← Ελλάδα

ΑΠ 1536/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1536 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Πλαστογραφία, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Περίληψη: Απόλυτη ακυρότητα λήψη υπόψη ξενόγλωσσων εγγράφων. Έλλειψη αιτιολογίας για κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1536/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Νάκο και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 245/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Δεκεμβρίου 2007 και 21 Δεκεμβρίου 2007, δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, και στα από 2 Απριλίου 2008 και 31 Μαρτίου 2008, δύο αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 143/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι του πρώτου αναιρεσείοντος και β) να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος και να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και στον πρώτο. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δυο αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι α) η πρώτη με χρονολογία 23 Δεκεμβρίου 2007 του κατηγορουμένου Χ1 και ο επ' αυτής από 2ας Απριλίου 2008 πρόσθετος λόγος και β) η δεύτερη με χρονολογία 21 Δεκεμβρίου 2007, του κατηγορουμένου Χ2 και οι επ' αυτής από 31ης Μαρτίου 2008 πρόσθετοι λόγοι, οι οποίες (αιτήσεις) στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας με αριθμό 245/2007, πρέπει δε να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Α) Ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1: Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη από το Δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το πιο πάνω άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Περίπτωση, τέλος, μη αναγνώσεως εγγράφου που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα υπάρχει και όταν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος, ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του, μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 245/2007 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο, και τώρα αναιρεσείοντα, Χ1, ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της κακουργηματικής χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά

(7)ετών. Το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην προμνημονευθείσα περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβεν υπόψη του αμέσως και κυρίως, και όχι ιστορικώς, και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και "τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν". Μεταξύ αυτών ήταν, όπως συνάγεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα πιο κάτω έγγραφα, που είχαν συνταχθεί στην Αγγλική γλώσσα, ήτοι: α) το με αριθμ. ...... ΜΕΒNΚ ΕΜΙ ΤΕLΕΧ προς την MIDDLE EAST BANK DUBAI και β) το από ..... TELEX από EMIRATES BANK INTL LTD DUBAI. Σε σχέση, όμως με τα ανωτέρω συνταγμένα σε ξένη γλώσσα έγγραφα, δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή οι συνήγοροί του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, γιατί ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος να προβεί ο ίδιος, ή οι συνήγοροί του, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με όσα αναγράφονται στα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Β) Ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2: Κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δυο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας από το οποίο και απορροφάται και ότι αυτοτέλεια της χρήσης υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι κατά νόμο τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής του υποστάσεως δεν είναι δυνατόν να εναλλαχθούν. