Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1508 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την αίτηση για επανάληψη διαδικασίας 525 επ. ΚΠΔ, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως. Απαιτούνται νέα, άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές. Απορρίπτει την αίτηση. Αριθμός 1508/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1375/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 528/18-11-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 485 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 5/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και εκθέτω τα εξής: Με το ανωτέρω βούλευμα, απορρίφθηκε η από 16-5-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη υπέρ αυτού της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση 1751/17-12-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως. Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον αιτούντα στις 29-7-2008, με δήλωσή του στον γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Ναυπλίου, παραδεκτώς, νομοτύπως και εμπροθέσμως (εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 23-7-2008) σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 484 και 528 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ. Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507, ΑΠ 1240/2006 Π.Χ ΝΖ 438). Εξάλλου, η κατά τις διατάξεις των άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της κατά το άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την κατά το άρ. 525 παρ. 1 περ. 2 του ίδιου κώδικα αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει όταν εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα άνω, γεγονότων και αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την απόφαση 1751/17-12-2002 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, που έχει καταστεί αμετάκλητη (αφού η έφεση κατ'αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 931/04 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου για την οποία παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της αναίρεσης) καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και οκτώ μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση, ζήτησε με την από 16-5-2008 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του αρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, επικαλούμενος ως "νέα" στοιχεία, άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, μεταξύ άλλων, την αθωωτική γι' αυτόν 403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 81/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, αναφερόμενο παραδεκτά εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα-αναιρεσείοντα στοιχεία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Με την παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως ο αιτών Χ καταδικάστηκε αμετάκλητα (η έφεση του κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου) επειδή: Α) στην ..., στις 29/8/1997, με εξαπάτηση πέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά τον παραπάνω χρόνο, με εξαπάτηση, δηλαδή με την εν γνώσει του ψευδή παράσταση προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης και προς το Συμβούλιο Πλημ/κών Τρίπολης ότι διαθέτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 185 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα ότι διαμένει μόνιμα στην έδρα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης και επί της οδού ... αριθμός ..., πέτυχε να εκδοθεί το με αριθμό 84/1997 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου, στο οποίο βεβαιώνεται αναληθώς ότι είναι μόνιμος κάτοικος ... και επομένως δύναται να ορισθεί ως πραγματογνώμονας και να συμπεριληφθεί στον σχετικό πίνακα, όπως και συνέβη, ενώ το αληθές είναι ότι δεν έχει μόνιμη κατοικία στην έδρα του Συμβουλίου. Β) Στην ..., στις 29/8/1997, αναφέρθηκε σε δημόσια αρχή εκθέτοντας εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και κατά τον παραπάνω αναφερόμενο χρόνο, ανέφερε με αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης εν γνώσει του ψευδώς ότι διαμένει μόνιμα στην ... και επί της οδού ..., ενώ το αληθές είναι ότι δεν διαμένει στην ως άνω διεύθυνση. Γ) Στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ΠΚ, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην ..., κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται παρακάτω, ενώ είχε την ιδιότητα του ιατροδικαστή, διορισμένου νόμιμα με το υπ' αριθμ. 