπτικές αποφάσεις του. Οι εκ των κατηγορουμένων όγδοη (8η) Π.-Π. Μ., και ένατος (9ος) Σ. Μ. αθώοι για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 6η (τετελεσμένη), που αφορά την από 30-8-2006 (με αριθμ. κατάθ....2006) αναγνωριστική συγκυριότητας αγωγή τους και ακύρωση πρωτοκόλλου κατάληψης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ των ως άνω εναγόντων -κατηγορουμένων υπ' αριθμ. 630/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και υπό στοιχ. 16η (σε απόπειρα) που αφορά την από 12-12-2007 (με αριθμ. κατάθ. .../2007) διεκδικητική συγκυριότητας αγωγή τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας η μη οριστική υπ' αριθμ. 6822/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου περί αναστολής της δίκης. Και η δέκατη (10η) εκ των κατηγορουμένων Μ. Τ., αθώα για τις αποδιδόμενες μερικότερες πράξεις απάτης επί δικαστηρίω υπό στοιχ. 10η (τετελεσμένη) που αφορά την από 17-9-1984 (με αριθμ. κατάθ..../1984) αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ... επί της οποίας η θετική υπέρ της εν λόγω ενάγουσας κατηγορουμένης υπ' αριθμ. 5340/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 187/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και υπό στοιχ. 11η (τετελεσμένη) που αφορά την από 26-6-1995 (με αριθμ. κατάθ....1995), επίσης, αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επί της οποίας η θετική υπέρ αυτής υπ' αριθμ. 5498/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 7586/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ήδη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1529/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα το επικουρικώς υποβαλλόμενο αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων για αναβολή της παρούσας δίκης, προκειμένου να κληθούν να καταθέσουν ως μάρτυρες, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠΔ, οι Δικαστές των συνθέσεων που εξέδωσαν τις φερόμενες ως "πεπλανημένες αποφάσεις, ή που φέρεται ότι επιχειρήθηκε να παραπλανηθούν, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δοθέντος ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, για την παρούσα υπόθεση δεν χρειάζονται νέες αποδείξεις. Τέλος, κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι επανειλημμένα αναφέρθηκαν στο επικληθέν και προσκομισθέν από αυτούς και αναγνωσθέν τοπογραφικό σχεδιάγραμμα Γάλλου μηχανικού ονόματι A. του έτους 1877, στο οποίο όπως υποστηρίζουν εξακολουθητικά έχει καταμετρηθεί για πρώτη φορά η έκταση του κτήματος "...", και εμφανίζεται στο σχεδιάγραμμα αυτό να ανέρχεται στα 12.713,875 στρέμματα. Ωστόσο η γνησιότητα του διαγράμματος αυτού αμφισβητήθηκε έντονα από την πλευρά των πολιτικώς εναγόντων, καθόσον τούτο δεν μνημονεύεται στα μεταγενέστερα συμβόλαια, όπως στο με αριθμ. .../1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Η. Τ., με το οποίο αγόρασε ο Σ. από την οικογένεια Σ. τη συγκεκριμένη έκταση, αλλά ούτε και το στο με αριθμό .../1922 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λ., με το οποίο η Μ. χήρα Μ. Σ. πώλησε την ιδιοκτησία της στον Α. Ν.. Επίσης, διότι :α) αναγράφονται σε αυτό σ' Ελληνική γραφή... πλέον των σε Γαλλική γραφή αναγραφομένων και τα ακόλουθα: "Αγορασθέν παρά του κ. Μ. Σ. (εν έτει 1914/18-7 είτα δε παρά κ. Α. Ν. (εν έτει 1922/3-12),... "Μπραχαμίου όριον, όριον ..., όριο Καρέα, όριο Γλυφάδας", και κάποια άλλα όρια, χωρίς την αντίστοιχη γραφή αυτών στη Γαλλική γλώσσα, β) μετάφραση στα ελληνικά επί μέρους αναφερόμενων στα γαλλικά εκτάσεων, όπως "καλλιεργημένες εκτάσεις, άμπελοι, κήποι, γαίαι ακαλλιέργητοι, λατομεία κ.