Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1569 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Η απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη (άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 εδ. γ΄ του Κ.Π.Δ. όπως προστέθηκε με το άρθ. 2 παρ. 5 εδ. β΄ του Ν. 2408/1996). Ο λόγος αναβολής από το αρθ. 349 του ΚΠΔ αφορά και τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του κατηγορουμένου, που πρόκειται να τον εκπροσωπήσει κατ’ άρθ. 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, όταν συντρέχει στο πρόσωπό του σημαντικό αίτιο, που υπάρχει και όταν ο συνήγορος αδυνατεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο, λόγω της απασχόλησής του σε άλλη δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Αναιρείται η απόφαση, που για τους λόγους του άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ του ΚΠΔ (έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση αιτιολογίας), που αφού απέρριψε με αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες το αίτημα αναβολής, καταδίκασε στη συνέχεια τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, χωρίς να βεβαιώνει ότι τουλάχιστον ήταν αδύνατη η διακοπή της συνεδρίασης για άλλη δικάσιμο, κατ’ άρθ. 349 παρ. 1 εδ. β΄ του Κ.Π.Δ. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 1569/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος τη συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Δέτση), Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Γεώργιο Χρυσικό- Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της 34/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1393/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά της υπ'αριθ. 34/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε
(5)ετών για τα αδικήματα της Εισαγωγής στην Ελλάδα, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ'άρθ. 473 παρ.2 του ΚΠΔ με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-6-2007, μετά την καταχώρισή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 11-6-2007 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 11-6-2007 βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και την από ..... βεβαίωση της Δικαστικής Επιμελήτριας Αθηνών ...... στο επιδοθέν δικόγραφο της κρινομένης αίτησης). ΙΙ. Η αναίρεση περιέχει ως λόγους παραδεκτούς: α) την υπέρβαση εξουσίας και β) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ΙΙΙ. Κατά τα άρθ. 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του αρ. 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρ. 2 παρ.5 εδάφ. Β' του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι αν αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 'Ομως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει όταν από τον κατηγορούμενο διατυπώνεται απλή ευχή για αναβολή της δίκης. Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας ιδρύει τον από το αρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγο αναίρεσης, αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα της αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 340 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, με το άρθρ. 13 του Ν.3346/2005 επιτρέπεται σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση δε γίνεται κατά τις διατυπώσεις που αναφέρονται σε αυτό (άρθρο), και ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών, ο δε συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Πέραν όμως αυτών κατά το άρθρ. 349 παρ.1 εδ.