84/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης, με το οποίο του είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και συγκεκριμένα η μετά τη διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης σύνταξη της σχετικής έκθεσης βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτές, ότι εξέτασε τους παρακάτω παθόντες και ότι αυτοί υπέστησαν σωματικές βλάβες, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε προέβη στην ιατροδικαστική εξέταση αυτών. Οι περιπτώσεις αυτές, με τις ημερομηνίες που φέρει κάθε φορά η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και με τα ονόματα των παθόντων είναι οι παρακάτω: 1) 23-8-1998 ..., 2) 3-6-1998 ..., 3) 24-8-1998 ..., 4) 22-4-1998 ..., 5) 5-5-1998 ..., 6) 11-5-1998 ..., 7) 16-8-1998 ..., 8) 28-1-1998 ..., 9) 17-2-1998 ..., 10) 14-1-1998 ..., 11) 1-11-1999 ..., 12) 20-1-1998 ..., 13) 19-2-1998 ..., 14) 15-4-1998 ..., 15) 19-4-1998 ..., 16) 9-5-1998 ..., 17) 1-3-1998 ..., 18) 8-4-1998 ..., 19) 18-5-1998 ..., 20) 27-3-1998 ..., 21) 11-4-1998 ... . Δ) Στην ..., κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθώς και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Συγκεκριμένα, στους παραπάνω αναφερόμενους τόπους και κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους (όπως αναγράφονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη), με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα τη Δ/νση Εντελλομένων Εξόδων, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στον αρμόδιο υπάλληλο, ότι διενήργησε τις ανατιθέμενες σε αυτόν νόμιμα ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες, συνυποβάλλοντας ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά και έπεισε έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους να του καταβάλουν το ποσό των "40.000" δραχμών ή ευρώ "117,388" για καθεμία από αυτές, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε διενήργησε τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, προξενώντας του ζημιά το συνολικό ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των "840.000" δραχμών ή "2.464" ευρώ. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον, αφενός μεν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αφετέρου δε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο αιτών στην παραπάνω αίτηση του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή: α) για αντίστοιχα άλλα εγκλήματα αθωώθηκε αμετάκλητα από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την 403/2007 απόφαση του, β) ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από Β9/2001 διάταξη του έκρινε ότι μπορούν να συμπεριληφθούν στον πίνακα πραγματογνωμόνων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών άτομα που δεν κατοικούν στην περιφέρεια του, γ) ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την 178/2001 διάταξη του επικύρωσε την παραπάνω διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίπτοντας σχετική προσφυγή κατ' αυτής, δ) Τα βουλεύματα 280/202, 251/2002, 17/2002, 39/2002 και 103/2001 αντίστοιχα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών Άμφισσας, Λαμίας, Θήβας, Λειβαδιάς και Σπάρτης που όρισαν πραγματογνώμονες άτομα που δεν διέμεναν στην περιφέρεια τους, ε) στις από 19-4-2002 καταθέσεις τους η ΑΑ και η ΒΒ βεβαιώνουν ότι αυτός είχε διαμονή στην ..., στ) στην από 15-6-2000 κατάθεση του ο ΓΓ βεβαιώνει ότι οι ιατροδικαστικές εκθέσεις μπορεί να γίνουν μόνο με βάση τα έγγραφα του νοσοκομείου χωρίς προσωπική εξέταση του ασθενή από τον ιατροδικαστή και ζ) ο ιατροδικαστής Αθηνών ... στην ... έκθεση του τήρησε όσα καταθέτει ο ΓΓ. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχει σχηματισθεί προκύπτει ότι: α) η απαλλακτική κρίση του Εφετείου Πατρών για άλλη αντίστοιχη συμπεριφορά του αιτούντα δεν αποτελεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την επανάληψη διαδικασίας β) τα αναφερόμενα στην παραπάνω αίτηση λοιπά στοιχεία (βουλεύματα των διαφόρων Συμβουλίων Πλημμελειοδικών, διατάξεις Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, καταθέσεις ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ιατροδικαστική έκθεση ...) όχι μόνο ήσαν στην διάθεση του αιτούντα κατά τον χρόνο της καταδίκης του αλλά προσκομίστηκαν από αυτόν στο δικαστήριο το οποίο τα ερεύνησε, τα αξιολόγησε και τα έλαβε υπόψη του όταν εξέδωσε την καταδικαστική του απόφαση. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (Π) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και για το λόγο αυτό πρέπει η παραπάνω αίτηση του να απορριφθεί και να επιβληθούν σε αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ΕΥΡΩ, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ.1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και την 58553/19-28.6.2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Με τις παραδοχές αυτές, βάσει των οποίων απερρίφθη, όπως ελέχθη, η αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την παραπάνω καταδικαστική απόφαση, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων γεγονότων και αποδείξεων, δεδομένου ότι, όπως ορθώς έκρινε η απαλλακτική απόφαση 403/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για άλλη αντίστοιχη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί νέο γεγονός, ενώ τα επικληθέντα από το αιτούντα ως "νέα" στοιχεία (βουλεύματα διαφόρων δικαστικών συμβουλίων, διατάξεις Εισαγγελέων, καταθέσεις μαρτύρων, ιατροδικαστική έκθεση) δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αφού προσκομίσθηκαν από τον αιτούντα στο δικαστήριο, το οποίο τα αξιολόγησε και τα έλαβε υπόψη του, όταν εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο έτερος λόγος με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ή του βουλεύματος, είναι απαράδεκτος, αφού, όπως διατυπώνεται "η κρίση του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι δεν δύναται να εκτιμηθούν υπέρ του κατηγορουμένου "νέες νομολογιακές απόψεις" και κατ' επέκταση μεταγενέστερες εκδοθείσες υπέρ αυτού αθωωτικές αποφάσεις, αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ποινικής διάταξης και έρχεται σε αντίθεση στην θεμελιώδη αρχή της επιείκειας υπέρ του κατηγορουμένου και της υπέρ αυτού πάντοτε εφαρμογής της ευνοϊκότερης διάταξης νόμου ή νομολογιακής θέσης" αμφισβητείται ευθέως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, ενώ δεν προσδιορίζεται ποιά ακριβώς ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάστηκε και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος. Κατ' ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η από 29-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 5 από 29 Ιουλίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, του Χ, κατά του υπ' αριθμό 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η από 16-5-2008 αίτησή του, για την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 1751/17-12-2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και, κατά βουλεύματος, που υπόκειται σε αναίρεση, ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, "η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) ..., 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, του αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του, κατά το άρθρο 528 παρ.1 Κ.Π.Δ, βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ίδιου Κώδικα, αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, υπάρχει όταν εκτίθεται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων, κατά τα ως άνω, γεγονότων και αποδείξεων. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τριπόλεως, με την υπ' αριθμό 1751/2002 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμό 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα έφεσή, ως ανυποστήρικτη, ενώ παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατά της εν λόγω εφετειακής αποφάσεως, κήρυξε ένοχο αυτόν και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 8 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,4 ευρώ την ημέρα, για τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως, της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων, ζήτησε με την από 16-5-2008 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω καταδικαστική απόφαση, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 525 παρ.1 περ. 2 του Κ.Π.Δ, επικαλούμενος ως νέα στοιχεία, άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, μεταξύ άλλων, την αθωωτική γι' αυτόν 403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτησή του δε αυτή απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο 81/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, αναφερόμενο παραδεκτά εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, αφού έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από τον αιτούντα-αναιρεσείοντα στοιχεία, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 1751/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως ο αιτών Χ καταδικάσθηκε αμετάκλητα (η έφεσή του κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου) επειδή: Α) στην ..., στις 29/8/1997, με εξαπάτηση πέτυχε να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς, περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά τον παραπάνω χρόνο, με εξαπάτηση, δηλαδή με την εν γνώσει του ψευδή παράσταση προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης και προς το Συμβούλιο Πλημ/κών Τρίπολης ότι διαθέτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 185 Κ.