λπ., ήτοι εκτάσεις που συναριθμούν συνολική έκταση 12.713,875 στρεμμάτων", κάτω από την λέξη "υπόμνημα", γ) Αναγράφεται σε αυτό στη Γαλλική γλώσσα οδός Αθηνών- Βάρης, η οποία αναγράφεται στα Ελληνικά ως "...", ενώ η αναφερόμενη ... δεν είχε λάβει ακόμη όνομα κατά το έτος 1877 και συνεπώς η ονοματοδοσία αυτή δεν μπορούσε να αναφέρεται στο συγκεκριμένο σχεδιάγραμμα ,δ) Φέρει στο κάτω δεξιό άκρο του το όνομα A. με ημερομηνία δυσανάγνωστη και κάποια υπογραφή κάτωθι του ονόματος αυτού και ε) την ένδειξη ακριβές αντίγραφο, Αθήνα τη 2-11-1925 κάποιου Μ. Χ.. Περαιτέρω κατά τη δικάσιμο της 23ης Μαϊου 2015 το πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισε και κατέθεσε στο Δικαστήριο το αναγνωσθέν με αριθμ. αναφ. ...11-2-1831 έγγραφο. Το έγγραφο αυτό σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο σώμα του από 20 Μαρτίου 1952 βεβαίωση του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Κ., φέρεται ότι είναι ακριβές αντίγραφο εξ αντιγράφου, εγγράφου που είχε κατατεθεί στο Αρχείο του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου διά της υπ' αριθμ. ...1951 πράξης του κατάθεσης εγγράφου, στην οποία προέβη ο εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων των κατηγορουμένων Κ. Ν.. Το προαναφερόμενο έγγραφο χαρακτηρίζεται στο κείμενο του ως "αντίγραφο εξαχθέν εκ του γραμματείου της παυσάσης επί των εκποιήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Επιτροπής και διδόμενον προς τον αναφερόμενον κ Γ. Μ. κατ' αίτησίν του", με τόπο και ημερομηνία εκδόσεως "Εν Αθήναις τη 31η Ιουλίου 1833", και αναγράφει επακριβώς κατά το ενδιαφέρον σε σχέση με την υπόθεση μέρος αυτού στα ακόλουθα: "Στέλλεται το Τουρκικόν πωλητήριον τον Κ. γιου του Αλβανού Ζ. Α. διά του οποίου επώλησεν επιτροπικός από μέρους της (ήδη γυναικός του) Φ. θυγατρός του Μ. Α., και χηρευούσης γυναικός του Μ. Α. και από μέρους της προγονής αυτού Ζ. θυγατρός του αυτού Μ. Λ. προς τον Καπετάν Γ. Μ. το εκ της περιουσίας αυτού κληρονομικός ανήκον εις αυτάς μερίδιον εκ του τζιφλικίου του ... κειμένου εν τη επαρχία της Αττικής, συνισταμένου από τέσσερα ζευγάρια και συνορεύοντος από το εν μέρος από του ... το Μοναστήριον μέχρι της οδού των ... από το άλλο με τας Γαίας του Μ. Μ. και με τον δρόμο, από το άλλο με το Τηλεβούνι (Υμηττός) και από το άλλο με την δημοσίαν Οδόν (όρα τας μαρτυρίας) τα του ανωτέρω τζιφλικίου του συγκειμένου από τέσσερα ζευγάρια επώλησεν επιτροπικός ο ρηθείς Χ. από μέρους των ειρημένων Φ. και Ζ. το ανήκον εις αυτάς μερίδιον, δηλαδή εν και ήμισυ ζευγάριον γνωστόν κατά τα όρια (ίδε τας μαρτυρίας) δύο ζευγαρο επτά καλύβια, εν και ήμισυ τεταρτημόριον εκ του πύργου και της αυλή αυτού, εν αλώνιον, μια μελισσόμαντραν, τρία εληόδεντρα, προς δε και πέντε χωράφια εκτός του ανωτέρω ενός και ημίσεος ζευγαριού, κείμενα δηλαδή εις την τοποθεσία Καλαμάκι, εν χωράφιον περίπου 80 στρεμμάτων και συνορεύον με τα χωράφια του Γ. Μ. Α., του Α. Γ. Ρ., από δε τα άλλα δύο με την οδόν και ολίγον με το χωράφιον του Χ. Α. και τον ... έτερον χωράφιον περίπου 40 στρεμμάτων συνορεύον με τα χωράφια του Γ. Μ. Α., του Π. Δ. του Μ. και με την οδόν και την τοποθεσία ... Εν χωράφιον περίπου 20 στρεμμάτων, συνορεύον με τα χωράφια