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει, όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίον το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα νόθευση συνιστά η αλλοίωση της έννοιας κατηρτισμένου ήδη εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δυο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δυο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και επιπροσθέτως σκοπός αυτού να παραπλανήσει άλλον με την χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για την παραγωγή διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το στοιχείο της παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και πρέπει όχι μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως να περιλαμβάνεται, αλλά και στο αιτιολογικό να διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα της παραπλανήσεως για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, είναι δε αδιάφορο αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό ή μπορούσε να προκύπτει από τυχόν ύπαρξη άλλων εγγράφων από τα οποία αποδεικνύεται το γεγονός αυτό. Η κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως αντικ. με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 και 36 του Ν. 2172/1993 σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του Ν. 2408/1996, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1738/1987 και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Κατά δε την παράγραφο 2 της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1 Ν. 1608/1950, με τις ίδιες ποινές, ελαττωμένες κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, τιμωρούνται και οι υπαίτιοι των προβλεπομένων στην παράγραφο αυτή εγκλημάτων, μεταξύ των οποίων είναι και το άρθρο 394 ΠΚ, που τιμωρεί την αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, εφόσον αυτή η αξιόποινη πράξη τελείται σε σχέση προς αδικήματα της 1 του άρθρου 1 του Ν. 1608/
  1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι ο υπαίτιος του προβλεπομένου από το άρθρο 394 ΠΚ εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, έστω και αν η αξία του υπό τούτου αποκρυπτομένου, αγοραζομένου, λαμβανομένου ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δεχομένου στην κατοχή του προϊόντος αξιόποινης πράξης είναι αξίας κατώτερης των δρχ. 50.000.000, αρκεί να γνωρίζει ή να τελεί σε ενδεχόμενο δόλο, ότι το εν λόγω προϊόν προέρχεται από έγκλημα του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/
  2. Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση της διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ2 από κοινού με τους Χ3 και Χ4 (Χ4) κατά το από 20-7-1992 μέχρι 10-7-1992 χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από κοινού κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση των άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια τα χρησιμοποίησαν με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε άλλους περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη τρίτου και δη της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." (καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη δια συγχωνεύσεως-απορροφήσεως η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." και της τελευταίας κατ' όμοιο τρόπο η Τράπεζα "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E."] στην οποία προξενήθηκε ζημία υπερβαίνουσα τα 50.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα κατάρτισαν τις προαναφερθείσες 1654 επιταγές που εκλάπησαν από τους δικαιούχους, από τις οποίες 1.479 είχε εκδόσει το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και η Κυβέρνηση του Καναδά, 155 διάφοροι πελάτες της Τράπεζας του Καναδά "REGLE DES RENTES DU QUEBEC" και 20 διάφοροι πελάτες της "ΒΑΝΚ OF MONTREAL" (TORONTO-ONTARIO-Καναδά) σε διαταγή διαφόρων δικαιούχων που διέμεναν μονίμως στην Ιταλία και ελάμβαναν με τις επιταγές αυτές τη σύνταξη τους από τις παραπάνω Κυβερνήσεις καθώς και διάφορα άλλα ποσά από ιδιώτες, τις οπισθογράφησαν σε διαταγή άλλοτε μεν δική τους, άλλοτε δε των ιταλικών εταιρειών ...." και ....... υπογράφοντας την οπισθογράφηση κατ' απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων σύνταξης, στη συνέχεια δε τις παρέδωσαν στον Χ1 προκειμένου να τις εμφανίσει στο υποκατάστημα της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως και παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας ότι οι εν λόγω επιταγές ήσαν καθ' όλα τα στοιχεία τους γνήσιες και έγκυρες και είχαν έλθει στην κατοχή τους νομίμως από αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων. Κατάρτισαν επίσης και τις ως κατωτέρω πλαστές επιταγές υπογράφοντας στη θέση οπισθογράφησης των ως κατωτέρω φυσικών προσώπων ή των εταιρειών εις διαταγήν των οποίων φέρονται ως εκδοθείσες, ήτοι: 1) μία
