Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1561 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Καταδίκη σε κάθειρξη 10 ετών για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την κατηγορία και σε σχέση με αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ελαφρυντικά κατ΄ άρθρο 84 § 2 α΄ και δ΄ Π.Κ. ανεξαρτήτως της μη παραδεκτής προβολής τους. Αρνητικός της κατηγορίας ο ισχυρισμός ότι η πράξη συνιστά σωματική βλάβη εξ αμελείας, άλλως επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απορρίπτονται λόγοι 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ (έλλειψη νόμιμης βάσης). Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προσδιορίζει το Δικαστήριο κατ’ ελεύθερη κρίση. Όχι αυτεπαγγέλτως η τήρηση του άρθρ. 358 Κ.Π.Δ. Όχι ακυρότητα από την ανάγνωση προανακριτικής κατάθεσης χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετους λόγους. ΑΡΙΘΜΟΣ 1561/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Αγροτική Φυλακή Αγιάς Χανίων Κρήτης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στάμου, περί αναιρέσεως της 74/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1241/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 74/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, έχοντας προσυμφωνήσει με τον παθόντα, ο οποίος επαγγέλλετο τον μεσίτη στα ..., την πώληση στον τελευταίο ενός ακινήτου του, την 12-2-2004 και περί ώρα 12.15', θεωρώντας εσφαλμένως ότι από υπαιτιότητα του εν λόγω και του δικηγόρου του, σε συνδυασμό με συμπαιγνία σε βάρος του και άλλων προσώπων, καθυστερούσαν να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες για την κατάρτιση του οικείου πωλητηρίου συμβολαίου διαδικασίες μετέβη στο επί της .... αριθ. .. γραφείο αυτού (παθόντος), συναποκομίζοντας δίκαννο κυνηγετικό όπλο με φυσίγγια, και, αφού έσπασε με λάκτισμα την πόρτα, εισήλθε σ' αυτό, όπου ευρίσκοντο ο παθών και οι τρεις εξετασθείσες ως μάρτυρες υπάλληλοί του, και, στρέφοντας το όπλο προς τον πρώτο, φώναξε "θέλω τα λεφτά μου", στη συνέχεια δε πυροβόλησε και κατέστρεψε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή τοποθετημένο επί του γραφείου, όπου καθόταν ο παθών, ενόσω δε αυτός, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που τον απειλούσε, κατευθυνόταν προς την έξοδο, πυροβόλησε και πάλι από μικρή απόσταση εναντίον του, με αποτέλεσμα, εκ τύχης, απλώς να τον τραυματίσει, προκαλώντας του τις αναφερόμενες στην αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση σωματικές κακώσεις. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν ο κατηγορούμενος, προέβλεψε, ενόψει και της γνωστής σ' αυτόν διασποράς των σφαιριδίων του φυσιγγίου ενός κυνηγετικού όπλου, ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής το θάνατο του θύματός του, παρά ταύτα όμως δεν απέστη και δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος τούτου και εντεύθεν το επιδοκίμασε. Τέλεσε, συνεπώς, σε βάρος του ανωτέρω την άδικη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, και όχι τις διαλαμβανόμενες στον συναφή αυτοτελή ισχυρισμό του άλλες άδικες πράξεις, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και δη χωρίς να του αναγνωρισθεί, όπως ζήτησε, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., αφού δεν επικαλέσθη, ούτε απέδειξε περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι πριν από την τέλεση της πράξης του διήγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, μη αρκούσας της έλλειψης ποινικής καταδίκης (Α.Π. 1474/2002 Π.