← Ελλάδα

ΑΠ 1539/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1539 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Απάτη από κοινού και χρήση πλαστών εγγράφων, κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ και Ε λόγοι αναιρέσεως. Αριθμός 1539/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειου Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ταπόγλου, περί αναιρέσεως της 1450/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους

  1. Χ2 και
  2. Χ3 και
  3. Χ4.Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1690/
  4. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 216 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο, περαιτέρω δε και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιωμάτων που προστατεύονται από το νόμο, ασχέτως αν επετεύχθη ή όχι η παραπλάνηση. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται?α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει, με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε επιζήμια για τον παθόντα πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Γεγονότα δε, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, είναι πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, ήτοι, πράξεις συμβάντα, πρόσωπα, ιδιότητες, καταστάσεις ή οιαδήποτε άλλα αντικείμενα υποπίπτοντα αμέσως ή μη στις αισθήσεις, (έχουν δηλαδή εξωτερική υπόσταση), και γ)βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος, άρα μετά από συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (Ολ. ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας? α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλαδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν και την απολογία του αναιρεσείοντος, (πολιτική αγωγή δεν παρέστη), αποδεικνύονται τα ακόλουθα? Οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, Χ3 και Χ1, ως συνδιαχειριστές του εμπορικού καταστήματος πωλήσεως μοτοποδηλάτων και αξεσουάρ αυτών, που βρίσκεται, (στεγάζεται) στην οδό ...., αριθ. ...., στην Αθήνα, είχαν υπογράψει συμβάσεις με την Εμπορική Τράπεζα ΑΕ, την Τράπεζα Πίστεως και την Εθνική Τράπεζα ΑΕ, δυνάμει των οποίων η επιχείρησή τους αναλάμβανε την υποχρέωση να πραγματοποιεί πωλήσεις αγαθών ή υπηρεσιών με αποδοχή πιστωτικών καρτών (ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ, ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ, MASTER CARD),οι δε τράπεζες υποχρεούντο να εξοφλούν τις σχετικές αποδείξεις αγορών από την επιχείρησή τους, που πραγματοποιούντο με τις πιστωτικές αυτές κάρτες. Έτσι, στις 23-12-1999, στην Αθήνα, οι άνω κατηγορούμενοι από κοινού, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό τους όφελος, έβλαψαν της περιουσία της Εμπορικής Τράπεζας κατά το ποσό των 314.000 δρχ., της ήδη ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ κατά το ποσό των 334.000 δρχ., και της Εθνικής Τράπεζας κατά το ποσό των 769.000 δρχ., πείθοντας τους αρμοδίους υπαλλήλους αυτών σε πράξεις, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Δηλαδή, κατά τον πιο πάνω χρόνο οι άνω δύο κατηγορούμενοι, χρησιμοποιώντας πλαστές πιστωτικές κάρτες και πλαστές αποδείξεις συναλλαγών, προσκόμισαν στους αρμοδίους υπαλλήλους των άνω τραπεζών τις πλαστές αυτές αποδείξεις αγορών, που εκτίθενται στο διατακτικό και τους παραπλάνησαν, πείθοντας αυτούς ότι οι δικαιούχοι των πιστωτικών καρτών που αναφέρονται στις αποδείξεις, είχαν δήθεν αγοράσει εμπορεύματα από την επιχείρησή τους και είχαν υπογράψει τις σχετικές αποδείξεις. Αποτέλεσμα ήταν οι τράπεζες να καταβάλουν στους άνω κατηγορουμένους τα αναγραφόμενα στις αποδείξεις χρηματικά ποσά. Όπως δε αποδείχθηκε, οι δικαιούχοι των γνήσιων πιστωτικών καρτών, δεν αναγνώρισαν ότι είχαν πραγματοποιήσει τις συναλλαγές αυτές. Έτσι οι άνω κατηγορούμενοι αποκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 1.417.000 δρχ., ισόποσο με τα ποσά που χρεώνονταν οι δικαιούχοι των πιστωτικών καρτών και με ισόποση βλάβη της περιουσίας της κάθε τράπεζας, που κατέβαλε τα ποσά που είχαν πιστωθεί οι δικαιούχοι των πιστωτικών καρτών, τελούντες εν γνώσει (οι κατηγορούμενοι), ότι χρησιμοποιούσαν πλαστές πιστωτικές κάρτες και πλαστές αποδείξεις συναλλαγών (αγορών). Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, και χρήσεως πλαστών εγγράφων από κοινού, κατ' εξακολούθηση....." Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, και χρήσης πλαστών εγγράφων από κοινού, κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινές φυλακίσεως ενός έτους για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πλημμεληματικών πράξεων της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, και της χρήσης πλαστών εγγράφων από κοινού, όπως γι' αυτές καταδικάστηκε τελικώς ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 45, 94, 98, 216 παρ 2 και 386 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Μάλιστα το εφετείο εκθέτει στην προσβαλλομένη απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την διαδικασία, από τα οποία επείσθη για τη γνώση του αναιρεσείοντος, με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), η οποία προκύπτει από τη φύση του πράγματος, αφού, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης οι αποδείξεις που προσκόμισαν οι κατηγορούμενοι στις τράπεζες δεν αφορούσαν πραγματικές συναλλαγές, αιτιολογείται δε περαιτέρω και ο σκοπός παραπλανήσεως με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, αφού κατά τις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι πλαστές πιστωτικές κάρτες και πλαστές αποδείξεις συναλλαγών, τις οποίες προσκόμισαν στις Τράπεζες για να εισπράξουν τα αναγραφόμενα στις τελευταίες χρηματικά ποσά. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το ισχυρισμό του ότι η συμμετοχή του στην επί της οδού .... επιχείρηση ήταν τυπική, ενώ ουσιαστικώς αυτή ανήκε στο συγκατηγορούμενό του, (ο οποίος συνιστά άρνηση), πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτος. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1450/2007 αποφάσεως του Β Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.