Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1519 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πραγματογνωμοσύνη, Ληστεία, Οπλοφορία, Σωματική βλάβη απλή. Περίληψη: Ανθρωποκτονία από πρόθεση, ληστείες, σωματικές βλάβες, οπλοφορία. Η απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας πρέπει να προτείνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου το ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε και αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή, για την κήρυξή της ακυρότητας είναι το δικαστικό συμβούλιο για να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα σε αιτήματα του κατηγορούμενου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρει στα πρακτικά το θέμα και το αντικείμενο του αιτήματος, άλλως, κάθε ακυρότητα της διαδικασίας καλύπτεται και δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως. Απορρίπτεται αίτηση για απόλυτη ακυρότητα, αφενός της προδικασίας γιατί καλύφθηκε, αφετέρου στο ακροατήριο του δικάσαντος εφετείου, γιατί δεν υποβλήθηκε σε αυτό αίτημα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αριθμός 1519/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γραμμένο, για αναίρεση της με αριθμό 185,186/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ
- Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 997/
- Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρ 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξει που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρ 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρ. 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, και, κατά το επόμενο άρ. 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρ. 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της προπαρασκευαστικής και της κύριας το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Εξάλλου κατά το άρ. 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος. Αν υποβληθεί αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα (ΚΠΔ 139), ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνω-μοσύνη, συνεπάγεται ακυρότητα που ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά τα άρ. 510 και 484 ΚΠΔ. Για να απαντήσει όμως, και μάλιστα ειδικά και εμπεριστατωμένα το δικαστήριο σε τέτοιο αίτημα του κατηγορουμένου, πρέπει αυτό να υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρε4ται στα πρακτικά το θέμα και το αντικείμενο του αιτήματος. Επομένως, κάθε ακυρότητα της διαδικασίας, καλύπτεται και δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε σχετικό ισχυρισμό, που υποβλήθηκε σε αυτή (πρωτοβάθμια διαδικασία), εφόσον δεν επαναληφθεί και στο εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "Το Δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημά μου το οποίο έγινε με την από 23/11/2004 αίτηση μου ενώπιον του 12 Ανακριτή, με την οποία ζητούσα την διενέργεια δακτυλοσκοπικής εξέτασης των χεριών και παλαμών του θανόντα. Την ίδια αίτηση έκανα και κατά την διάρκεια της πρωτοδίκου διαδικασίας με σκοπό την απόδειξη των ισχυρισμών μου. Ομοίως την αίτησή μου επανέλαβα και κατά την διάρκεια της κατ' έφεση δίκης μου όπως αποδεικνύεται από τα πρακτικά αυτής αφού αυτή αναγνώσθηκε και συζητήθηκε επισταμένως. Η μη εκπλήρωση της αιτήσεως μου, αλλά και η μη ύπαρξη απαντήσεως επ' αυτής αποτελούν παραβίαση των δικαιωμάτων μου για την νόμιμη υπεράσπιση μου και ειδικότερα για την κατηγορία που μου αποδίδεται και συνεπώς επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 185-186/2009 απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, ύστερα από αίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου μου αναγνώσθηκε, όπως δε είχε συμβεί και πρωτοδίκως ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών κατά την έκδοση της υπ' αριθμ. 117, 118,119/10-3-2006 αποφάσεως αυτού, η άνω από 23/11/2004 αίτησή μου ενώπιον του 12ου Ανακριτή, με την οποία αιτήθηκα όχι μόνον κατά την διάρκεια της προδικασίας αλλά και κατά την διάρκεια της κυρίας δίκης την δακτυλοσκοπική εξέταση των χεριών και των παλαμών του θανόντος Ψ.