α' του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προβάλλονται από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως. Σημαντικό δε αίτιο για την αναβολή της δίκης, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, αποτελεί και η κατ'αυτήν (δίκη) αδυναμία από ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο υπάρχει και όταν ο συνήγορος του κατηγορούμενου αδυνατεί να εμφανιστεί στο δικαστήριο, λόγω απασχόλησής του, σε άλλη δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου, ενώ εάν εμφανιζόταν θα εκπροσωπούσε τον απόντα κατηγορούμενο κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 340 παρ.2 του ΚΠΔ. Κατά δε τις διατάξεις την εδ. β', γ' δ' ε' και στ' της ίδιας παρ. 1 του άρθ. 349 του ΚΠΔ το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτό έως δέκα πέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μόνο αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 34/2007 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, και κατά το πρώτο παρεμπίπτον μέρος αυτής, της συνεδρίασης της 3ης Μαΐου 2007, απορρίφθηκε αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα, μέσω άλλου τρίτου προσώπου (αγγέλου), για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων (αρθ. 349 του ΚΠΔ), συνισταμένων στη αδυναμία του πιο πάνω διορισμένου συνηγόρου του κατηγορουμένου Δικηγόρου Αθηνών, που επρόκειτο να εκπροσωπήσει στη δίκη τον κατηγορούμενο κατά τη διάταξη του άρθ. 340 παρ.2 του ΚΠΔ, δυνάμει συμβολαιογραφικής εντολής του κατηγορουμένου, ως μονίμου κατοίκου Αλβανίας, να εμφανισθεί στο ακροατήριο (ο πληρεξούσιος Δικηγόρος). Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αναβολή υποβλήθηκε κατά την ίδια συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 2007 για δεύτερη φορά, αφού μετά την πρώτη υποβολή του κατά την ίδια συνεδρίαση της 3ης Μαΐου 2007 και πριν την οποιαδήποτε κατ'ουσίαν εξέτασή του, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου είχε ανακοινώσει προς την εξετασθείσα στη συνέχεια και ως μάρτυρα, η οποία μετέφερε το αίτημα αναβολής του πληρεξούσιου Δικηγόρου, ότι η εκδίκαση της υπόθεσης διακόπτεται για την επόμενη ημέρα ώστε να μη υφίσταται το προβαλλόμενο κώλυμα του συνηγόρου. Μετά δε τη γνωστοποίηση από τον Πρόεδρο της διακοπής της συνεδρίασης για την επόμενη ημέρα της 4ης Μαΐου 2007, και την υποβολή του ίδιου αιτήματος για δεύτερη φορά την ίδια ημέρα, απορρίφθηκε αυτό με την πρώτη παρεμπίπτουσα προβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας της 3ης Μαΐου 2007 με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή, το αίτημα περί αναβολής της δίκης, που υποβλήθηκε από την ως άνω μάρτυρα εμφανισθείσα Γ1, ασκουμένη δικηγόρο, για λογαριασμό του δικηγόρου Αθηνών Αντωνίου Βγόντζα, ο οποίος εκπροσωπεί στη δίκη αυτή τον απόντα κατηγορούμενο Χ1 με το υπ'αριθμ. ..... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, για το λόγο ότι ο ανωτέρω δικηγόρος του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να εμφανισθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο (3-5-2007) και να υπερασπισθεί τον κατηγορούμενο με το προαναφερθέν πληρεξούσιο, καθόσον κατά την ως άνω δικάσιμο (σημερινή) έχει ανειλημμένη υποχρέωση να υπερασπισθεί τρεις αιτήσεις αναίρεσης, που εκκρεμούν, μετ'αναβολή, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, που έχουν ασκηθεί κατά των εντολέων του, .... και ...., είναι αβάσιμο και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιο. Και τούτο γιατί: 1)για παρόμοιο λόγο (κώλυμα δικηγόρου) αναβλήθηκε άλλη μια φορά η προκειμένη δίκη, που είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 11-1-2007, για των ανωτέρω σημειούμενη δικάσιμο (3-5-2007), και 2) ο προαναφερθείς δικηγόρος του απόντος κατηγορουμένου, είχε τη δυνατότητα να εμφανισθεί στο Δικαστήριο αυτό, την επομένη 4-5-2007, ενόψει της δήλωσης του Προέδρου του ως άνω Δικαστηρίου, ότι η συζήτηση της συγκεκριμένης υπόθεσης, που άρχισε την σημερινή (3-5-2007) δικάσιμο, θα διακοπεί για την επομένη, ώστε να καθίστατο δυνατή η έλευση του στην Κοζάνη έστω και κατά τις βράδυνες ώρες της 3-5-2007 ή και ακόμη κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της επομένης ημέρας και μάλιστα πριν από την 10η πρωϊνή, ώρα κατά την οποία θα επαναλαμβάνονταν η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής κατά την δικάσιμο της 4-5-
