Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1577 / 2012 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Καταδολίευση δανειστών, κατ' εξακολούθηση (άρθρο 397 παρ.1 ΠΚ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Για να είναι ορισμένος ο αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης, πρέπει να προσδιορίζεται και η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Αριθμός 1577/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμαντή, για αναίρεση της υπ'αριθ.300/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2012 Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικά, η ολική ή μερική ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Κατά τη διάταξη αυτή, το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών μπορεί να τελεσθεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ). Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους, η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθής δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι η εικονική (ΑΠ 434/2010). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 300/2012 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαμίας που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για καταδολίευση δανειστού κατ'εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Από το αιτιολογικό της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω Εφετείο δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κατά πιστή αντιγραφή πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος όφειλε στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσό των 2.814.369,82 ευρώ ως οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο ανοιχτού λογαριασμού διότι συμβλήθηκε ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη στην υπ' αριθμ. .../20-5-2003 πρόσθετη σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 597.945,71 ευρώ της αρχικής υπ' αριθμ. .../3-7-2001 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 4.402.054,29 ευρώ μεταξύ της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της πιστούχου εταιρίας "ΑΝΚΕΚ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ανερχομένου του ορίου της πίστωσης στο ποσό των 5.000.000 ευρώ. Ο λογαριασμός αυτός καταγγέλθηκε την 3-8-2004 και ακολούθως εκδόθηκε σε βάρος του η υπ' αριθμ. 83/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Αυτός, αν και είχε το ανωτέρω χρέος, προέβη στις κάτωθι μεταβιβάσεις των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων, ήτοι: α) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 43 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και 0,83 εκατοστών (4.004,83) μετά της ισόγειας οικίας εμβαδού εκατόν πέντε (105,00) τετραγωνικών μέτρων, υπογείου γκαράζ εμβαδού εξήντα ενός (61,00) τετραγωνικών μέτρων και των εντός αυτού ευρισκομένων ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 32.535 ευρώ και β) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 44 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός ελαιοπεριβόλου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (4.250) μετά των εντός αυτού ευρισκομένων τριάντα
(30)ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 3.106 ευρώ. Οι ως άνω όμως δικαιοπραξίες της πώλησης, ήτοι η απαλλοτρίωση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δοθέντος ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω πωληθέντων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 116.410 ευρώ και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Στην ως άνω δε κατ' εξακολούθηση πράξη του προέβη, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, η οποία είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της εγκαλούσας, καθόσον η πώληση και μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων του έγινε έναντι της καταβολής τιμήματος, που δεν αποτελούσε ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, αλλά υπολειπόταν κατά πολύ της πραγματικής αγοραίας αξίας των πωληθέντων ακινήτων, το οποίο τίμημα ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και έτσι να μην μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας εταιρίας, ακόμα και με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια από την ίδια την προσβαλλόμενη 300/2012 απόφαση προκύπτει ότι το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, του ότι: "την 29-12-2004 στην Αταλάντη, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ως οφειλέτης με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά του στοιχεία. Συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" το ποσό των 2.814.369,82 ευρώ ως οριστικό χρεωστικό κατάλοιπο κατά την ημέρα της καταγγελίας με τις τυχόν νόμιμες προσαυξήσεις, καθώς συνεβλήθη ως εγγυητής στην υπ' αριθμ. .../20-5-2003 πρόσθετη σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 597.945,71 ευρώ της αρχικής υπ' αριθμ. .../3-7-2001 σύμβασης πιστώσεως δι' ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ποσού 4.402.054,29 ευρώ μεταξύ της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας και της πιστούχου εταιρίας "ΑΝΚΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ανερχομένου του ορίου της πίστωσης στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, που καταγγέλθηκε την 3-8-2004, και ακολούθως εξεδόθη σε βάρος του η υπ' αριθμ. 