← Ελλάδα

ΑΠ 1544/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1544 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία (νόθευση) επιταγής ως προς την ημερομηνία. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι αναιρέσεως. Αριθμός 1544/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αποστολίδη, περί αναιρέσεως της 1178/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1962/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και επιπροσθέτως το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση και μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο, αμέσως ή εμμέσως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ως αποδεδειγμένα, αλλά και όταν η διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Κατά τη 10η Σεπτεμβρίου 1999, ο μηνυτής Ψ1 εξέδωσε στον Πειραιά την υπ' αριθμόν .... επιταγή από προσωπικό του λογαριασμό που τηρούσε στην Τράπεζα THE ROYAL BANK OF SCOTLAD, ποσού 3.000.000 δραχμών και εις διαταγή του. Η επιταγή αυτή ήταν μεταχρονολογημένη, αφού έφερε ως ημερομηνία έκδοσης την 23-1-2000, και εκδόθηκε για τη διευκόλυνση της εδρεύουσας στον Πειραιά ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΒΑΝΤΜΑΡ Α.Ε., η οποία επεδίωκε να αποκτήσει τη δυνατότητα βραχυπρόθεσμων πιστώσεων προς τρίτους. Η επίδικη επιταγή οπισθογραφήθηκε από τον προαναφερόμενο μηνυτή υπέρ της παραπάνω εταιρίας, της οποίας Πρόεδρος του Δ.Σ. ήταν ο Γ1, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. αυτής και επιπλέον ασκούσε την οικονομική διαχείριση της ίδιας εταιρίας. Ο προαναφερόμενος Πρόεδρος του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρίας ΒΑΝΤΜΑΡ Α.Ε., δηλαδή ο Γ1, μόλις παρέλαβε την τραπεζική επιταγή, οπισθογράφησε περαιτέρω αυτή, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία, ακολούθως δε την παρέδωσε στον κατηγορούμενο ως οικονομικό διαχειριστή. Ο τελευταίος (κατηγορούμενος), αν και γνώριζε ότι ο μηνυτής Ψ1 είχε αποστείλει την από ..... επιστολή προς την πληρώτρια Τράπεζα, με την οποία είχε προβεί στην ανάκληση της επίδικης επιταγής, προτού να την παραδώσει σε επόμενο λήπτη αυτής, αλλοίωσε την ημερομηνία έκδοσης της μεταχρονολογημένης επιταγής, μεταβάλλοντας αυτή από 23-1-2000 σε 23-4-
  2. Με την ενέργειά του αυτή, η οποία έγινε κατά το χρονικό διάστημα από 24-12-1999 έως 23-4-2000, ο κατηγορούμενος σκόπευε να παραπλανήσει τόσο τον τελευταίο κομιστή της επιταγής, όσο και τους λοιπούς οπισθογράφους αυτής, δεδομένου ότι αυτοί πίστευαν, ως δήθεν αληθή, την παραπάνω αλλοιωμένη ημερομηνία (23-4-2000), η οποία έτσι θα τους έδινε το δικαίωμα εμφάνισης και πληρωμής αυτής στην πληρώτρια Τράπεζα μέχρι και τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας εμφάνισης αυτής για πληρωμή, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση εμφάνισής της για πληρωμή, ο εκδότης αυτής (μηνυτής) να εμφανισθεί ότι διατηρεί διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα για την πληρωμή αυτής... Επομένως, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, όπως και στο διατακτικό της παρούσας". Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα,13γ, 26 παρ.1α, 27, 216 παρ.1 ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως . Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιά στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, αλλ' ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση, κατ' επίφαση, του λόγου της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικάσαντος Εφετείου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις παραδοχές αυτής, και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-10-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1178/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.