- Η αιτιολογία αυτή, που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου, που επρόκειτο να τον εκπροσωπήσει για αναβολή της δίκης, πρώτη παρεμπίπτουσα απόφασή του της 3ης Μαΐου 2007 είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, αφού εκτίθενται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε, στην απορριπτική του παραπάνω αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου, παρεμπίπτουσα απόφασή του, με τη συνδρομή της διακοπής της συνεδρίασης που αποφασίστηκε από το Δικαστήριο για την επόμενη ημέρα της 4ης Μαΐου 2007, με την οποία (διακοπή) μπορούσε να αντιμετωπισθεί κατ'άρθρ. 340 παρ.1 εδ.β' του ΚΠΔ το σημαντικό αίτιο της απασχόλησης του αιτούντος πληρεξουσίου Δικηγόρου στην Αθήνα στις τρεις δίκες στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 3η Μαΐου 2007, και με βάση όσα μέχρι τότε είχαν γίνει γνωστά στο Δικαστήριο εκ μέρους του αιτούντος την αναβολή πληρεξουσίου Δικηγόρου, μέσω της ασκουμένης Δικηγόρου που ενεργούσε γι'αυτόν. Στη συνέχεια με την ίδια προσβαλλόμενη υπ'αριθμ 34/2007 απόφαση, και κατά το δεύτερο παρεμπίπτον μέρος αυτής της συνεδρίασης της 4ης Μαΐου 2007 (μετά από τη διακοπή της συνεδρίασης της 3ης Μαΐου 2007) απορρίφθηκε δεύτερη αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο Δικηγόρο του μέσω του ίδιου πιο πάνω τρίτου προσώπου (αγγέλου), για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων (άρθ. 349 του ΚΠΔ), συνισταμένων στην αδυναμία του πιο πάνω διορισμένου συνηγόρου του κατηγορουμένου, να εμφανισθεί στο ακροατήριο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το πιο πάνω αίτημα υποβλήθηκε κατά την έναρξη της, μετά διακοπή συνεδρίασης της 4ης Μαΐου 2007 στηριζόταν δε, στο ως σημαντικό αίτιο προβαλλόμενο περιστατικό, ότι ο ίδιος πληρεξούσιος Δικηγόρος στις 2-5-2007 υπερασπιζόταν στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσ/νίκης τρεις κατηγορούμενους για πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες από 22 έως 27 Αυγούστου 2000, η εκδίκαση δε της υπόθεσης αυτής, απρόβλεπτα δεν ολοκληρώθηκε αυθημερόν λόγω της υποβολής ενστάσεων και διακόπηκε για την 4-5-2007, λόγω και του κινδύνου παραγραφής, με αποτέλεσμα ο αιτών πληρεξούσιος Δικηγόρος, αφού εμφανίστηκε στην Αθήνα στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 3 Μαΐου 2007, επανήλθε στη Θεσ/νίκη, στις 4 Μαΐου 2007 και αδυνατούσε να εμφανισθεί συγχρόνως στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας στη, μετά τη διακοπή, συνεδρίαση επίσης της 4ης Μαΐου
- Το αίτημα αυτό αναβολής απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία με τη δεύτερη παρεμπίπτουσα απόφαση και με την ακόλουθη αιτιολογία: Επειδή από την κατάθεση της μάρτυρος και τα αναγνωσθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε από την ασκούμενη δικηγόρο Γ1, η οποία εμφανίσθηκε ως άγγελος όχι του κατηγορουμένου αλλά του δικηγόρου Αντωνίου Βγόντζα, που επρόκειτο να ζητήσει από το δικαστήριο, να του επιτρέψει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου (κατά τα άρθρα 340 παρ.2 και 501 παρ.1 ΚΠΔ), ο οποίος δικηγόρος πριν του επιτραπεί η εκπροσώπηση αυτή, δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτημα αναβολής, που αφορά προσωπικό του κώλυμα να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει να του επιτραπεί η εκπροσώπηση (βλ ΑΠ 2014/2004 ΝοΒ 53.763). Επομένως πρέπει το αίτημα αναβολής ν' απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το αίτημα αναβολής υποβάλλεται νομίμως, πάλι είναι απορριπτέο, διότι τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται δε στοιχειοθετούν σημαντικό αίτιο σε κάθε δε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι στοιχειοθετείται σημαντικό αίτιο διότι