← Ελλάδα

ΑΠ 1567/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1567 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα. Υποκειμενικό στοιχείο των εγκλημάτων αυτών είναι ο άμεσος δόλος που πρέπει να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το στοιχείο του άμεσου δόλου του κατηγορουμένου. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1567/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) ..., κατοίκου ...και 2) ..., κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Φωκά, περί αναιρέσεως της 2412/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λαμτζίδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28.9.2007 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1726/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 28.9.2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του ... και του ...στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθ. 2412/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Αυτές ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να εξεταστούν περαιτέρω. Από τις διατάξεις των άρθρων 229 παράγραφος 1 και 224 παράγραφος 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος των πράξεων, που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παράγραφος 1 και ότι τα ενόρκως εκτιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παράγραφος 2 του ΠΚ. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παράγραφος β εδ. α του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση) και παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2412/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (πρώτος αναιρεσείων), κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο: 1) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά του εγκαλούντα ... την με ημερομηνία καταθέσεως 7.9.2001 έγκλησή του, η οποία έλαβε αριθμό ΒΜ ΣΤ 20001 Εγχ/739, με την οποία εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς ότι ην 6.8.2001, ενεργώντας από κοινού με τη σύζυγό του ... και την .... προέβησαν στην κατεδάφιση διαχωριστικού τοιχείου των ομόρων ιδιοκτησιών τους, που δήθεν είχε κατασκευαστεί το έτος 1980 κατόπιν κοινής συμφωνίας τους, ενώ γνώριζε ότι τα παραπάνω ήταν ψευδή και ότι αληθές ήταν ότι ο εγκαλών δεν τέλεσε καμμία από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις της φθοράς και της αυτοδικίας, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, το παραπάνω διαχωριστικό τοιχείο, που φέρεται να κατασκεύασε αυτός το έτος 1980, κτίσθηκε από τον δεύτερο συγκατηγορούμενό του ..., κατόπιν εντολής αυτού, παρανόμως το έτος
  2. Στον ίδιο δε τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά την κατάθεση της παραπάνω ψευδούς κατά το περιεχόμενό της εγκλήσεως, εν γνώσει του βεβαίωσε το περιεχόμενο αυτής, 2) με συνεχείς προτροπές και υποδείξεις προκάλεσε στον δεύτερο συγκατηγορούμενό του ... την απόφαση να καταθέσει ενόρκως ψευδώς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ψέμματα, ότι δήθεν το παραπάνω τοιχείο κτίσθηκε από αυτόν (πρώτο κατηγορούμενο) το έτος 1980, ενώ το αληθές είναι ότι το τοιχείο αυτό χτίσθηκε κατόπιν εντολής αυτού από τον ως άνω δεύτερο συγκατηγορούμενο αυθαιρέτως και παρανόμως το έτος
  3. Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) στην Θεσσαλονίκη, την 2.8.2002, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, με ενάγοντα - αιτούντα τον εγκαλούντα και εναγόμενο καθού η αίτησή του πρώτο συγκατηγορούμενό του, εν γνώσει του κατέθεσε ψέμματα, ότι το διαχωριστικό τοιχείο που υφίστατο μεταξύ των ιδιοκτησιών των ως άνω τότε διαδίκων κτίσθηκε το έτος 1980, ενώ το αληθές είναι ότι το τοιχείο κτίσθηκε από τον ίδιο κατόπιν εντολής του πρώτου συγκατηγορουμένου του το έτος
  4. Επομένως, εφόσον στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους παραπάνω κατηγορουμένους, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και δη τον μεν πρώτο των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, τον δε δεύτερο αυτών, του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και τους επέβαλε αντίστοιχα συνολική ποινή φυλάκισης δέκα

(10)μηνών και ποινή φυλάκισης έξι
(6)μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για μία τριετία. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για το ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν γνώση της αναλήθειας των καταμηνυθέντων και ενόρκως βεβαιωθέντων από τον πρώτο και των ενόρκως βεβαιωθέντων από τον δεύτερο αυτών, καθώς και όσων για τον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα ισχυρίστηκαν, καίτοι από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό δεν είναι καθόλου αυτονόητη τέτοια γνώση. Εξάλλου, το διατακτικό είναι τυπική επανάληψη του σκεπτικού, χωρίς να περιέχει οιανδήποτε παραδεκτή συμπλήρωσή του. Ειδικότερα σε σχέση με το στοιχείο αυτό του αμέσου δόλου (γνώση), η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της τις φράσεις "εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς", "εν γνώσει του βεβαίωσε το περιεχόμενο αυτής (εγκλήσεως)", "εν γνώσει του κατέθεσε ψέμματα", χωρίς όμως να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση τους αυτή εν σχέσει με την αναλήθεια την περιστατικών τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος περιέλαβε στην κατά του εγκαλούντος έγκλησή του και βεβαίωσε ενόρκως εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο δε δεύτερος βεβαίωσε ενόρκως ως μάρτυρας την 2.8.2002 κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εξέτασή του σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ του εγκαλούντος και του πρώτου αναιρεσείοντος. Εξάλλου, η πληρότητα της αιτιολογίας για την ηθική αυτουργία του πρώτου αναιρεσείοντος συνδέεται με την πληρότητα και της αιτιολογίας για την ψευδορκία μάρτυρα του δευτέρου αναιρεσείοντος, που δεν υπάρχει, κατά τα προεκτιθέμενα. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση, και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει μετά από αυτά η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο, όμως, από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 2412/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.