← Ελλάδα

ΑΠ 1575/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1575 / 2010 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία με χρήση. 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σε' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. 2) Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης των πρακτικών της σαφώς προκύπτει ότι δεν κατετέθη στο δικαστήριο προς ανάγνωση η εκκαλούμενη, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε προκύπτει ότι ζητήθηκε από το δικαστήριο η ανάγνωσή της και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε τούτο. Αριθμός 1575/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 248/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 454/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Χ, κατά της υπ' αριθμ. 248/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση (άρθρ. 216 §1 ΠΚ), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ με επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-3-2010 μετά την καταχώριση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις 1-3-2010 στο προς τούτο τηρούμενο ειδικό βιβλίο (βλέπετε την από 1-3-2010 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Θράκης). II. Η αναίρεση περιέχει ως λόγους παραδεκτούς: 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2) έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 510 §1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ). III. Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ, 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσης, όταν σ' αυτή εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Προς τούτοις, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όπως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των εις την απόφασή του αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, κατηγορίας και υπερασπίσεως, την απολογία του κατηγορουμένου, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι: Στις αρχές του έτος 1999, ο Σ, πρώτος παραπάνω μάρτυρας, ο οποίος ήταν συνιδιοκτήτης οικοπέδου που βρίσκεται στην ... επί της οδού ..., επί του οποίου επρόκειτο να αναγερθεί οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής από τον εργολάβο Φ, δεύτερο παραπάνω μάρτυρα, ανέθεσε στον κατηγορούμενο δικηγόρο ... τον χειρισμό της όλης υπόθεσης που αφορούσε απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., με βάση την οποία το οικόπεδο του Σ και των τέκνων του, βαρυνόταν με αποζημίωση τρίτων, μεταξύ δε των νομικών ενεργειών που του ανέθεσε ήταν και ο καθορισμός της προσωρινής τιμής μονάδας της αποζημιώσεως με την οποία βαρυνόταν το παραπάνω οικόπεδο. Ο κατηγορούμενος όμως παρότι ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης αυτής δεν προέβη σε καμία ενέργεια, καθησύχαζε δε τον εντολέα του Σ, ο οποίος διαμαρτυρόταν για την καθυστέρηση, με διάφορες προφάσεις. Τον Νοέμβριο του 2002, όταν ο τελευταίος τον ενόχλησε πιεστικά για την πορεία της υποθέσεώς του, ο κατηγορούμενος κατάρτισε ο ίδιος δικαστική απόφαση με περιεχόμενο τον προσωρινό καθορισμό της παραπάνω αποζημίωσης, την οποία απόφαση φέρεται ότι εξέδωσε, κατόπιν της από 18-10-2001 αιτήσεως του Σ κατά της ... κ.α. η Πρωτοδίκης του Πρωτοδικείου Ξάνθης Φ, στις 14-5-2002, κατά την ειδική διαδικασία και ότι έλαβε αριθμό απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης 150/2002, την απόφαση δε αυτή, η οποία είναι εξ ολοκλήρου πλαστή παρέδωσε στον προαναφερόμενο εργολάβο Φ, με τον οποίο ο κατηγορούμενος διατηρούσε και προσωπική σχέση και ο οποίος επίσης τον πίεζε να εκτελέσει την εντολή που ανέλαβε, προκειμένου να την παραδώσει στον Σ και να τον πείσει έτσι ότι είχε εκτελέσει την εντολή του, όπως και πράγματι αρχικά τον έπεισε. Στη συνέχεια όμως ύστερα από επαφές του με τους δικαιούχους της αποζημίωσης, ο Σ πληροφορήθηκε ότι δεν είχε εκδοθεί η απόφαση που του εμφάνισε ο κατηγορούμενος, προκειμένου δε να βεβαιωθεί σχετικά, ζήτησε με την από 21-7-2006 αίτηση του προς το Πρωτοδικείο Ξάνθης να πληροφορηθεί αν είχε εκδοθεί η παραπάνω