(1)επιταγή της αλλοδαπής Τράπεζας NORTH AMERICAN INTERNATIONAL BANK LTD με αρ......, αρ. λογ. ....., εκδόσεως AMERICAN CREDIT και INVEST CORP, ημερ. 31-8-1992, εις διαταγήν ......., ποσού 50.000 δολαρίων. 2) δύο
(2)επιταγές της αλλοδαπής EURO-INTERCONTINENTAL BANK LTD, εκδόσεως της FINANCE INTERCONTINENTAL S.A.. αρ. λογ. ....., εκδόσεως 31-8-1992, δηλαδή: α) η με αρ. ....., εις διαταγήν ......., ποσού 50.000 δολαρίων, β) η με αρ. ....., εις διαταγήν ....... ποσού 50.000 δολαρίων. Η αξία των ανωτέρω τριών
(3)αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 8.515.000 δρχ., 3) πέντε
(5)επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας THE GULF BANK, εκδόσεως της BANCO FINANCIERA - Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα, αρ. λογ. ..... εις διαταγήν ......., δηλαδή: α) η με αρ. ..., ποσού 40.000 δολαρίων, γ) η με αρ. ...., ποσού 40.000 δολαρίων, δ) η με αρ. ...., ποσού 40.000 δολαρίων και ε) η με αρ. ....., ποσού 40.000 δολαρίων. Η αξία των πέντε
(5)αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 6.812.000 δρχ., 4) είκοσι δύο
(22)επιταγές εις διαταγήν ....., δηλαδή: α) η με αρ. .... επιταγή, ποσού 50.000 δολαρίων της ARAB AFRICAN INTERNATIONAL BANK, β) η με αρ. ..... επιταγή ποσού 50.000 δολαρίων της THE ARAB BANK LTD, γ) οι με αριθμούς ..., ...., ...., της 11-9-1992 ποσού εκάστης 50.000 δολαρίων της MIDDLE EAST BANK, δ) οι με αριθμούς ...., ...., ...., ....4, ...., ....., της 17-9-02, ποσού 25.000 δολαρίων, εκάστης των πρώτης, δεύτερης, τρίτης και πέμπτης και ποσού 50.000 δολαρίων εκάστης των τέταρτης και έκτης της BANK OF NEW ZEALAND, και ε) οι με αριθμούς ....., ..., ..., ..., ...., ..., ...., ...., .... και .... της 17-9- 1992, ποσού 10.000 δολαρίων εκάστης της ΗΟΝΚ KONG ΒΑΝΚ, 5) μία
(1)επιταγή με αρ. ...... /Ιούλιος 1992 του CONVERMENT OF CANADA, εις διαταγήν .... ποσού 376,31 δολαρίων Καναδά, 6) μία
(1)επιταγή με αρ. ......./Ιούλιος 1992 του CONVERMENT OF CANADA, εις διαταγήν ......, ποσού 244,60 δολαρίων Καναδά, 7) μία
(1)επιταγή με αρ. ......./Ιούλιος 1992 του CONVERMENT OF CANADA, εις διαταγήν ......., ποσού 244,60 δολαρίων Καναδά, 8) μία
(1)επιταγή με αρ. ....... - BANQUE INDOSYEZ εις διαταγήν ......., ποσού 5.781.254 Ιταλικών Λιρετών, 9) μία
(1)επιταγή με αρ.........- EURO-INTERCONTINENTAL εις διαταγήν ........, ποσού 50.000 δολαρίων ΗΠΑ, 10) τρεις
(3)επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας NORTH AMERICAN INTERNATIONAL BANK LTD, εκδόσεως της AMERICAN CREDIT και INVEST CORP: α) η με αρ. ... "αρ. λογ. ...., εκδόσεως 31-8-1992 εις διαταγήν ..... ποσού 45.000 δολαρίων, β) η με αρ. ...., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ......, ποσού 50.000 δολαρίων και γ) η με αρ. ......., εκδόσεως 6-8-1992, εις διαταγήν ...... ποσού 9.350 δολαρίων. Η αξία των τριών
(3)αυτών επιταγών σε δραχμές είναι 7.663.500 δρχ., 8.515.000 δρχ., και 1.592.305 αντίστοιχα, 11) μία
(1)επιταγή της αλλοδαπής τράπεζας EURO-INTERCONTINENTAL BANK LTD εκδόσεως της FINANCIERA INTERCONTINENTAL S.A., με αρ. ...., αρ. λογ. ......, εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ......., ποσού 45.000 δολαρίων. Η αξία σε δραχμές της επιταγής αυτής είναι 7.663.500 δρχ., 12) μία
(1)επιταγή με αριθμό ......, της WORKER'S COMPRESATION BOARD, εκδόσεως άγνωστης ημερομηνίας εντός του χρονικού διαστήματος από 31-7-1992 έως 25-8-1992, εις διαταγήν ......, ποσού 1.368,68 δολαρίων Καναδά, 13) μία
(1)επιταγή της αλλοδαπής τράπεζας NORTH AMERICAN INTERNATIONAL BANK LTD, εκδόσεως της MARICAN CREDIT και INVEST CORP, με αρ. ....., αρ. λογ. ..... εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ........, ποσού 50.000 δολαρίων και 14) τέσσερις