του Τ. Γ., του Σ. Ε. με την στράταν της ... και το χωράφι του Θ., και την τοποθεσία ..., εν χωράφιον 30 στρεμμάτων συνορεύον με τα χωράφια του Μ. Κ., του Μ. Μ. και με το βουνόν. Εις την τοποθεσία Τ. έτερον χωράφιον περίπου 30 στρεμμάτων συνορεύον με τα χωράφια του Γ. Τ., του Χ. Α. Κ., και του Θ., διά γρόσια το όλον 7.000 τα οποία και έλαβεν παρά του ειρημένου Κ. Γ. Μ. αγοραστού, αφού παρέδωκεν εις αυτόν το ρηθέν κτήμα, και τον απεκατέστησεν νόμιμον κύριον αυτού την 27ην Βαντζακίου 1246. Συναποστέλουσα και αντίγραφον των μαρτυριών δι' ων επεξεργασθείσα η Επιτροπή τα περί τούτου παρεδέχθη ως νόμιμον την πώλησιν ταύτην, ειδοποιεί συγχρόνως τον πληρεξούσιον ότι ο Λ., πατήρ του Α., ήτο αδελφός του Μ. Μ., του οποίου ο υιός Χ., επώλησε μερίδιον του τσιφλικιού ... προς τον Ν. Κ. Αθήναι τη 11η Φεβρουάριου 1831". Από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου εγγράφου που συντάχθηκε στην Αθήνα την 11 Φεβρουάριου 1831, προκύπτει σαφώς ότι αναφέρεται στην πώληση που έγινε εκ μέρους της Φ. θυγατέρας του Μ. Λ. και Ζ., ανήλικης θυγατέρας του Μ. Λ. προς τον Κ. Γ. Μ., ήτοι στην πώληση που αναφέρεται στο με αριθμό … χοτζέτι, τον οποίο τίτλο επικαλούνται, μαζί με τα προαναφερθέντα άλλα δύο χοτζέτια (με αριθμούς ...) για την απόκτηση κυριότητας επί της επίδικης ιδιοκτησίας από τους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους. Στο προαναφερθέν όμως έγγραφο, το οποίο περιγράφει τα ακίνητα που μεταβιβάστηκαν προς τον Κ. Γ. Μ. εντός του τσιφλικιού ..., καθώς και την έκταση του ενός και ημίσεως ζευγαριού δεν αναγράφονται καθόλου οι χειμερινές και θερινές βοσκές που φέρονται να μεταβιβάστηκαν με το ….. Χοτζέτι και οι οποίες αποτελούν το κυριαρχικό στοιχείο στο οποίο στηρίζουν οι κατηγορούμενοι την επικαλούμενη από αυτούς και τους δικαιοπαρόχους τους έκταση του κτήματος τους. Επίσης, όπως προκύπτει από το σώμα της μετάφρασης του … Χοτζετιού, που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι και αναγνώστηκε, αυτό φέρεται να μεταφράστηκε στην Αθήνα την 9η Φεβρουάριου του έτους 1987 από το συνημμένο σε Αραβικούς χαρακτήρες Τουρκικό κυρωμένο Φωτοαντίγραφο από τον Μεταφραστή Λ. Λ.. Οι πολιτικώς όμως ενάγοντες, σε διαμετρική διάσταση προς τα προαναφερόμενα, προσήγαγαν το με αριθ. πρωτ. .....1/8-7-1980 έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών (Γ7 Μεταφραστικό Γραφείο) προς το Υπουργείο Γεωργίας με θέμα "Επιστρέφονται αμετάφραστοι 6 τουρκικοί τίτλοι αγοραπολητηρίων συμβολαίων που εστάλησαν προς μετάφραση αυτών για λόγους που αναφέρονται στο συνημμένο σχετικό σημείωμα από 26-6-1980 του μεταφραστή της τουρκικής γλώσσας κ. Λ.". Στο με αριθμ. πρωτ. .../26-6-1980 συνημμένο έγγραφο του εν λόγω Λ. Λ. προς τη Διεύθυνση Μεταφραστικής Υπηρεσίας, που επίσης ανεγνώσθη, ο ίδιος ο Λ. Λ. φερόμενος ως Μεταφραστής την 9-2-1987 του … Χοτζετιού, δηλώνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει τα στην παλαιά Οθωμανική γραφή αποσταλλέντα Χοτζέτια (στα οποία περιλαμβάνεται και το 317), γιατί αυτός μόνο τα μετά το έτος 1870 συνταχθέντα μπορεί να αναγνώσει και αυτά εάν είναι καθαρογραμμένα. Προτείνει μάλιστα -όπως έχει κάμει πολλές φορές σε ιδιώτες- μέσω του Ελληνικού Προξενείου της Κωνσταντινούπολης να μεταγραμματίζονται σε συμβολαιογραφείο που έχει υπέργηρους που επιδίδονται στην ανάγνωση και δακτυλογράφηση τέτοιων κειμένων από την παλαιά γραφή στη νέα Τουρκική, την οποία