απόφαση και με το με αριθ. πρωτ. 729/21-7-2006 έγγραφο της η Γραμματέας του Πρωτοδικείου αυτού τον ενημέρωσε ότι δεν εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης ειδικής διαδικασίας με αριθμό 150/2002 και διαδίκους τον ίδιο ως αιτούντα και τους αντιδίκους του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το εγχειρισθέν στο μάρτυρα Σ έγγραφο δεν αποτελούσε αντίγραφο της 150/2002 απόφασης αλλά σχέδιο απόφασης προκειμένου να το χρησιμοποιήσει αυτός για την κατάρτιση συμβιβασμού κρίνεται ελάχιστα πειστικός αφού σε περίπτωση αποδοχής αυτού ως αληθινού δεν υπήρχε λόγος να διαλαμβάνεται στο εν λόγω σχέδιο ούτε ο αριθμός της απόφασης, ούτε το όνομα του δικαστή που φέρεται ότι είχε δικάσει την υπόθεση του ως άνω μάρτυρα ούτε τέλος καθορισμός της ανά τ. μ. αξίας της απαλλοτριωθείσας έκτασης, το δικαστικό προσδιορισμό της οποίας είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο τελευταίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, υπό την, και πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 §2α ΠΚ, αθώος όμως της αποδιδόμενης σ' αυτόν με το κατηγορητήριο πράξης της απιστίας δικηγόρου καθόσον δεν αποδείχθηκε η από τη διάταξη του άρθρου 233 ΠΚ απαιτούμενη για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτής προϋπόθεση της επέλευσης βλάβης στα συμφέροντα του εντολέα του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας Σ (ΑΠ 217/88 ΠΧ ΛΗ 509, ΑΠ 999/88 ΠΧ ΛΗ 973) αφού και ο ίδιος ως άνω εντολέας καταθέτει "Δεν ζημιώθηκα, δεν πλήρωσα αμοιβή στον κατηγορούμενο". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου, οι δε παρατιθέμενες στην απόφαση σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί σχετικά με την εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη παρουσιάζουν σοβαρά κενά και ειδικότερα: α) δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία σχετικά τόσο με την πράξη της πλαστογραφίας, όσο και με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, β) δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν η δυνατότητα παραπλάνησης άλλου, οι έννομες συνέπειες που μπορούσε να έχει η χρήση του πλαστού εγγράφου και ποιο ήταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων και κυρίως του εντολέα του Σ, ο οποίος δήλωσε στο δικαστήριο ότι δεν υπέστη ζημία, γ) δεν καθίσταται σαφές αν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο η 1/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, η οποία δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, μολονότι κατετέθη νομοτύπως και εγκαίρως από τους συνηγόρους του και επισημάνθηκε δεόντως στις αγορεύσεις τους και δ) δεν γίνεται καμία αναφορά στην υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή στοιχεία που να θεμελιώνουν τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και τη θέληση πραγματώσεως αυτών, καθώς και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ο λόγος αυτός ως προς όλα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 216 παρ. 1 του ΠΚ. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο αυτός (αναιρεσείων) τέλεσε την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, με τις παραδοχές ότι "το Νοέμβριο του 2002, όταν ο Σ τον ενόχλησε πιεστικά για την πορεία της υποθέσεως που του είχε αναθέσει [απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομίας κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου Ξάνθης, οικοπέδου συνιδιοκτησίας Σ και των τέκνων του, καθορισμός προσωρινής τιμής μονάδος κλπ] κατάρτισε ο ίδιος την 150/2002 πλαστή δικαστική απόφαση, με περιεχόμενο τον προσωρινό καθορισμό της τιμής αποζημιώσεως του οικοπέδου του, θέτοντας σ' αυτή αριθμό ..... κλπ, την οποία (πλαστή απόφαση) παρέδωσε εν συνεχεία στον εργολάβο Φ, προκειμένου να την παραδώσει στον εντολέα του Σ και να τον πείσει έτσι ότι (ως δικηγόρος) εκτέλεσε την εντολή του, όπως και πράγματι αρχικά τον έπεισε", β) προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η δυνατότητα παραπλάνησης άλλου και οι έννομες συνέπειες που μπορούσε να έχει η χρήση