Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1548 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία. Περίληψη: Από τα άρθρα 309 και 313 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο όταν οι κατ’ αυτού ενδείξεις είναι επαρκείς. Στο τέλος του αιτιολογικού του βουλεύματος διαλαμβάνεται η σκέψη ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια κατηγορία εναντίον τους για την πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Η αναφορά ότι «η ενέργεια αυτή του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς και το γεγονός της από αυτόν είσπραξης επιταγών, καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή του για την παραπάνω πράξη», έγινε πλεοναστικά. Οι χρησιμοποιηθείσες ως άνω εκφράσεις δεν παραβιάζουν το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την κρίση του Συμβουλίου, οτιδήποτε και αν αναφέρεται σε αυτό. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας και της υπέρβασης εξουσίας και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. ΑΡΙΘΜΟΣ 1548/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπουλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 430/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1206/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 442/5-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμό 126 από 4.6.2007 αίτηση του Χ1, γενομένη δια πληρεξουσίου που είχε την προς τούτο εξουσιοδότηση, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 430/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ'ουσίαν η με αριθμό 463/3-11-2006 έφεσή του κατά του με αριθμό 2712/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση από υπαίτιους που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με όφελος που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 € και εκθέτω τα εξής: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους ήτοι την απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων της υπερασπίσεως και για υπέρβαση εξουσίας (άρθρα 484 παρ. 1 περ. α' και στ' σε συνδ. προς άρθρα 171 περ. 1 δ' Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Ούτοι, ως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης συνίστανται στο ότι: Στη σελίδα 12 του άνω βουλεύματος και στην εισαγγελική πρόταση στην οποίαν αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρεται ότι ".....η ενέργεια αυτή του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς και το γεγονός της από αυτόν είσπραξης των επιταγών, καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή του για την παραπάνω πράξη, της οποίας το κίνητρο υπήρξε ο προσπορισμός μεγάλων χρηματικών ποσών που καρπώθηκαν παράνομα ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενός του". Από το τμήμα αυτό της εισαγγελικής προτάσεως προκύπτει ότι το βούλευμα σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι είναι ένοχος παραβιάζοντας ούτω το δικαίωμά του να τεκμαίρεται αθώος μέχρι να κριθεί ένοχος από το δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. Με τη παραδοχή δε αυτή το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη θετικώς την εξουσία του ασκώντας δικαιοδοσία που δεν έχει κατά νόμο. Επειδή κατά το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ. "Λόγοι για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι μόνο: α) η απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 αρ. 1) ....: και στ) η υπέρβαση εξουσίας. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή τέλος, παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτουμένη για τη ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 50) ή για το οποίο δεν δόθηκε άδεια δίωξης (άρθρ. 54) η για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση (άρθρ. 438) κλπ . Κατά το άρθρο 171 Κ.Π.Δ.: Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμα προκαλείται:............1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν......δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος...". Η παραβίαση των αφορωσών την υπεράσπιση του κατηγορουμένου διατάξεων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα (όλως ενδεικτικώς) στις εξής περιπτώσεις: α) όταν απαγορεύτηκε στον κατηγορούμενο να συμπαραστεί κατά τη προδικασία με δύο συνηγόρους, στο ακροατήριο με τρεις ή να παραστεί μετά συνηγόρου κατά την ενέργεια πάσης ανακριτικής πράξεως β) όταν παραβιάστηκαν τα υπό των άρθρων 100, 101, 102, 103 προβλεπόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, γ) όταν το δικαστήριο σε δίκη για κακούργημα δεν διόρισε συνήγορο στον στερούμενο τούτου κατηγορούμενο κλπ. Από τα άρθρα 309 παρ. 1 περ. ε' και 313 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι όταν το συμβούλιο κρίνει ότι εκ της ανακρίσεως προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας για ορισμένη αξιόποινη πράξη, παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου καθ'ύλη και κατά τόπο. Οι ενδείξεις θεωρούνται επαρκείς, όταν πιθανολογούν σοβαρώς την ενοχή του κατηγορουμένου, όταν εκ του υπόψη του συμβουλίου τεθέντος αποδεικτικού υλικού, του κατά την ανάκριση συλλεγέντος, προκύπτει βεβαιότης, ότι το δικαστήριο σοβαρώς θέλει ασχοληθεί κατά την επ'ακροατηρίω διαδικασία με τα πραγματικά περιστατικά, εφ'ων οι ενδείξεις εδράζονται (Ζησιάδη Ποινική Δικονομία, τόμος Δεύτερος έκδοση τρίτη σελ. 381). Στην υπό κρίση περίπτωση προέκυψαν τα ακόλουθα: Στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος είχαν περιέλθει καταγγελίες κατά των επιχειρήσεων .... ΕΠΕ ΚΑΙ ...... ΕΠΕ, περί εκδόσεως πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Στις καταγγελίες αναφερόταν ότι τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τις άνω επιχειρήσεις, εξέδωσαν τιμολόγια παροχής υπηρεσειών, πολλών δεκάδων εκατομμυρίων, προς τις επιχειρήσεις ABELA EΛΛΑΣ και ATHENS AIR CATERERS AE, στα οποία εμφανίζονται ως εκδότριες οι άνω επιχειρήσεις .... ΕΠΕ και .... ΕΠΕ. Επακολούθησε έλεγχος από τα όργανα του ΣΔΟΕ κατά τον οποίον βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα πρωτότυπα τιμολόγια εκδόσεως της .... ΕΠΕ και .... ΕΠΕ. Το όφελος των δραστών από την έκδοση των πλαστών και εικονικών τιμολογίων ανέρχεται στο ποσό των 70.629.300 δρχ. Από την διενεργηθείσα έρευνα προέκυψε ότι δράστες της άνω πράξεως ήταν οι Χ1 και Χ. Οι ανωτέρω παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό οφέλους, δια βλάβης τρίτου, έκαστο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ'εξακολούθηση. Η παραπομπή αυτή έγινε με το υπ'αριθμόν 2712/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Στο ιστορικό του βουλεύματος αυτού και τις σκέψεις του συμβουλίου αναφέρεται ότι "....Το γεγονός αυτό, όπως και η είσπραξη των επιταγών εκ μέρους του (του Χ1) αποδεικνύει, πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή του για την άνω πράξη, αφού είχε ως κίνητρο για τη διάπραξή της τον προσπορισμό μεγάλων οικονομικών ποσών που καρπώθηκε παρανόμως τόσο ο ίδιος όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ) και οι προαναφερθείσες εταιρίες (βλέπε φύλλο 16ο του άνω βουλεύματος). Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως επελήφθη της υποθέσεως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και εκδόθηκε το υπ'αριθμόν 430/2007 βούλευμα αυτού. Στην εισαγγελική πρόταση και δη στο ιστορικό αυτής ο αρμόδιος εισαγγελέας επαναλαμβάνει την άνω πρόταση αναφέροντας στη δεύτερη σελίδα του 6ου φύλλου του βουλεύματος ότι "Η ενέργεια αυτή του πρώτου κατηγορουμένου, καθώς και το γεγονός της από αυτόν είσπραξης των επιταγών, καταδεικνύει πέρα πάσης αμφιβολίας την ενοχή του για την παραπάνω πράξη, της οποίας κίνητρο υπήρξε ο προσπορισμός μεγάλων χρηματικών ποσών που καρπώθηκε παράνομα ο ίδιος και ο συγκατηγορούμενός του και οι προαναφερθείσες εταιρείες τους". Την περικοπή αυτή του ιστορικού της εισαγγελικής προτάσεως, στο σύνολο της οποίας αναφέρεται και το Συμβούλιο Εφετών, θεωρεί ο αναιρεσείων ως λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος καθ'όσον κατά την άποψή του παραβιάζεται το δικαίωμά του να τεκμαίρεται αθώος μέχρι να κριθεί ένοχος από το δικαστήριο. Από τα άρθρα 309 και 313 Κ.Π.Δ. προκύπτει σαφώς ότι ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στο ακροατήριο όταν οι κατ'αυτού ενδείξεις είναι τουλάχιστον επαρκείς κατά την άνω αναφερομένη έννοια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο νόμος επιτάσσει στο αρμόδιο Συμβούλιο να χαρακτηρίσει τα αποδεικτικά στοιχεία υποχρεωτικά "επαρκή.... όταν από το αποδεικτικό υλικό προκύπτουν ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου με βεβαιότητα ή πέραν πάσης αμφιβολίας και να μειώσει ούτω τη διαβάθμιση των αποδείξεων. Συνεπώς οι χρησιμοποιηθείσες ως άνω εκφράσεις είναι νόμιμες και κατ'ουδέν παραβιάζουν το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να τεκμαίρεται αθώος μέχρι να κριθεί ένοχος από το δικαστήριο. Και είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο, κατά την εκφορά της κρίσεώς του, δεν δεσμεύεται από τη κρίση του Συμβουλίου ή τα αναφερόμενα στο βούλευμα ουδέ εις