επικυρώνει στη συνέχεια υπεύθυνα ο συμβολαιογράφος. Αναγράφει επιπρόσθετα (την 26-6-1980) ότι μετά την παρέλευση μιας δεκαετίας δεν θα σώζεται πλέον κανείς στην Τουρκία για να μπορεί να αναγνώσει αυτή τη γραφή. Παρά ταύτα, μετά από μια επταετία περίπου, ο ίδιος μεταφραστής του Υπουργείου Εξωτερικών που το έτος 1980 επιστρέφει τα Χοτζέτια αναγνωρίζοντας την προσωπική του αδυναμία της μετάφρασης τους, ανέβλεψε και μετάφρασε τα εν λόγω Χοτζέτια μεταξύ των οποίων και το …, στο οποίο μάλιστα αντίθετα με το από 11-2-1831 έγγραφο που προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο από το Αρχείο του συμβολαιογράφου Κ. συμπεριλαμβάνει και πωληθείσες χειμερινές και θερινές βοσκές. Με δεδομένη, συνεπώς, την ύπαρξη της διαφοροποίησης αυτής στο Χοτζέτι …, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους κατηγορουμένους μετάφρασή του και όσων αναγράφονται στο με αριθμ. ...11-2-1831 έγγραφο που προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο, σχετικά με την ύπαρξη ή μη στο πωλητήριο συμβόλαιο (Χοτζέτι …) θερινών και χειμερινών βοσκών, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, όλα τα μεταγενέστερα μεταβιβαστικά συμβόλαια που αναφέρονται στη μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο Χοτζέτι … και μέχρι το έτος 1866, δεν αναφέρονται καθόλου ρητά σε χειμερινές και θερινές βοσκές, συντρέχει και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου νόμιμη περίπτωση, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 38 ΚΠΔ, και συντασσομένης προς τούτο σχετικής εκθέσεως να διαβιβαστεί η παρούσα με τα πρακτικά της δίκης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, προκειμένου να διερευνηθεί αφενός η γνησιότητα του προαναφερθέντος τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του Γάλλου μηχανικού A. του έτους 1877, αφετέρου εάν η αναγραφή των χειμερινών και θερινών βοσκών στο … Χοτζέτι, περιλαμβάνεται πράγματι στο πρωτότυπο κείμενο αυτού - όπως προκύπτει από την αμφιλεγόμενη μετάφρασή του, ή προσετέθη εκ των υστέρων με τη μετάφραση του, γεγονός που, εάν συμβαίνει, συνιστά έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, για το οποίο το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί το ίδιο για να το δικάσει αμέσως». Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αιτιολογεί σ' αυτήν το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσεώς του. Όπως προαναφέρθηκε δεν χρειαζόταν για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή σε αντιδιαστολή με την αθωότητα του κατηγορουμένου. Επίσης προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ δε αυτών και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και όλα τα προ του έτους 1924 αγοραπωλητήρια συμβόλαια που αφορούν το κτήμα "...", τα οποία μάλιστα αναφέρει και σχολιάζει ένα προς ένα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση του, δέχεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι, από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, αφενός μεν γεννώνται πολύ σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο και δεν μπορεί τούτο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς το αν οι επίμαχοι τίτλοι των κατηγορουμένων είχαν όντως ψευδές περιεχόμενο, αφετέρου δε ότι πείσθηκε και σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι οι κατηγορούμενοι, ως προς τα 198 στρέμματα που είναι τα επίδικα, τα οποία είναι