Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1545 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει ως αβάσιμους τους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ. Απορρίπτει ως αβάσιμο το λόγο αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο. Αναιρεί την απόφαση κατά ένα μέρος, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναστολή της ποινής. Ενώ δέχεται ότι υπάρχουν καταδίκες της κατηγορουμένης και για άλλα εγκλήματα δεν αναφέρει ποια είναι τα εγκλήματα αυτά και οι ποινές τους. Αριθμός 1545/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 129/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαΐου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1043/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ. για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου, με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επί πλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπό του δράστη με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Διαπράττεται δε πλαστογραφία με την ειδικότερη μορφή της νόθευσης εγγράφου σε περίπτωση συμπληρώσεως από το λήπτη λευκής επιταγής με περιεχόμενο αντίθετο ή διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά με τον εκδότη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο, που την εξέδωσε, δέχθηκε, αναφορικά με την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχτηκε ότι "η κατηγορουμένη, περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου και το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του 2000, στη ..., με την ιδιότητά της ως Προέδρου του Αστικού Συνεταιρισμού Γυναικών του Νομού ......, προέβη σε κατάχρηση της υπογραφής της μηνύτριας, προκειμένου να καταρτίσει και όντως κατήρτισε το από ... Πρακτικό Γενικής Συνελεύσεως του εν λόγω Συνεταιρισμού. Ήτοι, θέλοντας να ιδρύσει τον εν λόγω Συνεταιρισμό και να εισπράξει επιδότηση από Οργανισμό, εμφάνισε στη μηνύτρια ότι θα εργασθεί ως διαφημίστρια, και την έπεισε να υπογράψει σε λευκό χαρτί. Εν συνεχεία κατάρτισε το από .... Πρακτικό Γενικής Συνελεύσεως, ένθα η μηνύτρια εμφανίζεται ως μέλος του Συνεταιρισμού και άρα συμπράττουσα στην είσπραξη της επιδοτήσεως ως δικαιούχος. Ακολούθως, υπέβαλε τα έγγραφα αυτά, πρακτικά κλπ, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, για τη νομιμοποίηση του Συνεταιρισμού". Μετά ταύτα, με το διατακτικό κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι "στη .....? 1) σε αδιακρίβωτες προανακριτικά ημερομηνίες, κατά τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου και κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, με περισσότερες πράξεις της, που συνιστούν εξακολουθητική τέλεση της αυτής αξιόποινης πράξης, κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες και εν συνεχεία έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη, με την ιδιότητα της Προέδρου του Αστικού Συνεταιρισμού Γυναικών Νομού ....., κατά τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου, προέβη στην κατάχρηση της υπογραφής της Γ1, που την είχε θέσει σε ασυμπλήρωτο (λευκό) χαρτί, συμπληρώνοντας το λευκό χαρτί με περιεχόμενο διαφορετικό από το συμφωνημένο, αντί δηλαδή ως κατάσταση εργαζομένων, σαν πρακτικό της από .... Γενικής Συνέλευσης Ιδρυτικών μελών του ανωτέρω συνεταιρισμού. 2) Σε αδιακρίβωτη προανακριτικά ημερομηνία, κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της Γ1 στο καταστατικό ίδρυσης του ίδιου αστικού συνεταιρισμού, εμφανίζοντάς την ως ιδρυτικό μέλος του συνεταιρισμού, δεσμεύοντας αυτήν με όλες τις προβλεπόμενες από το καταστατικό υποχρεώσεις, οικονομικές και μη. Στα ανωτέρω δεν προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έγκριση του από ...... καταστατικού ίδρυσης του αστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Πολιτιστικός Αστικός Συνεταιρισμός Γυναικών ......" και δη τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, όταν την ...., έκανε χρήση αυτών των εγγράφων κατά τη διαδικασία νομιμοποίησης του νεοσύστατου Αστικού Συνεταιρισμού με την ανωτέρω επωνυμία, υποβάλλοντας αίτηση καταχώρησης του καταστατικού στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, και στα βιβλία Μητρώων Αστικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 98 παρ.1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες, ούτε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, ρητώς εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα σκόπευε με τη χρήση των πλαστών εγγράφων να παραπλανήσει άλλους και συγκεκριμένα, τον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για έγκριση του από ..... καταστατικού ιδρύσεως του συνεταιρισμού, και συνεπώς δικαιούται να εισπράξει τη σχετική επιδότηση. Βέβαια, στο οικείο τμήμα του διατακτικού είναι καταχωρημένη η πρόταση? "Στα ανωτέρω δεν προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις...", και έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι ελλείπει το στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Όμως η προσθήκη του γράμματος "ν" στη λέξη δε, και έτσι η αλλοίωση του αληθούς νοήματος της ανωτέρω προτάσεως, οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται καμία ασάφεια. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος του επιδιωκόμενου περιουσιακού οφέλους που η αναιρεσείουσα σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της κηρύχτηκε ένοχος για την πράξη σε βαθμό πλημμελήματος, για την οποία δεν είναι απαραίτητη η παράθεση του ανωτέρω στοιχείου, οπότε για τη στοιχειοθέτησή της αρκεί ο σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η ύπαρξη του σκοπού προσπορισμού περιουσιακού οφέλους απαιτείται μόνο στην κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας. Η αιτίαση ότι η αναιρεσηβαλλομένη όφειλε να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τούτο απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου, από τα πρακτικά της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν ζήτησε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 παρ. 2, 358 και 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα στο ακροατήριο είναι υποχρεωτική η από το διευθύνοντα τη συζήτηση δόση του λόγου στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν και αν εκείνος δεν ζητήσει τούτο, διαφορετικά, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά το πέρας της εξετάσεως των μαρτύρων, έχει καταχωρηθεί περικοπή, σύμφωνα με την οποία "σημειώνεται ότι οι παραπάνω μάρτυρες κλήθηκαν μία μία και εξετάστηκαν προφορικά, μετά την εξέτασή τους παρέμειναν στο ακροατήριο και ότι ο Πρόεδρος έδιδε το λόγο στην Εισαγγελέα, στους Δικαστές και στο Συνήγορο της κατηγορουμένης για να απευθύνουν, αν είχαν, ερωτήσεις προς τους μάρτυρες και προς την κατηγορουμένη, αν έχει να παρατηρήσει ή να θυμίσει τίποτα, σχετικά με τις ερωτήσεις, όπως αναφέρεται στην κατάθεση κάθε μάρτυρα". Η σαφής αυτή καταγραφή των λαβόντων χώρα στο ακροατήριο μετά την κατάθεση κάθε μάρτυρα δεν καταλείπει αμφιβολία σχετικά με το ότι η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα που της παρέχονται από τα άρθρα 332 παρ. 2 και 358 του ΚΠΔ, να υποβάλει δηλαδή ερωτήσεις στους μάρτυρες και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τις καταθέσεις τους και ότι δεν στερήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο της ασκήσεώς των, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τις λοιπές αιτιάσεις της πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογήσει ειδικά την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απορρίψει χωρίς τέτοια αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ πλημμέλειες της έλλειψης της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για την ως άνω πράξη, σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, τη μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ, με την αιτιολογία ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα της καταδίκου και τις λοιπές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι αυτή έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για πλημμελήματα σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας της, που υπερβαίνει τους έξι μήνες, όπως προκύπτει από το ποινικό της μητρώο που βρίσκεται στη δικογραφία, το δικαστήριο κρίνει ότι, η χρηματική ποινή αρκεί για να την αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συντρέχει επομένως περίπτωση μετατροπής της παραπάνω ποινής σε χρηματική και πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη και τους οικονομικούς όρους της καταδικασμένης η κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογισθεί προς 4,40 ευρώ". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτεί ο νόμος, γιατί, ενώ δέχεται το Δικαστήριο ότι υπάρχουν αμετάκλητες καταδίκες της κατηγορουμένης και για άλλα εγκλήματα, δεν αναφέρει ποια είναι τα εγκλήματα αυτά και οι ποινές τους, λαμβανομένου υπόψη και του ότι από την επισκόπηση του αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι στο ποινικό της μητρώο είναι καταχωρημένη μία απόφαση με ποινή φυλάκισης πέντε
(5)μηνών για ρευματοκλοπή. Έτσι, όμως, αφενός μεν η αιτιολογία της αποφάσεως, ως προς τη μη χορήγηση της αναστολής, είναι ανεπαρκής, αφετέρου δε, λόγω των παραπάνω ασαφειών και ελλείψεων στις παραδοχές της αποφάσεως, ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί παραβιάστηκε εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, επειδή δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Επιπλέον, η παράλειψη αυτή συνιστά και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που θεμελιώνει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 του ίδιου Κώδικα). Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε', και Η' του ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή αναφορικά με την αναστολή της ποινής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην αναστολή της ποινής, την υπ' αριθμ. 129/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