Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1527 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 Δ΄ και Ε΄. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 1527/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 10677/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:
- Ψ1,
- Ψ2 και
- Ψ3, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαρνέλη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 322/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι, προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 10.674/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ανώμοτες καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την επισκόπηση των φωτογραφιών, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Στις 2.9.2000 και περί ώρα 08.00, ο κατηγορούμενος τυγχάνοντας κυβερνήτης του ταχύπλοου σκάφους "....." (Ν.Π. 5547) και κινούμενος με αυτό, με κατεύθυνση από ... προς νησίδα ...., στην θαλάσσια περιοχή .... Αττικής, κοντά στη νησίδα ...., τραυμάτισε θανάσιμα τον Ψ, ο οποίος ψάρευε με ψαροντούφεκο στην περιοχή, προκαλώντας σ' αυτόν, βαρύτατες κακώσεις σε διάφορα μέρη του σώματός του. Τον ανωτέρω μετέφερε αμέσως ο κατηγορούμενος στην Παραλία της Βούλας και από εκεί αυτός μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Ασκληπιείο Βούλας, όπου όμως διαπιστώθηκε ο θάνατός του, ο οποίος προκλήθηκε αποκλειστικά από το ως άνω ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του. Για το ατύχημα αυτό ευθύνεται, ανεξάρτητα από την συνυπαιτιότητα του ίδιου του θανόντα, ο οποίος, όπως αποδείχτηκε, ψάρευε με ψαροντούφεκο και παρόλο που είχε υποχρέωση, δεν έφερε τσαμαδούρα υποβρύχιας δραστηριότητας, ώστε να διακρίνεται εύκολα από τα πλέοντα στην περιοχή σκάφη, και ο κατηγορούμενος. Ο θάνατος του ανωτέρω οφείλεται δηλαδή και στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος, από έλλειψη της περιοχής που όφειλε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός ταχυπλόου σκάφους, ευρισκόμενος υπό τις αντικειμενικές περιστάσεις που εκτίθενται παρακάτω και μπορούσε να καταβάλει, σύμφωνα με τις προσωπικές του ικανότητες και περιστάσεις, ώστε να προβλέψει το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα (μη ενσυνείδητη αμέλεια), έγινε υπαίτιος της διωκόμενης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Πιο συγκεκριμένα, όπως από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε, ο κατηγορούμενος δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ταχυπλόου σκάφους, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον Ψ, ο οποίος βρισκόταν στην πορεία του, κάνοντας υποβρύχιο ψάρεμα με ψαροντούφεκο. Ακόμη, όπως αποδείχτηκε, ο κατηγορούμενος εκινείτο με το ταχύπλοο σκάφος του σε απόσταση 50 - 60 μέτρων από την ακτή και με μεγάλη ταχύτητα (μεγαλύτερη των 5 κόμβων) (άρθρο 4 του ισχύοντος υπ' αρ. 20/26.4.1999 κανονισμού για τα ταχύπλοα (ταχυκίνητα) σκάφη και λοιπά θαλάσσια μέσα αναψυχής, το οποίο μεταξύ άλλων απαγορεύει την κυκλοφορία του ταχύπλοου σκάφους σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από το συνηθισμένο σημείο, που φθάνουν οι λουόμενοι και με ταχύτητα μεγαλύτερη των 5 κόμβων). Το ότι ο κατηγορούμενος εκινείτο σε απόσταση 50 - 60 μέτρων από την ακτή, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ακρωτηριασμένο χέρι του θανόντος (από το ύψος του αγκώνα) με το ρολόι του βρέθηκε από τους βατραχανθρώπους του Λιμενικού Σώματος ...... και ...... σε απόσταση 50 - 60 μέτρων από την ακτή, ενόψει του ότι το χέρι του θανόντος, λόγω του βάρους του, βούλιαξε αμέσως στο βυθό, όπου και παρέμεινε (βλ. τις καταθέσεις τους). Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε όψιμα ότι ο θανών κατά την στιγμή του ατυχήματος, είχε κτυπήσει κάποιο ψάρι και είχε βουτήξει, με αποτέλεσμα να μη τον αντιληφθεί αυτός και στην συνέχεια βγήκε από τον βυθό και κτύπησε στην προπέλα του σκάφους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού, αν αυτός είχε ενταμένη την προσοχή του και εκινείτο με μικρότερη ταχύτητα, θα μπορούσε να δει τον θανόντα πριν αυτός βουτήξει (ο χρόνος κατάδυσης και παραμονής του θανόντος κάτω από την θάλασσα ήταν πάρα πολύ μικρός, ενόψει του ότι αυτός χρησιμοποιούσε απλό αναπνευστήρα και όχι φιάλες οξυγόνου) και να λάβει τα μέτρα του, ακινητοποιώντας ή αλλάζοντας πορεία του σκάφους, ενόψει και του ότι υπήρχε πολύ καλή ορατότητα στην περιοχή, μια και η θάλασσα ήταν ήσυχη και δεν υπήρχε μεγάλος κυματισμός. Ακόμη, όπως αποδείχτηκε, ο κατηγορούμενος και ο συνεπιβαίνων του σκάφους, ...... κατά την διάρκεια του πλου, είχαν δει προηγουμένως να πλέουν αρκετές τσαμαδούρες υποβρύχιας δραστηριότητας, γεγονός που σημαίνει ότι στην περιοχή υπήρχαν ψαροντουφεκάδες, πολλοί από τους οποίους μάλιστα, όπως είναι γνωστό, ψαρεύουν χωρίς τσαμαδούρα, κάτι που θα έπρεπε να καταστήσει τον κατηγορούμενο πολύ προσεκτικό στην οδήγηση του ταχυπλόου σκάφους του. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είναι προσεκτικότερος και επειδή, λόγω εποχής (θέρος), υπήρχαν λουόμενοι καθ' όλο το μήκος των ακτών. Με βάση λοιπόν τα προεκτεθέντα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που κατηγορείται". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του Ποινικού Κώδικα, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ) και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν (άρθρο 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό πρωτ. 318/18.1.2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 10.677/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€) και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