Π.Δ. και συγκεκριμένα ότι διαμένει μόνιμα στην έδρα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης και επί της οδού ... αριθμός ..., πέτυχε να εκδοθεί το με αριθμό 84/1997 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου, στο οποίο βεβαιώνεται αναληθώς ότι είναι μόνιμος κάτοικος ... και επομένως δύναται να ορισθεί ως πραγματογνώμονας και να συμπεριληφθεί στον σχετικό πίνακα, όπως και συνέβη, ενώ το αληθές είναι ότι δεν έχει μόνιμη κατοικία στην έδρα του Συμβουλίου. Β) Στην ..., στις 29/8/1997, αναφέρθηκε σε δημόσια αρχή εκθέτοντας εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω αναφερόμενο τόπο και κατά τον παραπάνω αναφερόμενο χρόνο, ανέφερε με αίτηση του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Τρίπολης εν γνώσει του ψευδώς ότι διαμένει μόνιμα στην ... και επί της οδού ..., ενώ το αληθές είναι ότι δεν διαμένει στην ως άνω διεύθυνση. Γ) Στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 του ΠΚ, που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην ..., κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται παρακάτω, ενώ είχε την ιδιότητα του ιατροδικαστή, διορισμένου νόμιμα με το υπ' αριθμ. 84/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρίπολης, με το οποίο του είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και συγκεκριμένα η μετά τη διενέργεια ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης σύνταξη της σχετικής έκθεσης βεβαίωνε εν γνώσει του ψευδώς σε αυτές, ότι εξέτασε τους παρακάτω παθόντες και ότι αυτοί υπέστησαν σωματικές βλάβες, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε προέβη στην ιατροδικαστική εξέταση αυτών. Οι περιπτώσεις αυτές, με τις ημερομηνίες που φέρει κάθε φορά η ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη, καθώς και με τα ονόματα των παθόντων είναι οι παρακάτω: 1) 23-8-1998 ..., 2) 3-6-1998 ..., 3) 24-8-1998 ..., 4) 22-4-1998 ..., 5) 5-5-1998 ..., 6) 11-5-1998 ..., 7) 16-8-1998 ..., 8) 28-1-1998 ..., 9) 17-2- 1998 ..., 10) 14-1-1998 ..., 11) 1-11-1999 ..., 12) 20-1-1998 ..., 13) 19-2-1998 ..., 14) 15-4-1998 ..., 15) 19-4-1998 ..., 16) 9-5-1998 ..., 17) 1-3-1998 ..., 18) 8-4-1998 ..., 19) 18-5-1998 ..., 20) 27-3-1998 ..., 21) 11-4-1998 ... . Δ) Στην ..., κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η ζημία δε που προξενήθηκε δεν υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος καθώς και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Συγκεκριμένα, στους παραπάνω αναφερόμενους τόπους και κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους (όπως αναγράφονται στην υπό στοιχείο (Γ) πράξη), με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα τη Δ/νση Εντελλομένων Εξόδων, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς, στον αρμόδιο υπάλληλο, ότι διενήργησε τις ανατιθέμενες σε αυτόν νόμιμα ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες, συνυποβάλλοντας ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη και λοιπά απαιτούμενα δικαιολογητικά και έπεισε έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους να του καταβάλουν το ποσό των "40.000" δραχμών ή ευρώ "117,388" για καθεμία από αυτές, ενώ το αληθές είναι ότι ουδέποτε διενήργησε τις προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, προξενώντας του ζημιά το συνολικό ύψος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των "840.000" δραχμών ή "2.464" ευρώ. Την πράξη αυτή τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον, αφενός μεν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος αφετέρου δε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Ο αιτών στην παραπάνω αίτηση του ζητά την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επειδή: α) για αντίστοιχα άλλα εγκλήματα αθωώθηκε αμετάκλητα από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών με την 403/2007 απόφαση του, β) ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την από Β9/2001 διάταξη του έκρινε ότι μπορούν να συμπεριληφθούν στον πίνακα πραγματογνωμόνων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών άτομα που δεν κατοικούν στην περιφέρεια του, γ) ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με την 178/2001 διάταξη του επικύρωσε την παραπάνω διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών απορρίπτοντας σχετική προσφυγή κατ' αυτής, δ) Τα βουλεύματα 280/202, 251/2002, 17/2002, 39/2002 και 103/2001 αντίστοιχα των Συμβουλίων Πλημμελειοδικών Άμφισσας, Λαμίας, Θήβας, Λειβαδιάς και Σπάρτης που όρισαν πραγματογνώμονες άτομα που δεν διέμεναν στην περιφέρεια τους, ε) στις από 19-4-2002 καταθέσεις τους η ΑΑ και η ΒΒ βεβαιώνουν ότι αυτός είχε διαμονή στην ..., στ) στην από 15-6-2000 κατάθεση του ο ΓΓ βεβαιώνει ότι οι ιατροδικαστικές εκθέσεις μπορεί να γίνουν μόνο με βάση τα έγγραφα του νοσοκομείου χωρίς προσωπική εξέταση του ασθενή από τον ιατροδικαστή και ζ) ο ιατροδικαστής Αθηνών ... στην ... έκθεση του τήρησε όσα καταθέτει ο ΓΓ. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχει σχηματισθεί προκύπτει ότι: α) η απαλλακτική κρίση του Εφετείου Πατρών για άλλη αντίστοιχη συμπεριφορά του αιτούντα δεν αποτελεί νέο γεγονός που να δικαιολογεί την επανάληψη διαδικασίας β) τα αναφερόμενα στην παραπάνω αίτηση λοιπά στοιχεία (βουλεύματα των διαφόρων Συμβουλίων Πλημμελειοδικών, διατάξεις Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών Αθηνών, καταθέσεις ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ιατροδικαστική έκθεση ...) όχι μόνο ήσαν στην διάθεση του αιτούντα κατά τον χρόνο της καταδίκης του αλλά προσκομίστηκαν από αυτόν στο δικαστήριο το οποίο τα ερεύνησε, τα αξιολόγησε και τα έλαβε υπόψη του όταν εξέδωσε την καταδικαστική του απόφαση. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα παραπάνω (Π) εκτέθηκαν, οι θέσεις αυτές του κατ/νου δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που να δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας που ζητά και για το λόγο. αυτό πρέπει η παραπάνω αίτηση του να απορριφθεί ...". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε αμετάκλητα με την πιο πάνω καταδικαστική απόφαση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την πιο πάνω κρίση του, για τη μη συνδρομή των αναγκαίων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων γεγονότων και αποδείξεων. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία του βουλεύματος ότι η υπ' αριθμό 403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε αθώος ο ήδη αναιρεσείων, για παρόμοια αξιόποινη συμπεριφορά του, δεν αποτελεί νέο γεγονός, που να δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας, ενώ όσα αποδεικτικά στοιχεία αυτός επικαλέστηκε, ως νέα στοιχεία και συγκεκριμένα διάφορα βουλεύματα ή εισαγγελικές διατάξεις, ή μαρτυρικές καταθέσεις και τέλος διάφορες ιατροδικαστικές εκθέσεις, είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που εξέδωσαν την καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση, αφού με επιμέλεια του ιδίου είχαν προσκομιστεί και αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο εκείνο που εξέδωσε την εν λόγω (καταδικαστική) απόφασή του. Συνεπώς, η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας,( άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω, με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Προς θεμελίωση δε της ως άνω αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, τα ακόλουθα: ότι "η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι δεν δύναται να εκτιμηθούν υπέρ του κατηγορουμένου νέες νομολογιακές απόψεις και κατ' επέκταση μεταγενέστερες εκδοθείσες υπέρ αυτού αθωωτικές αποφάσεις, έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή της επιείκειας υπέρ του κατηγορουμένου και της υπέρ αυτού πάντοτε εφαρμογής της ευνοϊκότερης διάταξης νόμου ή νομολογιακής θέσης". Όπως, όμως, διατυπώνεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Τούτο, όχι μόνο, γιατί δεν προσδιορίζεται ποια συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη εσφαλμένα ερμηνεύθηκε ή εφαρμόστηκε, αλλά και για το λόγο ότι δεν συνιστά τον, από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του Κ.ΠΔ, λόγο αναιρέσεως, το γεγονός που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή επακολούθησαν της άνω καταδικαστικής αποφάσεως, άλλες απαλλακτικές για τον ίδιο αποφάσεις, χωρίς στην συγκεκριμένη περίπτωση να έρχεται η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου σε αντίθεση προς την αρχή της επιείκειας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-7-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση του υπ' αριθμό 81/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, περί επαναλήψεως της διαδικασίας, για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία, που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1751/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.