Χ. ΝΓ', 524), ούτε και το ελαφρυντικό του ίδιου άρθρου παρ. 2δ', αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του με συγκεκριμένη συμπεριφορά και πράξεις, τις οποίες και δεν επικαλείται". Ακολούθως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στα .... την 12 Φεβρουαρίου 2004 και περί ώρα 12.15, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο), επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος αυτού, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του. Συγκεκριμένα, ενώ λόγω οικονομικής διαφοράς τους είχαν οξυνθεί οι σχέσεις του με τον εγκαλούντα Ψ1, ετών 56, κτηματομεσίτη, κάτοικο ...., οδός ......, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και γνωρίζοντας ότι είναι ενδεχόμενο να τον σκοτώσει, την 12η Φεβρουαρίου 2004 και περί την 12:15 ώρα μετέβη στο κτηματομεσιτικό γραφείο με την επωνυμία ".......", που διατηρεί ο εγκαλών στον πέμπτο όροφο του ευρισκομένου στην πλατεία ...... ".....", κρατώντας το με αρ. ..... δίκαννο κυνηγετικό όπλο, μάρκας ......, Ρωσικής προέλευσης, διαμετρήματος 12 χιλιοστών, κυριότητας του πατρός του ....., το οποίο ο κατηγορούμενος είχε εφοδιάσει με φυσίγγια και έφερε μαζί του παράνομα. Αφού εισήλθε σε αυτό, λακτίζοντας και θραύοντας την κλειστή πόρτα του γραφείου, στάθηκε στην είσοδο του γραφείου και υπό τα έκπληκτα μάτια του εγκαλούντος και των υπαλλήλων του γραφείου του....., ..... και ......, έστρεψε το όπλο προς τον εγκαλούντα που καθόταν σε ένα γραφείο (έπιπλο) ακριβώς απέναντι από την είσοδο και από το σημείο που στεκόταν ο κατηγορούμενος, σημαδεύοντάς τον και απειλώντας τον, ενώ ταυτόχρονα φώναζε "θέλω τα λεφτά μου". Ο τελευταίος προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντάς του ότι τα χρήματα τα έχει ο δικηγόρος του, το γραφείο του οποίου ήταν στον τέταρτο όροφο του ιδίου κτιρίου, και ότι θα του τα έδινε. Αυτός, όμως, σε έξαλλη κατάσταση πυροβόλησε και κατέστρεψε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή που ήταν τοποθετημένος πάνω στο παραπάνω γραφείο - έπιπλο που καθόταν ο εγκαλών και στη συνέχεια, παρά τις παραινέσεις και παρακλήσεις του εγκαλούντος να ηρεμήσει και κατά τη στιγμή που ο τελευταίος, διαισθανόμενος τον κίνδυνο, άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο του γραφείου, προς το σημείο δηλαδή που ευρισκόταν ο κατηγορούμενος με το κυνηγετικό όπλο που πιθανότατα κρατούσε στο ύψος της μέσης του, σημάδευε και πυροβόλησε από κοντινή απόσταση τον παθόντα στο ύψος πιο κάτω από την κοιλιά, γνωρίζοντας ότι είναι ενδεχόμενο, λόγω της ελάχιστης απόστασής του από τον παθόντα και του γεγονότος ότι το φυσίγγιο με το οποίο έγινε η βολή περιείχε πλήθος σφαιριδίων, τα οποία ως γνωστό διασπείρονται κατά τη βολή και κατευθύνονται σε σχήμα κυκλικό καταλαμβάνοντας επιφάνεια πλάτους ασυγκρίτως μεγαλύτερου από εκείνο των φυσιγγίων των πολεμικών όπλων ή των μονόβολων κυνηγετικών όπλων, κάποιο από τα σφαιρίδια αυτά να πλήξουν τον παθόντα σε κάποιο περισσότερο ευπαθές μέρος του σώματός του, απ' αυτό που εν τέλει επλήγη, και να επιφέρουν το θάνατο αυτού και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αποτέλεσμα αυτό. Η μη επίτευξη του θανατηφόρου αποτελέσματος οφείλεται σε εμπόδια εξωτερικά και μη αναγόμενα στη βούληση και το σκοπό του και συγκεκριμένα αφενός μεν στο ότι δεν επλήγη ο παθών σε περισσότερο ευπαθή και καίρια σημεία του σώματός του και τούτο διότι κατά τη στιγμή του πυροβολισμού ο παθών ευρισκόταν εν κινήσει και όχι σε σταθερή θέση, ενστικτωδώς δε προς αποφυγή της βολής πρέπει να γύρισε τη δεξιά πλευρά του σώματός του προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και την κάννη του όπλου (βλ. ιατροδικαστική έκθεση, όπου το στόμιο εισόδου εντοπίζεται στην έξω υπερκονδύλια επιφάνεια του δεξιού κάτω άκρου, ενώ στην πρόσθια έσω επιφάνεια της υπερκονδυλίου περιοχής εντοπίζεται το τραύμα εξόδου), αφετέρου δε χάρη στην έγκαιρη, συνεχή και αποτελεσματική ιατρική βοήθεια που του παρασχέθηκε, παρά την οποία, όμως, δεν αποκλείστηκαν οι απώτερες επιπλοκές της υγείας του, αλλά και στο ευτύχημα για τον παθόντα ότι από την βολή δεν επλήγη και δεν κατεστράφη κεντρική αρτηρία του μηρού ή της κνήμης του παρά μόνο δευτερεύοντα στελέχη των φλεβών της περιοχής του μηρού του". Επέβαλε δε το άνω Δικαστήριο στον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, αφού προηγουμένως απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' και δ' ΠΚ, ποινή καθείρξεως δέκα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.