(4)επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας EURO - INTERCONTINENTAL ΒΑΝΚ LTD, εκδόσεως της FINANCIERA INTERCONTINENTAL S.Α. (Σαν Χοσέ, Κόστα Ρίκα), δηλαδή: α) η με αρ. ...., αρ. λογ. ....., εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ....., ποσού 45.000 δολαρίων, β) η με αρ....., αρ. λογ. ......, εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ......, ποσού 50.000 δολαρίων, γ) η με αρ. ....., αρ. λογ. ......, εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ........., ποσού 50.000 δολαρίων και δ) η με αρ. ....., αρ. λογ. ......, εκδόσεως 31-8-1992, εις διαταγήν ..... ποσού 50.000 δολαρίων. Η αξία σε δραχμές των ανωτέρω πέντε
(5)επιταγών ήταν 8.515.000 δρχ., 8.515.000 δρχ. και 8.515.000 δρχ. αντίστοιχα. Στην πράξη δε αυτή προέβησαν για να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος, εισπράττοντας τα ποσά των παραπάνω επιταγών, βλάπτοντας την παραπάνω Τράπεζα η οποία επειδή οι επιταγές αυτές ήταν κλεμμένες και πλαστογραφημένες, δεν θα μπορούσε μέσω των ανταποκριτριών των Αμερικανικών Τραπεζών να εισπράξει τα ποσά τους προξενώντας έτσι βλάβη στην εδρεύουσα στην ημεδαπή ως άνω Τράπεζα ποσού 151.882.404 δραχμών. Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου (Χ2) κατά τον οποίο ουδέποτε υπέγραψε στη θέση της οπισθογράφησης, αλλά η υπάρχουσα υπογραφή είναι των δικαιούχων σύνταξης και των φυσικών προσώπων, καθώς και των εκπροσώπων των εταιρειών σε διαταγή των οποίων φέρονται ως εκδοθείσες, είναι αβάσιμος ως αναιρούμενος από τα όσα κατέθεσε πρωτοβαθμίως αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο Δ/ντης Επιθεώρησης στο υπ/μα Βόλου της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως Γ1 σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία, όπως διακριβώθηκε μετά από αλληλογραφία της ανταποκρίτριας Τράπεζας CHASE MANHATTAN BANK N.A. με το Υπουργείο Οικονομικών ΗΠΑ και την Κυβέρνηση, του Καναδά, με βάση τις απαντήσεις των δικαιούχων σύνταξης επί συγκεκριμένου ερωτηματολογίου στις φερόμενες ως υπ' αυτών εκδοθείσες τραπεζικές επιταγές, η υπάρχουσα υπογραφή στη θέση οπισθογράφησης δεν τέθηκε υπ' αυτών, αφού άλλωστε ουδέποτε περιήλθαν στην κατοχή τους καθόσον κατ' άγνωστο τρόπο εκλάπησαν, ενώ σε σχέση με τις φερόμενες ως εκδοθείσες από αλλοδαπές Τράπεζες, η υπάρχουσα υπογραφή στη θέση οπισθογράφησης δεν τέθηκε από τα φυσικά πρόσωπα και τους εκπροσώπους των εταιρειών σε διαταγή των οποίων φέρονται εκδοθείσες. Η κατάθεση αυτή αναφορικά με τα προαναφερόμενα ενισχύεται και από το περιεχόμενο του FΑΧ ..... της υπηρεσίας Διεθνών Δραστηριοτήτων προς την Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο οποίο και σε σχέση με τις επιταγές της τράπεζας THE GULF BANK οι εν λόγω επιταγές δεν έχουν εκδοθεί από κανένα αρμόδιο στέλεχος της εν λόγω Τράπεζας και είναι πλαστές, το δε λογότυπο που φέρουν έχει αποσυρθεί από καιρό, καθώς και από το περιεχόμενο του από .... FΑΧ προς την ανταποκρίτρια Τράπεζα CHASE MANHATTAN BANK σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο οποίο και σε σχέση με τις επιταγές σε δολλάρια ΗΠΑ οι τράπεζες FINANCIERA INTERCONTINENTAL SA, AMERICAN CREDIT INVEST GROUP, εκδόσεως των οποίων φέρονται οι προαναφερθείσες επιταγές των αλλοδαπών τραπεζών NORTH AMERICAN INTERNATIONAL BANK LTD, EURO-INTERCONTINENTAL BANK LTD, δεν είναι καταχωρημένες στην COSTA RICA. Τα όσα επομένως διαλαμβάνει στο με αρ. .... έγγραφο του ο εκ των κατηγορουμένων Χ4 (Χ4) βάσει των οποίων οι εταιρείες ....., ......., ..... και ....... σε διαταγή των οποίων φέρονται εκδοθείσες εκ των ανωτέρω οι επιταγές των αλλοδαπών τραπεζών EURO-INTERCONTINENTAL BANK LTD, NORTH AMERICAN INTERNATIONAL BANK LTD είναι μέλη-εταιρείες του ομίλου της εταιρείας "....." με έδρα τη Ραβέννα Ιταλίας και αντικείμενο "έτοιμες εγκαταστάσεις-εξοπλισμοί εμπορία πρώτων υλών και τελειωμένων προϊόντων σιδηρούχων και μη σιδηρούχων" διαχειριστής των οποίων τυγχάνει ο ίδιος και μόνο και συνεπώς οι ως άνω εταιρείες είναι υπαρκτά πρόσωπα και η υπάρχουσα υπογραφή υπό την εταιρική αυτών επωνυμία είναι των εκπροσώπων τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τα προεκτεθέντα, αναφορικά με την τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αυτό αξιόποινης ως ανωτέρω πράξης της πλαστογραφίας από κοινού με χρήση κατ' ουδέν αναιρούνται εκ του συμπεράσματος της από ...... γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της γραφολόγου ......., περί της μη χάραξης τουτέστιν από τον κατηγορούμενο των υπογραφών που έχουν τεθεί στη θέση οπισθογράφησης επί των αναφερόμενων στη γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη κατ' αριθμό και λοιπά στοιχεία επιταγών, ήτοι επί είκοσι επιταγών της "CONVERMENT OF CANADA", μιας επιταγής της "WORKERS COMPENSATION BOARD" και μιας επιταγής της Τράπεζας "BANQUE INDOSUEZ ITALIA SPA", καθώς και επί τεσσάρων επιταγών της "NORTH AMERICAN INTERNATIONAL BANK", οκτώ της "EURO-CONTINENTAL BANK", δέκα της "HONG KONG BANK" και τριών της "MIDDLE EAST BANK", αφού η υπάρχουσα επ'αυτών υπογραφή στη θέση της οπισθογράφησης, σύμφωνα με την κατηγορία, τέθηκε κατ' απομίμηση της υπογραφής των δικαιούχων σύνταξης που διέμεναν μονίμως στην Ιταλία καθώς και η υπάρχουσα υπογραφή στη θέση οπισθογράφησης των φυσικών προσώπων και των εκπροσώπων των εταιρειών σε διαταγή των οποίων φέρονται ως εκδοθείσες, τέθηκε, με δικής του επινοήσεως ξενόγλωσσους υπογραφικούς σχηματισμούς και ουχί με το δικό του στην ελληνική γλώσσα υπογραφικό τύπο που αποτέλεσε κυρίως το συγκριτικό υλικό σύμφωνα με τα όσα παρατίθενται στο κεφάλαιο 2 (σελ. 13) της εν λόγω γραφολογικής γνωμοδότησης, ώστε να είναι ασφαλές το διατυπούμενο σ'αυτή ως άνω αποτέλεσμα αναφορικά με την έλλειψη γραφικής συγγένειας στα γενικά και ειδικά γραφολογικά γνωρίσματα των προς σύγκριση υπογραφών με τη γνήσια αυτού υπογραφή. Την προεκτεθείσα δε πράξη ο εν λόγω κατηγορούμενος τέλεσε εν γνώσει της πρόθεσης και των συγκατηγορουμένων του Χ3 και Χ4 για την τέλεση της αποδεχθείς να ενώσει τη δράση του με τη δράση αυτών είτε άμεσα, είτε διαδοχικά, αφού επί τη παραδοχή της περί του αντιθέτου εκδοχής, δεν δικαιολογείται η καθ' υπόδειξη του έκδοση επιταγών εκ του προϊόντος ρευστοποίησης των πλαστών ως άνω επιταγών που είχε κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό της Ε1 συζύγου του κατηγορουμένου Χ1 σε διαταγή, εκτός άλλων, και του Χ3, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και πέραν τούτου η καθ' υπόδειξη του (Χ2) ωσαύτως, έκδοση επιταγών σε διαταγή του συγκατηγορουμένου του αυτού (Χ3), εκ του προϊόντος ρευστοποίησης των ως άνω επιταγών που είχε κατατεθεί σε τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό από τον μάρτυρα Δ1, όπως επί λέξει ο τελευταίος αναφέρει στην κατάθεσή του αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου "Με ενημέρωσε ότι θα περάσει κάποια χρήματα στο λογαριασμό του· πάρτα μου είπε και δώστα στον Χ3· με επιταγές έδωσα τα χρήματα" καθώς και τα όσα παρακάτω στην κατάθεση του αυτή ο ανωτέρω μάρτυς αναφέρει "Δεν είδα ποτέ τις επιταγές· ο Χ2 τις έπαιρνε από τον Χ3 είχαν λόγο να κρυφτούν οι Χ3 και Χ2 και χρησιμοποιούσαν κόσμο να καλύπτονται". Ουτ' εξάλλου επί τη παραδοχή της περί του αντιθέτου εκδοχής δικαιολογείται η αποστολή από τον εκ τούτων Χ4 του χωρίς χρονολογία από 29 Μαρτίου εγγράφου στην προαναφερθείσα Τράπεζα και φερόμενου ως συνταχθέντος στη Ραβέννα Ιταλίας με το οποίο ο ανωτέρω συγκατηγορούμενος του αναλαμβάνει την ευθύνη κάλυψης της προκληθείσης οικονομικής ζημίας αναφορικά με τις εκδοθείσες επιταγές από την τράπεζα EURO-INTERCONTINENTAL BANK LTD, καθώς και η υπ' αυτού αποστολή στην Τράπεζα αυτή και του με αριθμόν ....... εγγράφου ομοίου περιεχομένου με το προαναφερθέν και την επιπρόσθετη επισημείωση, ότι οι εταιρείες ...., .... και ...... (οι εταιρείες τουτέστιν σε διαταγή των οποίων εκδόθηκαν εκ των άνω επιταγών, οι προαναφερθείσες) ανήκουν στον διαχειριζόμενο αποκλειστικά υπ' αυτού όμιλο με το λογότυπο SOLMET "Έτοιμες εγκαταστάσεις - εξοπλισμοί εμπορία πρώτων υλών και τελειωμένων προϊόντων σιδηρούχων και μη σιδηρούχων "από το κείμενο του οποίου ας σημειωθεί, δεν προκύπτει η διεύθυνση του