το ελάχιστον. Ο κατηγορούμενος πάντοτε θεωρείται αθώος μέχρι να κριθεί ένοχος από το Δικαστήριο και το δικαίωμά του αυτό κατ'ουδέν περιορίζεται από το παραπεμπτικό βούλευμα, οτιδήποτε και αν αναφέρεται σ'αυτό. Αναφέρομεν ακόμη ότι στο άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών αναφέρεται ότι "προκύπτουν, επομένως, σε βάρος των κατηγορουμένων σοβαρές και αποχρώσες ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια κατηγορία εναντίον τους για τη παραπάνω πράξη και ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα εξετίμησε το υπάρχον αποδεικτικό υλικό και ορθώς υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στους προσήκοντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και τους παρέπεμψε στο αρμόδιο καθ'ύλη και κατά τόπο Δικαστήριο για να δικαστούν για τις άνω πράξεις" (βλέπε 8ο φύλλο του υπ'αριθμ. 430/2007 βουλεύματος). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το άνω βούλευμα πάσχει από απόλυτη ακυρότητα και ότι το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του και για τους λόγους αυτούς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αιτούντα. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμόν 126 από 4-6-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ'αριθμόν 430/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στον άνω αιτούντα. Αθήνα 25 Σεπτεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμα προκαλείται? 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν...δ) την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος είναι και η υπέρβαση εξουσίας. Αυτή υπάρχει όταν το Δικαστικό Συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση) ή όταν παραλείπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 1 εδ. α', 310 παρ. 1 εδ. α', 313 και 318 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (Πλημμελειοδικών ή Εφετών) αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και αν δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ή αυτές που υπάρχουν δεν είναι σοβαρές για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Οι ενδείξεις θεωρούνται σοβαρές, όταν πιθανολογούν την ενοχή του κατηγορουμένου ή όταν από το αποδεικτικό υλικό που συγκομίστηκε προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίου διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις. Αντιθέτως, οι ενδείξεις δεν θεωρούνται σοβαρές όταν, αυτές καθ' εαυτές κρινόμενες, δεν πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή του κατηγορουμένου και κλονίζονται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που είναι επαρκή για να οδηγήσουν το δικαστήριο στην απαλλαγή του. Για να κρίνει το Συμβούλιο αν υπάρχουν ή όχι επαρκείς ενδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου ή για την απαλλαγή του, θα συνεκτιμήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν, αξιολογώντας και σταθμίζοντας τόσο τα στοιχεία που ενισχύουν τις άνω ενδείξεις, όσο και εκείνα που τις αποδυναμώνουν. Το Συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που συγκομίστηκαν και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα άρθρα 309, 310 και 313 ΚΠοινΔ, αν περιορισθεί στον έλεγχο και στην αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν. Εάν, όμως, κατά την έρευνα και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεχτεί το συμβούλιο ως αληθινά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, δεν υπερβαίνει την εξουσία του, εφόσον οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων. Εάν πάλι το συμβούλιο αποφανθεί ότι, με βάση τα περιστατικά που δέχτηκε ως αληθινά, "αποδείχθηκε" η ενοχή ή η αθωότητα του κατηγορουμένου ή "δεν αποδείχθηκε" η ενοχή του και δεν συνάγεται από το περιεχόμενο του βουλεύματος ότι πρόκειται για αδόκιμη ή από παραδρομή διατύπωση της κρίσης του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, θέμα υπέρβασης εξουσίας δεν τίθεται στην πρώτη περίπτωση της απόδειξης της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή, η ως άνω κρίση του συμβουλίου εμπεριέχει και την κρίση για την επάρκεια ή την παντελή έλλειψη ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου και συνεπώς, πρόκειται για πλεοναστική διατύπωση κρίσης που δεν έχει διαφορετικές συνέπειες από το απαιτούμενο κατά το νόμο έλασσον (επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου ή έλλειψη τέτοιων ενδείξεων για την απαλλαγή του). Στη δεύτερη, όμως, περίπτωση και εφόσον δεν πρόκειται για πλεοναστική ως άνω διατύπωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, διότι