διεσπαρμένα και βρίσκονται σήμερα εντός σχεδίου πόλεως και για τα οποία έγιναν οι δίκες στις οποίες οι κατηγορούμενοι προσκόμισαν τους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους, είχαν την εύλογη πεποίθηση ότι αυτά περιλαμβάνονται στους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους και ότι οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν την κυριότητά τους και με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο, την εύλογη δε αυτή πεποίθηση των κατηγορουμένων ότι τα ως άνω επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονταν στους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους, τους οποίους και προσκόμισαν προς απόδειξη της κυριότητάς τους, την στηρίζει στα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως: α) στην από 22-6-1876 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ..., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ειδικού Νόμου ΦΟΖ/1876 "περί απαγορεύσεως της βοσκής αιγοπροβάτων εις την περιφέρειαν των δήμων Αθηνών και Πειραιώς" εξαιρώντας τις εκτάσεις που υπερβαίνουν τα 500 στρέμματα, με την οποία (απόφαση) χορηγήθηκε η άδεια βοσκής στο κτήμα "..." 1.000 προβάτων και 2.000 αιγών εξαιρώντας από την απαγόρευση το εν λόγω κτήμα, αμέσως δε, μετά το γεγονός αυτό, δηλαδή την εξαίρεση του κτήματος από την απαγόρευση βοσκής για δυναμικό 3.000 αιγοπροβάτων, μεταβιβάσθηκε τον επόμενο χρόνο
(1877)το κτήμα στην οικογένεια Σ., β) στην υπ' αριθμ. ...12-1914 έκθεση του αρχιφύλακα δασών Κ. Κ., η οποία συντάχθηκε στα πλαίσια ειδικής διοικητικής διαδικασίας αδειοδότησης και προήλθε από διενεργηθείσα αυτοψία, στην οποία ο τότε ιδιοκτήτης, προκάτοχος του δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων Ν. υπέδειξε τα όρια, και από την οποία επιβεβαιώνονται τα όρια του κτήματος, ως ακριβώς αντιστοιχούσαν στις δοθείσες μαρτυρίες και στα υπ' αριθ. ... και … χοτζέτια, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. ...14-3-1836 αποφάσεις της "Επί των κατά την Αττικήν και Εύβοιαν Οθωμανικών Κτημάτων" Επιτροπής, δηλαδή στους αρχικούς τίτλους των απωτέρων διακιοπαρόχων των κατηγορουμένων, γ) στην έκθεση Κ. και στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ... του 1876, με το τοπογραφικό διάγραμμα του Γάλλου μηχανικού A., υπαρκτού εγγράφου που προσκομίστηκε και χρησιμοποιήθηκε από αρμόδια δημόσια αρχή, προκειμένου να εξαιρεθεί το κτήμα "..." από την επιβολή απαλλοτρίωσης που επιβλήθηκε το 1920, δ) στην απόφαση του Υπουργού Γεωργίας του 1938, με την οποία δίδεται άδεια διανομής του κτήματος "..." και ε) στην έκθεση του Δασάρχη Αττικής Τ., το 1951, ο οποίος περιγράφει το κτήμα "..." ως εκτάσεως 12.000 στρεμμάτων με όριο την κορυφογραμμή του Υμηττού και στ) στην υπ' αριθμ. πρωτ. .../20-6-1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ο οποίος αποδεχόμενος την υπ' αριθμ. 7/1953 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Δασών, απέρριψε τις από 20-6-1951 και 4-12-1951 αιτήσεις του δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων Κ. Ν., με τις οποίες ζητούσε να αναγνωριστεί ότι σε περίπτωση, κατά την οποία κάποιο κτήμα του είχε ανατολικό όριο την κορυφογραμμή του Υμηττού, αυτός είχε δικαίωμα κυριότητας στις δασικές εκτάσεις της δυτικής πλευράς του Υμηττού, με την οποία απόφαση επιβεβαιώνεται κατά το περιεχόμενό της η πεποίθηση των κατηγορουμένων ότι δικαίως διεκδικούν τα μη δασικά μέρη του κτήματος, καθόσον, κατόπιν οριοθέτησης των δημοσίων εκτάσεων με τσιμέντινα όρια, και μετά από προσφυγή του δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων Κ. Ν. ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, εκδόθηκε η υπ' .../1953 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών, που δικαίωσε εν μέρει τον προσφεύγοντα δικαιοπάροχό τους, αναγνωρίζοντας ως ιδιοκτησία του τα κάτω των προπόδων του Υμηττού συνορευόμενα με την γραμμή των 6 χιλιομέτρων, που χάραξε ο Υπουργός, από τον Καρέα έως τα σύνορα της Γλυφάδας, τμήματα του κτήματος, εκτάσεως 6.500 στρεμμάτων, όπου βρίσκονται και τα επίδικα 198 στρέμματα. Ενόψει τούτων, καταλήγει στην κρίση ότι "... από το προεκτεθέν αποδεικτικό υλικό ουδόλως αποδείχθηκε εκ μέρους κάποιου εκ των κατηγορουμένων επιλήψιμη δικονομική συμπεριφορά κατά την επίκληση είτε πλαστών, είτε ανακριβών κατά περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων, κατά την εκάστοτε προσφυγή του ενώπιον της δικαιοσύνης, προς υπεράσπιση των δικαίων του, με σκοπό εξαπάτησης του επιλαμβανόμενου Δικαστηρίου ή της Εισαγγελικής Αρχής ...". Από τις παραδοχές αυτές, προκύπτει ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση και δεν πείσθηκε ούτε για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, αφού δεν πείσθηκε και δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι είχαν αναληθές περιεχόμενο οι τίτλοι ιδιοκτησίας και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελικές Αρχές για να αποδείξουν την κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων, αλλ' ούτε και για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης, αφού πείσθηκε και αιτιολογημένα δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την εύλογη πεποίθηση ότι τα επίδικα ακίνητα των 198 στρεμμάτων, τα οποία βρίσκονταν διεσπαρμένα εντός του σχεδίου πόλεως, ενέπιπταν στα όρια των τίτλων ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων, τους οποίους προσκόμισαν στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελικές Αρχές με βάση την πεποίθησή τους αυτή. Κανένα λογικό κενό δεν εμφανίζει η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτή δέχεται με σαφήνεια ότι τα επίδικα ακίνητα των 198 στρεμμάτων, δεν βρίσκονται στα 12.700 στρέμματα που εκτείνονται μέχρι την κορυφογραμμή του Υμηττού, αλλά στα 6.500 στρέμματα που βρίσκονται κάτω από τους πρόποδες του Υμηττού, που συνορεύουν με την γραμμή των 6 χιλιομέτρων που χάραξε ο Υπουργός Γεωργίας από τον Καρέα μέχρι τα σύνορα της Γλυφάδας, τα οποία αναγνώρισε ως ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου τους Κ. Ν., μετά από προσφυγή του τελευταίου, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την υπ' .../1953 απόφασή του. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι επίμαχες δικαστικές αποφάσεις μπορεί να έσφαλαν υποπίπτοντας σε νομικά σφάλματα, πλην όμως σε καμία από αυτές δεν μπορεί να γίνει βάσιμα αποδεκτό ότι οι συνθέσεις των δικαστηρίων παραπλανήθηκαν από τους κατηγορουμένους και δέχθηκαν ότι για την αναγνώριση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί των επίδικων ακινήτων δεν χρειάζονταν ταπία, γίνεται με την έννοια ότι δεν μπορεί να στοιχειθετηθεί απάτη επί Δικαστηρίου με παραπλάνηση του Δικαστηρίου επί νομικού θέματος, δηλαδή με παραπλάνηση επί της ερμηνείας του νόμου, αλλά μόνον με την επίκληση και προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών στοιχείων, εν γνώσει της αναλήθειάς τους και δεν βρίσκεται σε αντίφαση με τη σαφή παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν πείσθηκε και δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι το περιεχόμενο των τίτλων ιδιοκτησίας που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελικές αρχές προς υποστήριξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους ήταν αναληθές. Επίσης, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ως προς τα εμπράγματα δικαιώματα των κατηγορουμένων εκδόθηκαν από τα πολιτικά Δικαστήρια αλληλοκρουόμενες αποφάσεις λόγω της σοβαρής ασάφειας που εμφιλοχωρεί στους αρχικούς τίτλους των επίμαχων τριών χοτζετίων με αριθμούς ... και … ως προς την ακριβή έκταση του κτήματος "..." και ως προς την οριοθέτησή του, γίνεται για να αιτιολογήσει το Δικαστήριο της ουσίας, έτι περαιτέρω, ότι δεν πείσθηκε και δεν σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι το περιεχόμενο των τίτλων ιδιοκτησίας που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι προς υποστήριξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους ήταν αναληθές και από πουθενά δεν προκύπτει ότι με την αναφορά αυτή δέχεται το Δικαστήριο ότι οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς, που φέρονται ότι παραπλανήθηκαν, είχαν την δυνατότητα να αποφύγουν την πλάνη καταβάλλοντας τη σύνηθη επιμέλεια και προσοχή, αφού το Δικαστήριο της ουσίας απάλλαξε τους κατηγορουμένους, επειδή δεν πείστηκε ότι είχαν αναληθές περιεχόμενο οι τίτλοι που προσκόμισαν και επειδή, σε κάθε περίπτωση, οι κατηγορούμενοι είχαν την εύλογη πεποίθηση ότι οι τίτλοι που προσκόμισαν είχαν αληθές περιεχόμενο και ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και όχι για μη στοιχειοθέτηση της απάτης λόγω μη υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθών και της βλάβης που επήλθε σε ξένη περιουσία. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη έχει την απαιτούμενη για αθωωτική απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι ελλιπής, ούτε ενδοιαστική, αλλ' ούτε περιέχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του άρθρου 386 του Π.Κ. και ως εκ τούτου δεν στερείται νόμιμης βάσης. Άλλωστε, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την εύλογη πεποίθηση ότι τα επίδικα ακίνητα των 198 στρεμμάτων ενέπιπταν στους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων, από μόνη της, αρκούσε για να στηρίξει αυτοτελώς την απαλλακτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ενόψει τούτων, οι λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εκ πλαγίου εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή έχει μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά το νόμο όροι. Στην πρώτη περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολομ. Α.Π. 3/2005, 1/2008). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ. ενδεικτικά αναφέρει μόνο μερικές περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, όπως, όταν α) το δικαστήριο αποφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, β) έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που υπάγεται σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, γ) έκρινε για την πολιτική αγωγή, δ) καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 60 του Κ.Ποιν.Δ., το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Κατά δε το επόμενο άρθρο 61 του Κ.