Το Α' Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών ουδέποτε απάντησε ως όφειλε συμφώνως με το άρθρο 183 ΚΠΔ για την ανάγκη ή μη διορισμού ειδικού πραγματογνώμονα για την διενέργεια δακτυλοσκοπικής πραγματογνωμοσύνης ως αναφέρεται παρότι έγινε η αίτηση αυτή και αναλύθηκε και κατά την διάρκεια της συζήτησης αλλά και κατά την διάρκεια της αγόρευσης και της ανάπτυξης των υπερασπιστικών ισχυρισμών μου από τον συνήγορο υπεράσπισης μου αλλά ούτε αναλύθηκε ή έστω απαντήθηκε από το άνω Δικαστήριο. Πέραν όμως αυτού και το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών παρότι έγινε η αίτηση αυτή και αναλύθηκε και ατά την διάρκεια της συζήτησης αλλά και κατά την διάρκεια της αγόρευσης και της ανάπτυξης των υπερασπιστικών ισχυρισμών μου από τον συνήγορο υπεράσπισης μου δεν συμπεριλήφθηκε καν στα αναγνωστέα έγγραφα. Συνακόλουθα, θα πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί για απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ και 171 §1ΚΠΔ". Με τα παραπάνω, ο αναιρεσείων με τον προεκτεθέντα λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως, προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, η οποία αναφέρεται σε άκυρες πράξεις της προδικασίας και συγκεκριμένα, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργήθηκε κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, συνίσταται δε, σε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 170, 171 περ. 1δ'και 183 ΚΠΔ. Όμως, η από της αναφερόμενες παραλείψεις δημιουργούμενη απόλυτη ακυρότητα και υπό την εκδοχή ότι πράγματι εμφιλοχώρησε τέτοια, ανάγεται στην προδικασία και, ως τέτοια, έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και όχι το πρώτον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού η ακυρότητα αυτή, κατά το άρ. 173 παρ. 2 και 174 παρ. 1 του ΚΠΔ, έχει πλέον καλυφθεί. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (α' σκέλος), περί απόλυτης ακυρότητας πράξεων αναγόμενων στην προδικασία από το άρ. 171 του ΚΠΔ, μη δυνάμενος να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρ. 510 παρ. 1 του αυτού Κώδικα και ιδία του υπό στοιχ. Α' λόγου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, μετά την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στον κατάλογο των μαρτύρων: "ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου, ζήτησε να διαβαστεί η από 23 Νοεμβρίου 2004 αίτηση του κατηγορουμένου Χ προς τον Ανακριτή, η οποία διαβάστηκε μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, εντολή της Προέδρου και χωρίς να υπάρχει αντίρρηση από κανένα", όπως ακριβώς σε αυτά έχει αναγραφεί. Δηλαδή, υπάρχει μόνο αίτημα αναγνώσεως της από 23.11.2004 αιτήσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία και αναγνώσθηκε. Δεν συνδυάστηκε η ανάγνωση αυτή με σαφές αίτημα του περιεχομένου της αιτήσεως αυτής από το δικάζον Δικαστήριο, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από την αγόρευση του συνηγόρου υπερασπίσεως, όπως αυτό προκύπτει από τα άνω πρακτικά (βλ. δεύτερη σελίδα 29ου φύλλου Πρακτικών). Επομένως, δεν υποβλήθηκε στο δικάσαν δικαστήριο τέτοιο αίτημα και ο άνω λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σημειωτέον, ότι όταν πρόκειται για διαδικασία στο Εφετείο, αυτό εξετάζει την υπόθεση και εξαφανίζει την πρωτοβάθμια απόφαση. Έτσι, η κάθε ακυρότητα αυτής, καλύπτεται και δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε σχετικό ισχυρισμό που υποβλήθηκε σε αυτή (πρωτοβάθμια διαδικασία), εφόσον δεν επαναλήφθηκε και στο Εφετείο. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και, κατά το δεύτερο σκέλος του, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, στο δικάσαν Εφετείο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και, κατά τα δύο
(2)σκέλη του, στο σύνολό του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 5124/19.6.2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 185-186/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