το αίτημα προβάλλεται καταχρηστικά. Ειδικότερα: Στη δικάσιμο της 11.1.2007, υποβλήθηκε αίτημα αναβολής για κώλυμα του δικηγόρου Αντωνίου Βγόντζα, που επρόκειτο να ζητήσει να του επιτραπεί να εκπροσωπήσει τον κατηγορούμενο κατά τα ανωτέρω, διότι αυτός ήταν απασχολημένος την ίδια ημέρα με υπόθεση άλλου πελάτη του σε άλλο δικαστήριο. Το αίτημα έγινε δεκτό με την 7/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και ορίσθηκε νέα συζήτηση της υποθέσεως κατά την παρούσα δικάσιμο, που άρχισε χθες 3.5.2007, χωρίς να γνωστοποιηθεί στο δικαστήριο όταν χορήγησε την αναβολή και όρισε τη νέα δικάσιμο ότι ο εν λόγω δικηγόρος κωλύεται να εμφανιστεί κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο, ώστε να προσδιοριστεί η μετ' αναβολή συζήτηση σε διαφορετική δικάσιμο. Κατά την παρούσα δικάσιμο και κατά την έναρξη της χθες υποβλήθηκε και πάλι αίτημα αναβολής, λόγω κωλύματος του ίδιου δικηγόρου, ο οποίος παρίστατο την ίδια ημέρα ενώπιον του ΣτΕ. Το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέκοψε τη συνεδρίαση του για σήμερα προκειμένου να εκδικαστεί η υπόθεση. Σήμερα υποβλήθηκε το κρινόμενο αίτημα αναβολής για τον ίδιο ακριβώς λόγο, για κώλυμα δηλαδή του ίδιου ως άνω δικηγόρου να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, διότι είναι απασχολημένος με την εκπροσώπηση άλλου πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης σε υπόθεση η οποία αρχικά είχε οριστεί να εκδικαστεί στις 2.5.2007 και διακόπηκε η συζήτησή της για τη σημερινή δικάσιμο. Ο προσδιορισμός της υποθέσεως για την παρούσα δικάσιμο είχε γίνει από της 11.1.
- χωρίς προβολή από μέρους του εκπροσώπου του ανωτέρω δικηγόρου που εμφανίσθηκε και ζήτησε την αναβολή, αντιρρήσεως για τον ορισμό της δικασίμου αυτής. Γνώριζε δηλαδή ο εν λόγω δικηγόρος έκτοτε ότι στην παρούσα δικάσιμο θα εκδικαζόταν η υπόθεση ύστερα από δικό του αίτημα και θα έπρεπε να ρυθμίσει τη δραστηριότητα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, του οποίου η συνεδρίαση κατά κανόνα διαρκεί περισσότερες από μία ημέρες λόγω της σοβαρότητας των υποθέσεων που αυτό δικάζει. Υπό τα περιστατικά αυτά εφόσον η παρούσα δικάσιμος είχε οριστεί από πενταμήνου περίπου, παρείχετο η ευχέρεια στον ως άνω δικηγόρο να ρυθμίσει τη δραστηριότητα του κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εμφανιστεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου και συνεπώς το επικαλούμενο κώλυμα του δεν είναι γεγονός αιφνίδιο ώστε να αποτελεί σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης. Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το κώλυμα του ίδιου δικηγόρου, λόγω απασχολήσεως του σε άλλες υποθέσεις, προβαλλόμενο ως λόγος αναβολής επί τρεις φορές, αποτελεί σημαντικό αίτιο, το σχετικό αίτημα αναβολής που στηρίζεται σ' αυτό το κώλυμα, ενόψει του ότι νέα συνεδρίαση του παρόντος δικαστηρίου έχει οριστεί μετά τις δικαστικές διακοπές, οπότε αν γίνει δεκτό το αίτημα αναβολής η δίκη θα διαρκέσει χρόνο μεγαλύτερο της επταετίας (χρόνος τελέσεως του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος η 10.5.2000) με κίνδυνο, σε περίπτωση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) να καταδικαστεί η Ελλάδα για παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω υπερβάσεως του ευλόγου χρόνου εκδικάσεως της υποθέσεως (βλ σχετικώς την από 21.9.2006 απόφαση του ανωτέρω διεθνούς δικαστηρίου επί προσφυγής .....) προβάλλεται καταχρηστικά και πρέπει για το λόγο αυτό ν' απορριφθεί". Η δεύτερη αυτή παρεμπίπτουσα απόφαση στερείται της απαιτούμενης από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα, όσον αφορά την κατά κύριο λόγο απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του Δικαστηρίου που στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό του, η αιτιολογία αυτή έχει αντιφάσεις σε σχέση προς τις παραδοχές της πρώτης παρεμπίπτουσας