του πλαστού εγγράφου (και είχε), με τις παραδοχές ότι, την 150/2002 πλαστή δικαστική απόφαση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο την παρέδωσε, μέσω του εργολάβου Φ, στον εντολέα του Σ, προκειμένου (με σκοπό) να τον πείσει (κατόπιν παραπλάνησης) ότι εκτέλεσε την εντολή του, με συνέπεια να πείσει πράγματι αρχικά αυτόν, σαφώς δε προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων, γ) από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ "ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (αποτελούν πλήρη απόδειξη μη επιτρεπόμενης ανταπόδειξης παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών) [ΑΠ 1243/2009, 523/ 2009, 2288/2007], προκύπτει ότι δεν προσκομίστηκε ούτε ζητήθηκε από το δικαστήριο η ανάγνωση της επικαλούμενης 1/2004 αποφάσεως του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα κι επομένως ορθώς το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του, η δε σχετική αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος [ο οποίος δεν προσέβαλε τα πρακτικά ως πλαστά κατά τούτο], είναι απαράδεκτη [οι συνήγοροί του προσκόμισαν και αναγνώστηκε μόνο το ... πιστοποιητικό του Δικ. Συλλόγου Ξάνθης] ενώ η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκληση και προσκομιδή κεκυρωμένου αντιγράφου της ίδιας πιο πάνω με αριθμό 1 του 2004 αποφάσεις του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ξάνθης με βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Θράκης ότι έχει εξαχθεί από τη δικογραφία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι χωρίς έννομη επιρροή εφ' όσον ο αναιρεσείων δεν προσέβαλλε ρητά ως πλαστά τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος και ο εγκληματικός σκοπός (υπερχειλής δόλος) του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της των περιστατικών εκείνων από τα οποία προκύπτει η γνώση του, με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης-πλήρους γνώσης), για την πλαστότητα της δικαστικής αποφάσεως την οποία κατήρτισε ο ίδιος ως δικηγόρος της υποθέσεως, όπως επίσης αιτιολογείται στην ίδια απόφαση η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία παρέδωσε στη συνέχεια την ως άνω πλαστή απόφαση, μέσω του εργολάβου Φ, στον εντολέα του Σ για να τον πείσει [δια παραπλανήσεως] ότι εκτέλεσε την εντολή του και εκδόθηκε επί της υποθέσεως του η εν λόγω δικαστική απόφαση (και αρχικά τον έπεισε πράγματι). Δεν απαιτείτο δε να αναφερθεί στην απόφαση το σκοπούμενο δια της πλαστογραφίας όφελος ή η βλάβη, αφού για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της πλημμεληματικής πλαστογραφίας (216 παρ. 1 ΠΚ), όπως εν προκειμένω, αρκεί ο σκοπός παραπλάνησης άλλου για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, εφ' όσον ο σκοπός οφέλους ή βλάβης αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της κακουργηματικής πλαστογραφίας της παρ. 2 του άρθρου 216 ΠΚ .
  2. Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο ο αναρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως (αρθρ. 364 παρ. 1, 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ) εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν αξιολόγησε την ίδια πιο πάνω υπ' αριθμ. 1/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα κατετέθη από του συνηγόρους του νομοτύπως και εγκαίρως στο δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσευς των πρακτικών της, τα οποία κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο" (αποτελούν πλήρη απόδειξη μη επιτρεπόμενης ανταπόδειξης παρά μόνο με ην προσβολή τους ως πλαστών) [ΑΠ 1243/2009, 523/2009, 2288/2007], σαφώς προκύπτει ότι δεν κατετέθη στο δικαστήριο προς ανάγνωση η επικαλούμενη 1/2004 απόφαση του Μον. Πρωτ/κείου Ξάνθης, αφού αυτή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα, ούτε προκύπτει ότι ζητήθηκε από το δικαστήριο η ανάγνωσή της και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε τούτο. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-3-2010 αίτηση αναίρεσης του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.