83/2005 διαταγή, πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, προέβη στις κάτωθι μεταβιβάσεις των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων, ήτοι: α) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 43 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων και 0,83 εκατοστών (4.004,83) μετά της ισόγειας οικίας εμβαδού εκατόν πέντε (105,00) τετραγωνικών μέτρων, υπογείου γκαράζ εμβαδού εξήντα ενός (61,00) τετραγωνικών μέτρων και των εντός αυτού ευρισκομένων ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 32.535 ευρώ και β) την 29-12-2004 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29-12-2004 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αταλάντης Μαρίας Βαρλάμη, το οποίο μετεγράφη νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αταλάντης στον τόμο ... και αριθμό 44 την 30-12-2004, προέβη στη μεταβίβαση λόγω πώλησης στον Ά. Β. του Π., κάτοικο ..., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός ελαιοπεριβόλου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων πενήντα τετραγωνικών μέτρων (4.250) μετά των εντός αυτού ευρισκομένων τριάντα
(30)ελαιοδένδρων, στη θέση "ΦΟΥΦΛΑ" Αταλάντης, αντί του τιμήματος των 3.106 ευρώ. Οι ως άνω όμως δικαιοπραξίες της πώλησης, ήτοι η απαλλοτρίωση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δοθέντος ότι η αγοραία αξία των ανωτέρω πωληθέντων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 116.410 ευρώ και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Στην ως άνω δε κατ' εξακολούθηση πράξη του προέβη, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, η οποία είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της εγκαλούσας, καθόσον η πώληση και μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων του έγινε έναντι της καταβολής τιμήματος, που δεν αποτελούσε ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, αλλά υπολειπόταν κατά πολύ της πραγματικής αγοραίας αξίας των πωληθέντων ακινήτων, το οποίο τίμημα ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας εταιρίας, ακόμα και με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης" Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 300/2012 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστή κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98, 397 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: α) Τα αποδεικτικά μέσα αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, β) αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και της πολιτικώς ενάγουσας τράπεζας υπήρχεν σύμβαση εγγυήσεως υπέρ της πιστούχου πρωτοφειλέτιδος ΑΕ, στην πρόσθετη .../20-5-2003 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και δη αυξήσεως κατά 597.945,71 ευρώ της πιστώσεως, ανερχομένης της αρχικής πιστώσεως στο ποσό των 4.402.054,29 ευρώ και του ορίου πιστώσεως στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, ότι καταγγέλθηκε νόμιμα η σύμβαση στις 3-8-2004, με οριστικό κατάλοιπο χρέους το ποσό των 2.814.369,82 ευρώ, οφειλόμενο στην Τράπεζα από τον κατηγορούμενο, αναφέρονται οι γενόμενες μεταγενέστερα με τα αναφερόμενα συμβολαιογραφικά συμβόλαια της 29-12-2004, δύο καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις των ανωτέρω ακινήτων του κατηγορουμένου, και ότι οι ανωτέρω δύο πωλήσεις ακινήτων προς τρίτους κατά πλήρη κυριότητα με τα αναφερόμενα τιμήματα 32.535 και 3.106 αντίστοιχα, έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δοθέντος ότι η αγοραία αξία των πωληθέντων ακινήτων του κατηγορουμένου ανερχόταν στα πολύ μεγαλύτερα ποσά των 116.410 και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, γ) ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, καίτοι δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, η προσβαλλομένη απόφαση, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση και ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση της δανείστριας τράπεζας και αναφέρει με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται σε αυτόν κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό που προαναφέρθηκε, αναφέρονται σε σχέση με το δόλο του κατηγορουμένου, ότι γνώριζε την παραπάνω πραγματική αξία των δύο πωληθέντων ακινήτων του και στην πώληση προέβη, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τράπεζας εναντίον του ως εγγυητή, η οποία είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων, και με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της αξίωσης της εγκαλούσας τράπεζας, γιατί το τίμημα αυτό, που δεν αποτελούσε ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του και έτσι να μην μπορεί πλέον η τράπεζα να ικανοποιήσει την ανωτέρω αξίωσή της, ούτε με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου και δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί το δικαστήριο στην προσπάθεια της πρωτοφειλέτιδας ΑΕ, να τεθεί η επιχείρηση ως προβληματική σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά το ν. 1892/1990, που τελικά έγινε με την 655/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, αφού το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει κατά νόμο το από τη μεταξύ τους σύμβαση δικαίωμα της δανείστριας τράπεζας να στραφεί οποτεδήποτε και κατά του κατηγορουμένου εγγυητή οφειλέτη της. δ) η παραπάνω αιτιολογία, η οποία όπως προαναφέρθηκε μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως, ούτε εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιέχει δε, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και ίδιες σκέψεις και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ και 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, συναφείς, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 33 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση αυτής, εφόσον, όμως αυτοί είναι νόμιμοι και προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και κατά συνέπεια στην απαλλαγή του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1, 2 του ΠΚ ορίζεται ότι, "μόνη η άγνοια του αξιοποίνου δεν αρκεί για να αποκλείσει τον καταλογισμό. Η πράξη όμως δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή". Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σ' αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για το καταλογισμό του αξιοποίνου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως. Η πλάνη του δράστη είναι συγγνωστή, όχι μόνον όταν αγνοεί, αλλά και όταν με τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές του και την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει για να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της πράξεως, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο δράστης ευλόγως πίστεψε ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε. Το αρμόδιο δικαστήριο συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως που αναφέρονται στην ατομικότητα του δράστη. Δηλαδή για να είναι ορισμένος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προσδιορίζεται και η προσωπική κατάσταση του κατηγορουμένου, που προσδιορίζεται από την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση αυτών των στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 300/2012 αποφάσεως (σελ. 11), προκύπτει ότι ο παριστάμενος συνήγορος του κατηγορουμένου πρόβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικουρικά, τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, επικαλούμενος για τη βασιμότητά του, κατά λέξη, τα εξής: "Με βάση τα άνω ίδια πραγματικά περιστατικά ήτοι: α)επίδικη αξίωση ήταν εξασφαλισμένη με την εγγραφή των άνω εμπράγματων ασφαλειών και με τη βεβαιότητα ότι θα ικανοποιούνταν είτε απευθείας με αναγκαστική εκτέλεση, είτε από το προϊόν της εκκαθαρίσεως της διαδικασίας του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990 και β] με την υποβολή της άνω αιτήσεως στο Εφετείο Πειραιά [στις 28/09/2004] για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση [στις 28/09/2004], πίστευα ότι απαλλάσσομαι για το χρέος που δεν θα καλυφθεί από την διαδικασία της εκκαθαρίσεως και ότι η εγκαλούσα, ως δανείστρια δεν είχε το δικαίωμα να στραφεί εναντίον μου, και έτσι αγνοούσα, αλλά και δεν μπορούσα με βάση τις πνευματικές και επαγγελματικές μου δυνατότητες [είμαι έμπορος απόφοιτος Γυμνασίου] να γνωρίζω τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και να κατέβαλα και κατά συνέπεια πίστευα ότι είχα δικαίωμα να προβώ στην πράξη που τέλεσα [πίστευα ότι είχα το δικαίωμα να διαχειριστώ την περιουσία μου και να προβώ στις επίδικες μεταβιβάσεις] από σφαλερή αντίληψη ή ερμηνεία των διατάξεων των σχετικών με τον άδικο χαρακτήρα της πράξης". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός του κατηγορουμένου απορρίφθηκε ρητά με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά από τη σχετική παραπάνω εκτιθέμενη γενική αιτιολογία για την ενοχή, χωρίς ειδική αιτιολόγηση. Όμως, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, όπως προβλήθηκε από το συνήγορό του, με το παραπάνω περιεχόμενο, δεν είχε προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, αφού, πλην της αναφοράς του ότι είναι έμπορος και απόφοιτος Γυμνασίου, δε γίνεται καμιά αναφορά στην προσωπική του κατάσταση, που προσδιορίζεται εκτός από την μόρφωση και το επάγγελμα, και από την ηλικία και την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ώστε με την στάθμιση των αναφερομένων αυτών προσωπικών του στοιχείων και των δυνατοτήτων του, να μπορέσει το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση, αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε ένα τέτοιο αόριστο ισχυρισμό και να αιτιολογήσει εμπεριστατωμένα την απόρριψή του. Άλλωστε, με τις παραδοχές του αιτιολογικού ότι "ο κατηγορούμενος προέβη με πρόθεση σε εκποίηση των μοναδικών του περιουσιακών στοιχείων και δη δύο ακινήτων του, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο τίμημα, γνωρίζοντας και θέλοντας να αποτρέψει την ικανοποίηση της αξίωσης της δανείστριας εγκαλούσας τράπεζας, η οποία αξίωση είχε γεννηθεί πριν από τις ως άνω μεταβιβάσεις των περιουσιακών του στοιχείων και ότι το τίμημα ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του και το απέκρυψε από την εγκαλούσα χρησιμοποιώντας το για τις δικές του αποκλειστικά ανάγκες, ενώ δεν υπήρχε πλέον άλλο περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του, με αποτέλεσμα να μη μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί η ανωτέρω αξίωση της εγκαλούσας, ακόμα και με την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης", εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται απάντηση του δικαστηρίου και επαρκής αιτιολόγηση της απόρριψης του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού οι παραδοχές αυτές περί του ανωτέρω δόλου του κατηγορουμένου, αποκλείουν την πλάνη και δη το συγγνωστό αυτής. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απορρίψεως του ως παραπάνω προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής πλάνης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, χωρίς ημερομηνία, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 16-10-2012 πρωτοκολληθείσα, αίτηση του Π. Λ. του Χ., για αναίρεση της 300/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα
(250)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας ποσού πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