απόφασης, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση της δεύτερης παρεμπίπτουσας απορριπτικής απόφασης της 4-5-2007 κρίθηκε από το Εφετείο ότι το αίτημα αναβολής της δίκης δεν υποβάλλεται νόμιμα, επειδή αυτό υποβλήθηκε από πρόσωπο που δεν ενομιμοποιείτο προς τούτο, ενώ στην παρεμπίπτουσα απόφαση της 3-5-2007, το Εφετείο προχώρησε στην ουσιαστική εξέταση της βασιμότητας του πρώτου αιτήματος αναβολής δεχόμενο ότι υποβλήθηκε από νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, καίτοι και στις δύο περιπτώσεις το αίτημα αναβολής υποβλήθηκε από το ίδιο πρόσωπο που ενεργούσε υπό την αυτή ιδιότητα του αγγέλου δηλαδή του πληρεξούσιου δικηγόρου του κατηγορουμένου που θα τον εκπροσωπούσε. Αλλά και κατά την επικουρική αιτιολογία της που στηρίζει επίσης αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό, η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση στερείται επίσης της αναγκαίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Εφετείο, χωρίς στην πραγματικότητα να αξιολογήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρος (αγγέλου) και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (την με αριθμ. 10216/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νίκης και την από 4-5-2007 βεβαίωση της Γραμματείας του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσ/νίκης), τα οποία δεν αντέκρουσε επαρκώς ως προς το διαπιστούμενο περιστατικό σημαντικού αιτίου στο πρόσωπο του αιτούντος συνηγόρου, που δικαιολογούσε τουλάχιστον τη διακοπή εκ νέου της δίκης για δεύτερη φορά, δέχθηκε όλως γενικώς και αορίστως ότι δεν συνέτρεχε σημαντικό αίτιο στο πρόσωπο του αιτούντος συνηγόρου που τον εμπόδιζε να εμφανιστεί στο δικαστήριο την 4-5-2007, καίτοι ο ίδιος συνήγορος, όπως αποδεικνυόταν από τα πιο πάνω στοιχεία, μη αναιρούμενα και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης από άλλα στοιχεία κατά τη δικάσιμο της 4-5-2007, παρέστη στο Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Θεσ/νικης στην εκδίκαση υπόθεσης που είχε αρχίσει στις 2-5-2007 και είχε διακοπεί τελείως απρόβλεπτα για τη δικάσιμο της 4-5-2007 σε χρόνο δηλαδή που δεν είχε ακόμη μεσολαβήσει η διακοπή εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης από τη δικάσιμο της 3-5-2007 για εκείνη της 4-5-
- Εξ άλλου, τα ίδια αυτά περιστατικά, που δικαιολογούσαν τη συνδρομή σημαντικού αιτίου στο πρόσωπο του αιτούντος συνηγόρου, δεν αναιρούνται από την επίκληση στην προσβαλλόμενη απόφαση καταχρηστικής συμπεριφοράς του αιτούντος συνηγόρου αφού δεν αιτιολογείται ούτε αντιμετωπίζεται με οποιαδήποτε τρόπο στην ίδια απόφαση η ύπαρξη αδυναμίας για διακοπή της συνεδρίασης στο πλαίσιο της διάταξης του άρθ. 349 παρ.1 εδ.β' του ΚΠΔ. Εφ' όσον μετά ταύτα το παραπάνω Δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το πιο πάνω αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προχώρησε, μετά τη δεύτερη παρεμπίπτουσα απορριπτική του απόφαση στην εκδίκαση της υπόθεσης, και δέχθηκε την έφεση του Αντεισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, κατά του απαλλακτικού σκέλους της με αριθ. 126/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας και αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ωσεί παρόντα δικαζόμενο) επέβαλε σ'αυτόν ποινή κάθειρξης πέντε
(5)ετών, υπερέβη σχετικώς την εξουσία του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δεύτερης απορριπτικής παρεμπίπτουσας απόφασης της 4-5-2007 και υπέρβαση εξουσίας, αντίστοιχα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του με άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 34/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την οποία ο αναιρεσείων Χ1 καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε
(5)ετών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί με άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