Ποιν.Δ., όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες, κατά ρητή διάταξη του νόμου, αναστέλλεται η ποινική δίωξη μέχρις ότου αποφανθεί το πολιτικό δικαστήριο επί προδικαστικού ζητήματος, το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, έχει δε την ευχέρεια κατά το ως άνω άρθρο 61 του Κ.Ποιν.Δ., όταν εκκρεμεί πολιτική δίκη για τέτοιο ζήτημα, να αναβάλει μέχρι πέρατος αυτής την ποινική δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, αντικείμενο της ποινικής δίκης δεν ήταν η κυριότητα ή όχι των κατηγορουμένων επί των επίδικων ακινήτων, αλλά το αν οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το έγκλημα της απάτης στο Δικαστήριο και αν εξαπάτησαν του δικαστές με την εν γνώσει τους προσκόμιση αναληθών κατά το περιεχόμενό τους τίτλων ιδιοκτησίας, οπότε για τη διάγνωση του τελευταίου αυτού ζητήματος δεν προέκυψε ως αναγκαία η επίλυση στην ποινική δίκη του αστικής φύσεως ζητήματος της κυριότητας ή μη των κατηγορουμένων επί των επίδικων ακινήτων, αλλ' αρκούσε για την κρίση αν τελέστηκε από μέρους των κατηγορουμένων η αξιόποινη πράξη της απάτης το αν επικαλέστηκαν εν γνώσει τους αναληθείς κατά το περιεχόμενό τους τίτλους με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για το θέμα του αν ενέπιπταν ή μη στους τίτλους ιδιοκτησίας τους τα επίδικα ακίνητα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερεύνησε ένα προς ένα τους τίτλους ιδιοκτησίας που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι για να στηρίξουν την κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων επί των επίδικων ακινήτων και τελικά κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους επειδή δεν πείστηκε ότι είχαν αναληθές περιεχόμενο οι τίτλοι που προσκόμισαν στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελικές Αρχές και επειδή, σε κάθε περίπτωση, πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την εύλογη πεποίθηση ότι οι τίτλοι που προσκόμισαν στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελικές Αρχές είχαν αληθές περιεχόμενο και ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν για να στηρίξει την αθωωτική κρίση του να ερευνήσει στην ποινική δίκη και το αστικής φύσεως ζήτημα της κυριότητας ή μη των κατηγορουμένων επί των επίδικων ακινήτων, αφού αυτό δεν ήταν αναγκαίο για να καταλήξει στην αθωωτική για τους κατηγορούμενους κρίση του. Κατά συνέπεια, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δεν αποφάνθηκε επί του αστικής φύσεως ζητήματος της κυριότητας ή μη των κατηγορουμένων επί των επίδικων ακινήτων, το οποίο ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, κρίνοντας ότι δεν χρειαζόταν να το ερευνήσει και να αποφανθεί γι' αυτό προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική κρίση του επί της ποινικής υποθέσεως της απάτης, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο περί του εναντίου λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας επειδή δεν αποφάνθηκε το Δικαστήριο της ουσίας για το αν είναι κύριοι ή όχι των επίδικων ακινήτων οι κατηγορούμενοι, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Μαρτίου 2017 και με αριθμό εκθέσεως …2017 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' ...230/2014, 410/2015, 1077/2015, 43/2016, 2248/2016, 4867/2016 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2017. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.