← Ελλάδα

ΑΠ 1568/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Ψευδής καταμήνυση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1568 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Ψευδής καταμήνυση. Περίληψη: H απόφαση, που μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου, παύει οριστικά τη ποινική δίωξη, λόγω ανάκλησης της έγκλησης και αποδοχής (άρθ. 52 παρ. 2 εδ. β΄ του Κ.Π.Δ.) δεν είναι καταδικαστική, και δεν υπόκειται κατ’ άρθ. 504 παρ. 1 του ΚΠΔ αυτοτελώς σε αναίρεση. Υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση κατά τις διατάξεις των άρθ. 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. η παύουσα οριστικά την ποινική δίωξη απόφαση, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης έχουν σχέση μόνο με την παύση οριστικά της ποινικής δίωξης. Ψευδής καταμήνυση (άρθ. 229 παρ. 1 του Π.Κ.). Αιτιολογημένη η καταδικαστική απόφαση όταν αναφέρεται σε αυτήν: α) η αρχή ενώπιον της οποίας έγινε η αναφορά, β) ότι η πράξη που αποδόθηκε στο μηνυτή ήταν αξιόποινη και ψευδής, και γ) ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια του περιεχομένου της αναφοράς του, και δ) ότι η ψευδής ανα-φορά έγινε με σκοπό να κινηθεί ποινική δίωξη εναντίον του μηνυτή. Η καταμήνυση δεν είναι ανάγκη να γίνει εγγράφως, αλλά αρκεί και προφορική αναγγελία σε απλό αστυνομικό όργανο, εάν πρόκειται για αδίκημα που διώκεται αυτεπάγγελτα. Το άρθρο 10 παρ. 2 του Συντάγματος αναφέρεται σε έγγραφη αναφορά, στις αρχές και όχι διατυπωθείσα προφορικά, για αιτιάσεις που δεν αφορούν πράξεις ή παραλείψεις προερχόμενες από Αρχή ή όργανό της. Απορρίπτει. Αριθμός 1568/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρά Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό-Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Μπαταβάνο και 2. Χ2, που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αχιλλέα Μπαταβάνο και Δημήτριο Παπουτσιδάκη, περί αναιρέσεως της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους καθώς και στους από 31 Ιανουαρίου 2008 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1667/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης των 1) Χ1 και 2)Χ2 κατά της υπ'αριθ. 321/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Κρήτης με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης δύο

(2)μηνών η κάθε μία για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης κατ'εξακολούθηση και από κοινού ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ'άρθ. 473 παρ.2,3 και 4 τυου ΚΠΔ, με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18-9-2007, μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 13-8-2007 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 13-8-2007 βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης επί της προσβαλλόμενης). Αντίθετα, η ίδια αίτηση δεν είναι παραδεκτή και πρέπει να απορριφθεί κατ'άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ κατά το κεφάλαιό της με το οποίο προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο οι αναιρεσείουσες κηρύχθηκαν ένοχες για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ'εξακολούθηση και στη συνέχεια έπαυσε σε βάρος τους οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω της ανάκλησης της έγκλησης εκ μέρους του εγκαλούντος και της αποδοχής της ανάκλησης εκ μέρους των αναιρεσειουσών, πριν το Εφετείο αποφασίσει για την επιβλητέα ποινή σ'αυτές (άρθ. 52 παρ.2 εδ.β' του ΚΠΔ). Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που κήρυξε ένοχες τις αναιρεσείουσες, χωρίς να του επιβάλλει ποινή δεν είναι καταδικαστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθ. 504 παρ.1 του ΚΠΔ, αφού σαν τέτοια νοείται όχι μόνο η κηρύττουσα κάποιο ένοχο της τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης, αλλά και η επιβάλλουσα την αρμόζουσα στην πράξη αυτή ποινή. Εξ άλλου, ναι μεν οι αναιρεσείουσες είχαν δικαίωμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 504 παρ. 1` και 505 παρ.1 περ.α' του ΚΠΔ να ζητήσουν την αναίρεση της απόφασης που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον τους, αφού έχουν έννομο συμφέρον να κριθεί η ουσία της σε βάρος της κατηγορίας με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι θα επεκαλούντο περιστατικά έχοντα σχέση με την παύση οριστικά της ποινικής δίωξης, λόγω της ανάκλησης και της αποδοχής της εκ μέρους τους, και που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν αντίστοιχο λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν πρότειναν ούτε επικαλέσθηκαν με την αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων τέτοια περιστατικά. ΙΙ. Η αναίρεση περιέχει ως λόγους παραδεκτούς: α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διάταξης και γ) την υπέρβαση εξουσίας. Στη συνέχεια, οι αναιρεσείουσες κατέθεσαν στις 1-2-2008 και πρόσθετους λόγους, επικαλούμενες συμπληρωματικά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ΙΙΙ. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ'αυτή εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. 'όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάρχει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης δικάζοντας επί της έφεσης τους Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της υπ'αριθ.2714/2004 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου δέχθηκε μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφασή του αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: Οι κατηγορούμενες στο ...... κατά τους χρόνους που αναφέρονται στο διατακτικό, από κοινού ενεργώντας ανέφεραν εν γνώσει τους ψευδώς στην Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου ότι ο εγκαλών Ψ1 εκτελούσε ως ιδιοκτήτης οικοδομικές εργασίες στην οικία επί της οδού ......., χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, ενώ η αλήθεια, την οποία πολύ καλά γνώριζαν ήταν ότι ο παραπάνω δεν εκτελούσε οικοδομικές εργασίες αλλά εργασίες μόνωσης με πολυουρεθάνη στην ταράτσα της ως άνω οικίας, για τις οποίες, όπως είχαν πληροφορηθεί από την Πολεοδομική Υπηρεσία, δεν απαιτείτο οικοδομική άδεια. Στην πράξη τους δε αυτή, προέβησαν με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη του εγκαλούντος για αυθαίρετες οικοδομικές εργασίες δηλ. για παράβαση του άρθρ. 17 παρ.8α Ν/1337/83. Ο δόλος των κατηγορουμένων και ο σκοπός καταδίωξης προκύπτει από το γεγονός ότι προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταγγελίες σε βάρος του εγκαλούντος, με τις οποίες το οικείο Αστυνομικό Τμήμα ησχολείτο για χρονικό διάστημα δύο μηνών και Αστυνομικοί επισκέφθηκαν το ακίνητο πέντε φορές και τα παράπονα συνεχιζόταν. (βλ. ιδία κατάθεση ...... διοικητή στο Α' ΑΤ Ηρακλείου). Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 Συντάγμ. Και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τόσο ως προς την υποκειμενική όσο και ως προς την αντικειμενική υπόσταση του αντίστοιχου αδικήματος. Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφασή του την αρχή ενώπιον της οποίας έγινε η αναφορά, ότι η πράξη που αποδόθηκε στον μηνυτή ήταν αξιόποινη και ψευδής. Ρητώς δέχεται ότι οι αναιρεσείουσες γνώριζαν την αναλήθεια του περιεχομένου της αναφοράς τους και ότι έγινε από αυτές με σκοπό να κινηθεί ποινική δίωξη εναντίον του μηνυτή κατά του οποίου στρεφόταν η καταγγελία τους. Ως προς την ειδικότερη αιτίαση ότι η αναφορά τους δεν είχε το χαρακτήρα αναφοράς, κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή δεν έγινε εγγράφως ή προφορικώς με σύνταξη σχετικής εκθέσεως, αυτή είναι αβάσιμη, διότι η καταμήνυση μπορεί να γίνει με κάθε τύπο προφορικής αναγγελίας και με απλή ακόμα μεταφορά ψιθύρων ή με ανακοίνωση σε απλό όργανο, λ.χ. αστυφύλακα, αν πρόκειται για αδίκημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ-Ε λόγοι της αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αβάσιμος και απορριπτέος επίσης είναι ο λόγος για υπέρβαση εξουσίας, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των για ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση ήταν απαράδεκτη, αφού η Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου στην οποία είχαν αναφερθεί δεν είχε κοινοποιήσει σ'αυτές την τελική απόφασή της επί της αναφοράς τους ούτε είχε δώσει άδεια ώστε να ήταν επιτρεπτή η δίωξή τους για παράβαση που υπήρχε σ'αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 ΝΔ 796/71, διότι αφενός μεν το άρθρο 10 του Συντάγματος αναφέρεται σε έγγραφη αναφορά στις αρχές και όχι προφορική και αφετέρου δεν συνιστά αναφορά έγγραφο που περιέχει αιτιάσεις εναντίον πράξεων ή παραλείψεων οι οποίες δεν προέρχονται από κάποια αρχή ή κάποιο όργανό της. ΙV. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες χωριστά η κάθε μία στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠολΔ) κατά τα εις το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-9-2007 αίτηση-δήλωση και τους από 31-1-2008 πρόσθετους λόγους αναίρεσης των: 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ'αριθ. 321/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (για πλημ/τα). Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για κάθε μία χωριστά. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.