φερόμενου ως εδρεύοντος στη Ραβέννα Ιταλίας ως άνω ομίλου του οποίου τυγχάνει όπως υποστηρίζει διαχειριστής. Με τις ανωτέρω παραδοχές ο ισχυρισμός του εν λόγω κατηγορουμένου κατά τον οποίο αγνοούσε την πλαστότητα των ανωτέρω επιταγών και παρέδωσε αυτές στον Χ1 προς ρευστοποίηση προκειμένου να εξυπηρετήσει τον προκάτοχο αυτών Δ1, ευελπιστώντας σε μελλοντική επαγγελματική μέσω του τελευταίου συνεργασία και συμμετοχή του σε συσταθησόμενες εταιρείες πρέπει να απορριφθεί, ενώ εξ άλλου και επί τη παραδοχή των όσων πιο πάνω υποστηρίζει δεν δικαιολογείται η κατάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης των επιταγών και δη ποσού εκ τούτου 119.000.000 δρχ. σε τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό της Ε1, πρώην συζύγου του κατηγορούμενου Χ1 και ουχί απ' ευθείας σε τηρούμενο υπ'αυτού ή υπό του Δ1 λογαριασμό, καθώς και η έκδοση επιταγών εκ του ποσού αυτού των 119.000.000 δρχ. κατόπιν υποδείξεως του σε διαταγή των Χ3, Δ1 και Δ2, όπως με σαφήνεια σε σχέση με τα προεκτεθέντα κατετέθη πρωτοβαθμίως αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την προαναφερθείσα Ε1, αλλά και από τον καταθέσαντα στο λογαριασμό της τελευταίας το ως άνω ποσό των 119.000.000 δρχ., το προϊόν ρευστοποίησης τουτέστιν ισόποσου ποσού επιταγών και ως μάρτυρα κατηγορίας εξετασθέντα Γ2. Ούτε πέραν αυτών αν πράγματι αγνοούσε την πλαστότητα των ανωτέρω επιταγών θα ανελάμβανε την υποχρέωση αντικατάστασης τους με ετέρες, όπως δήλωσε στον εξετασθέντα μάρτυρα κατηγορίας Γ1 ευθύς ως ανέκυψε το θέμα της πλαστότητάς τους, ο κατηγορούμενος Χ1, κληθείς υπ' αυτού προς παροχή διευκρινίσεων. Εξ άλλου, όπως από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ο ανωτέρω κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και αυτού εγκλήματος δέχθηκε στην κατοχή του τις ιδιαίτερα μεγάλης αξίας παραπάνω επιταγές αν και γνώριζε ότι ήταν κλεμμένες, τις οποίες μεταβίβαζε στον Χ1, ο οποίος τις δέχθηκε αν και γνώριζε ότι ήταν κλεμμένες, για να τις παρουσιάσει στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως και να εισπράξει το αντίστοιχο ποσό. Την πράξη του δε αυτή ενήργησε με σκοπό ζημίας της Τράπεζας Επαγγελματικής Πίστεως κατά ποσό άνω των 50.000.000 δραχμών. Υπέρ της κρίσης κατά την οποία οι παραπάνω επιταγές ήταν κλεμμένες συνηγορεί η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ1 πρωτοβαθμίως και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία, όπως διακριβώθηκε μετά από προηγούμενη έρευνα του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ ευθύς ως οι επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή μέσω της ανταποκρίτριας Τράπεζας CHASE MANHATTAN BANK N.Α ουδείς εκ των δικαιούχων έλαβε την επιταγή, ενώ τεθέντος ειδικού σ' αυτούς ερωτηματολογίου, άπαντες αρνήθηκαν την ύπαρξη δικής τους υπογραφής επί του σώματος των εν λόγω επιταγών και δη στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ενώ κλεμμένες ωσαύτως ήταν όπως διευκρινίστηκε από τον ανωτέρω μάρτυρα και οι λοιπές εκ των ανωτέρω επιταγές οι φερόμενες ως εκδοθείσες σε διαταγή διαφόρων φυσικών προσώπων ή εταιρειών η υπάρχουσα υπό την επωνυμία των οποίων στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης υπογραφή τέθηκε ωσαύτως με συναπόφαση των προαναφερομένων. Του γεγονότος δε αυτού, ήτοι ότι ανωτέρω επιταγές ήταν κλεμμένες, ο προαναφερθείς κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση, αφού ως γνώστης της αγγλικής γλώσσας όπως απολογούμενος αναφέρει, ευχερώς ηδύνατο να διαπιστώσει ότι επρόκειτο περί επιταγών εκδόσεως του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ και της κυβέρνησης του Καναδά σε διαταγή διαφόρων αλλοδαπών φυσικών προσώπων καθώς και εκδόσεως διαφόρων αλλοδαπών Τραπεζών σε διαταγή αλλοδαπών ωσαύτως φυσικών προσώπων και εταιρειών, δικαιούχοι των οποίων τουτέστιν ετύγχαναν αλλοδαπά πρόσωπα, ενώ εξ' άλλου δεν δικαιολογείται άγνοια του ως προς την προέλευση τους ως εκ του τρόπου μεταβιβάσεως τους σ' αυτόν, άνευ τουτέστιν οπισθογραφήσεως εκ μέρους των δικαιούχων, αφού η υπογραφή κάθε ενός δικαιούχου