κρίνει ότι "δεν αποδείχτηκε" η ενοχή του και εξαρτά έτσι την παραπομπή του από την ύπαρξη αποδείξεων, αντί να αρκεστεί στην απαιτούμενη από το νόμο ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων, είναι πρόδηλο ότι υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του. Ενόψει αυτών παρέπεται ότι το δικαστικό συμβούλιο, κατά την άσκηση της παρεχόμενης σ' αυτό από τα άρθρα 309 και 313 του ΚΠοινΔ δικαιοδοσίας, ενεργεί καθ' υπέρβαση εξουσίας μόνο στις ανωτέρω περιπτώσεις και δεν μπορεί γι' αυτό να γίνει δεκτό ότι υπερβαίνει τούτο την εξουσία του αν προβεί σε πλήρη έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων για να διαπιστώσει την αλήθεια και δεν περιορισθεί στην αναζήτηση μόνο των επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. ΟλΑΠ 9/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό Εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής? Στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού εγκλήματος είχαν περιέλθει καταγγελίες ότι οι εταιρείες ... ΕΠΕ και ..... ΕΠΕ προβαίνουν στην έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Στις καταγγελίες αναφέρονται ότι τρίτα πρόσωπα, που δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τις παραπάνω εταιρείες εξέδιδαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, πολλών δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, προς τις επιχειρήσεις ΑΒΕΛΑ ΕΛΛΑΣ και ΑΤΗΕΝS ΑΙR CΑΤΕRΕRS ΑΕ, στα οποία εμφανίζονται ως εκδότριες οι αναφερθείσες δύο ΕΠΕ. Στις 15 Φεβρουαρίου 2002, ο Γ1, διαχειριστής της ...... ΕΠΕ, κατέθεσε έγγραφο στην παραπάνω Υπηρεσία με αριθμό πρωτ. ....., το οποίο συνοδευόταν από φωτοαντίγραφα παρομοίων τιμολογίων που φερόταν να είχε εκδώσει η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΕ προς τις επιχειρήσεις ΑΒΕΛΑ ΕΛΛΑΣ και ΑΤΗΕΝS ΑΙR CΑΤΕRΕRS ΑΕ. Επίσης, την ίδια ημέρα (15-2-2002) ο Γ2, διαχειριστής της εταιρείας ..... ΕΠΕ κατέθεσε και αυτός το με αριθμό πρωτοκ. ..... έγγραφο, που συνοδευόταν από φωτοαντίγραφα ομοίων τιμολογίων, τα οποία εφέρετο ότι είχε εκδώσει η ... ΕΠΕ προς τις επιχειρήσεις ΑΒΕΛΑ ΕΛΛΑΣ και ΑΤΗΕΝS ΑΙR CΑΤΕRΕRS Α.Ε. Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της διερεύνησης της υποθέσεως το τότε ΣΔΟΕ προέβη στις ... σε έλεγχο στην έδρα των επιχειρήσεων ΑΒΕΛΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" στο 5° χλμ της λεωφόρου Σπάτων-Λούτσας και ΑΤΗΕΝS ΑΙR CΑΤΕRΕRS LΙΜΙΤΕΝ. Επί της 31ης οδού, αριθ. 3, στο Ελληνικό, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα πρωτότυπα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ) εκδόσεως της .... ΕΠΕ" και ".... ΕΠΕ", που συντάχθηκαν συναφώς προς τις με αριθμούς .... και ... εκθέσεις κατασχέσεως και στις 22-3-2002 στην έδρα της επιχείρησης ΙΝFΑCΤ ΑΕ επί της οδού Ναυάρχου Νικόδημου, αρ. 2, στην Αθήνα, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα πρωτότυπα ΤΠΥ εκδόσεως των ίδιων εταιρειών ..... ΕΠΕ. ..... ΕΠΕ ΚΑΙ ...... ΕΠΕ, συνταχθείσας συναφώς της με αριθμό .... έκθεσης κατάσχεσης.Μετά, πραγματοποιήθηκε έλεγχος επεξεργασία και έρευνα των προαναφερομένων κατασχεθέντων επισήμων και ανεπισήμων στοιχείων βάσει των με αριθμούς .... .... και ..... εντολών ελέγχου του προϊσταμένου του ΠΔ ΣΔΟΕ Αττικής. Επί πλέον, από την επιχείρηση ΑΒΕΛΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ κατασχέθηκαν "αποδείξεις είσπραξης" που φέρονται ότι εκδόθηκαν από τις επιχειρήσεις ".... ΕΠΕ" και ".... ΕΠΕ" προς εξόφληση τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εκδόθηκαν από αυτές προς τη λήπτρια επιχείρηση. Στις παραπάνω αποδείξεις αναγραφόταν ο αριθμός επιταγών η πληρώτρια τράπεζα και τα ποσά τους. Το ΣΔΟΕ αξιοποιώντας αυτά τα στοιχεία αναζήτησε και έλαβε από τις αρμόδιες τράπεζες φωτοαντίγραφα των σωμάτων των επιταγών αυτών, που εμφανίζουν ως λήπτριες χρηματικών ποσών τις εταιρείας "..... ΕΠΕ" και "..... ΕΠΕ" σε διαταγή των οποίων αυτές εκδόθηκαν. Στη συνέχεια, οι επιταγές που ζητήθηκαν και δόθηκαν από την Τράπεζα ΕUROBANK ERGASIAS, εμφανίζονταν να έχουν οπισθογραφηθεί μεταβιβαστεί και εισπραχθεί όλες ή σχεδόν όλες από τον ήδη πρώτο εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1, ενώ σε μία επιταγή που ελήφθη από την Τράπεζα Πειραιώς εμφανίζεται ο ίδιος ως οπισθογράφος, εκτός από τη φερομένη ως λήπτρια εταιρεία. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο, που κατέληξε στη σύνταξη των με αριθμούς ...., ..., .. και .... εκθέσεων ελέγχου, προέκυψε
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.