πλαστογραφήθηκε, αλλά και ως εκ της πληθώρας των επιταγών που παρέδωσε σ' αυτόν χωρίς οπισθογράφηση ο προκάτοχος του Δ1, καθώς και του ποσού εκάστης αυτών και του συνολικού τοιούτου. Ο δε αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη αναφορικά με τις προαναφερθείσες πράξεις της από κοινού πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος που του αποδίδονται καθ'όσον αγνοούσε ότι οι επίδικες επιταγές ήταν προϊόν πλαστογραφίας και κλοπής, η δε πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή λόγω της ρευστοποίησης των επιταγών μετά προηγούμενο έλεγχο από τον Δ/ντή του υπ/ματος της παθούσας Τράπεζας στο Βόλο Β1 και της διαβεβαίωσης του τελευταίου προς τον συγκατηγορούμενό του Χ1 ότι ήταν "εντάξει" πρέπει να απορριφθεί, αφού σύμφωνα με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των επιταγών, αλλά και του γεγονότος ότι ήταν προϊόν κλοπής, ενώ κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν συνηγορεί περί της διενέργειας ελέγχου από τον Δ/ντή του υπ/ματος Βόλου της ανωτέρω Τράπεζας Β1 αναφορικά με τη γνησιότητα τους, και περί του ότι διαβεβαίωσε περί αυτής τον κατηγορούμενο Χ1, όπως υποστηρίζει. Τουναντίον, όπως κατετέθη από το μάρτυρα Γ1, τον διενεργήσαντα τουτέστιν την Επιθεώρηση στο ως άνω υποκατάστημα, ο προαναφερθείς Β1 προέβη στη ρευστοποίηση των προσκομισθέντων επιταγών σε συνάλλαγμα αμέσως χωρίς να ακολουθήσει τις προδεδιαγραμμένες από την Τράπεζα διαδικασίες, βάσει των οποίων η διαπραγμάτευση αγοράς των εν λόγω επιταγών ενεργείται μέσα στα όρια ευχερειών που έχει καθορίσει η Γενική Διεύθυνση, πέραν των οποίων απαιτείται η έγκριση της Διοίκησης, που για το συγκεκριμένο υποκατάστημα ήταν τα 6.000.000 δρχ., με ρευστοποιήσιμα στοιχεία, ποσό, που υπολείπεται κατά πολύ το ρευστοποιηθέν ως άνω, και χωρίς να αναμείνει να παρέλθει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα προκειμένου να διαπιστωθεί από τις ανταποκρίτριες Τράπεζες αν οι επιταγές είναι έγκυρες ή μη (Βαλέρ), όπως άλλωστε διαλαμβάνει σε σχέση με τα προαναφερθέντα στην από 11-11-1992 κατάθεση του ενώπιον του Ανακριτή που διαβάστηκε, ο υποδ/ντής διαχείρισης διαθέσιμων σε δραχμές και σε συνάλλαγμα στην Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως Ζ1 και κατέθεσε επί λέξει ο υποδ/ντής του υπ/ματος Βόλου Ζ2 "εάν έμπαινε το βαλέρ με προθεσμία πιθανόν αν είχε αποφευχθεί η ζημία" και πέρα τούτου ο διατελέσας υπάλληλος στην εν λόγω Τράπεζα Ζ3 που στην κατάθεση του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επί λέξει αναφέρει "κανονικά όλες οι επιταγές έπρεπε να φεύγουν αυθημερόν και να πάνε στην Αθήνα στο dealing room και από εκεί στην Τράπεζα του εξωτερικού για να πληρωθούν, αλλά δεν το έκανε". Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πιο πάνω πράξεων ήτοι α) της από κοινού, πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση του πλαστού εγγράφου με την οποία σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το δε όφελος κι η αντίστοιχη βλάβη του τρίτου (ήτοι της παθούσας τράπεζας) υπερέβαιναν το ποσό των 50.000.000 δραχμών και β) της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση η προξενηθείσα από την οποία βλάβη σε βάρος της παθούσας τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Ο δ' ισχυρισμός του κατηγορουμένου κατά τον οποίο σε περίπτωση που κριθεί ένοχος της πράξεως επί πλαστογραφίας κατά συναυτουργία δεν δύναται κατά λογική συνέπεια να κριθεί ένοχος αποδοχής του αυτού υλικού αντικειμένου (των πλαστών επιταγών), των προϊόντων τουτέστιν του προηγηθέντος εγκλήματος της πλαστογραφίας καθ'όσον η αποδοχή του ενός αποκλείει το έτερο, στερείται βασιμότητας, αφού πρόκειται περί επιταγών καταρτισθέντων πλαστών ουχί εξ' υπαρχής αλλά ως προς την υπογραφή και μόνο των δικαιούχων σύνταξης καθώς και των φυσικών προσώπων και των εκπροσώπων των εταιρειών σε διαταγή των οποίων φέρονται ως εκδοθείσες οι λοιπές, εκ των ανωτέρω επιταγών (ήτοι πλην εκείνων των δικαιούχων σύνταξης) όπως υπέρ της κρίσεως αυτής συνηγορεί η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας και Διευθυντή Επιθεώρησης της παθούσας Τράπεζας Γ1, σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία και στις τελευταίες αυτές επιταγές ο λογότυπος όλων των στοιχείων τους ήταν έντυπος και συμπληρωμένος ως προς όλα τα στοιχεία. Το υποβληθέν από τον κατηγορούμενο αυτό δια του εκ τω συνηγόρων του Δημητρίου Παπαδέλλη αίτημα περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσία, καθόσον τέτοια καλή συμπεριφορά δεν αποδεικνύεται ούτε από την απολογία του, ούτε από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενώ ο διαδρομών χρόνος από την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και μόνο, δεν κρίνεται στοιχείο επαρκές για να αποφανθεί το Δικαστήριο περί της συμπεριφοράς, ότι δηλαδή έγινε αυτή καλή, ενόψει και της φύσεως, του είδους και της βαρύτητας της ως άνω εγκληματικής του δράσης, αλλά και του γεγονότος ότι υπήρξε φυγόδικος, συλληφθείς, διωκόμενος για τις προδιαληφθείσες πράξεις μετά παρέλευση ικανού από την τέλεση τους χρονικού διαστήματος και δη στις 23-10-2005". Στο διατακτικό όμως της αποφάσεως, ως προς τη πράξη της αποδοχής των προϊόντων εγκλήματος κηρύσσεται ένοχος ο αναιρεσείων του ότι "κατά το αυτό χρονικό διάστημα δέχθηκε στην κατοχή του πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα δέχθηκε τις παραπάνω επιταγές που ήταν κλεμμένες τις οποίες μεταβίβαζε στον Χ1, ο οποίος τις δέχθηκε αν και γνώριζε ότι ήταν κλεμμένες για να τις παρουσιάσει στην Τράπεζα και να εισπράξει το αντίστοιχο ποσό. Στην πράξη του αυτή ενήργησε ο κατηγορούμενος ζημιώνοντας την Τράπεζα κατά το ποσό άνω των 50.000.000 δραχμών. Βάσει δε των παραδοχών αυτών το δικαστήριο της ουσίας κατεδίκασε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά
(7)ετών για κακουργηματική πλαστογραφία από κοινού μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. Στις παραδοχές, όμως, αυτές του δικαστηρίου που αφορούν την κακουργηματική πλαστογραφία και ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου οι επίδικες επιταγές είχαν συμπληρωθεί καθ' όλα τους τα στοιχεία και είχαν αποσταλεί στους δικαιούχους προς είσπραξη του αναφερομένου σε κάθε μία από αυτές ποσού και έφεραν την γνησία υπογραφή του εκδότου των και ο αναιρεσείων από κοινού με τους Χ3 και Χ4 έθεσαν μόνο κατ' απομίμηση την υπογραφή στη θέση οπισθογράφησης των ανωτέρω δικαιούχων, εμφιλοχωρούν αντιφάσεις, αφού φέρεται ότι ο κατηγορούμενος, στην ανάπτυξη των περιστατικών των περιπτώσεων αυτών, διέπραξε την αυτοτελή πράξη της νοθεύσεως εγγράφου, που περιλαμβάνεται επίσης στο έγκλημα της πλαστογραφίας, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια σχετικά με τον τρόπο τελέσεως της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο ως άνω αξιοποίνου πράξεως και να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 98, 216 παρ. 1, β' ΠΚ, εντεύθεν δε η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως. Προσέτι δεν αναφέρεται ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλομένης ως άνω αποφάσεως ο τόπος τελέσεως της προαναφερομένης πράξεως, που ενόψει των παραδοχών της, ότι ο αναιρεσείων κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο από κοινού με τα παραπάνω πρόσωπα σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εκδότες των επιδίκων τίτλων φέρονται αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια περί του αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 6 Π.Κ. Επίσης καθόσον αφορά την πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, συνεπεία αντιφάσεως μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, και ασάφειας που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι "ότι πέντε επιταγές της αλλοδαπής τράπεζας THE GULF BANK εκδόσεως της BANCO FINANCIERA-Σαν Χοσέ καταρτίστηκαν από την αρχή από κοινού από τον αναιρεσείοντα και τους Χ3 και Χ4 "στο διατακτικό ο αναιρεσείων καταδικάζεται για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και για τις επιταγές αυτές. Επομένως είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 245/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.