Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1579 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Βιασμός. Περίληψη: Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για απόπειρα βιασμού, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 1579/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2420/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2101/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 141/20.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αρ. 294/3-12-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου χ1 την οποία άσκησε επ' ονόματι και για λογαριασμό του ο δικηγόρος Ιωάννης Κώτσος ως ειδικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος αυτού, δυνάμει της συνημμένης στην ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως από 30-11-2007 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του ιδίου, το γνήσιο της υπογραφής του οποίου έχει βεβαιωθεί από τον δικηγόρο Γ. Ταμπακόπουλο κατά του υπ' αρ. 2420/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: I) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 3214/2005 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα χ1 στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. Περιφέρειας Εφετείου Αθηνών προκειμένου να δικασθεί για απόπειρα βιασμού (αρ. 42 §1, 336 §1 Π.Κ.). Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αρ. 171/14-12-2006 (ενώπιον του Γραμματέως Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αρ. 916/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αυτή έγινε τυπικώς δεκτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν. Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση η οποία έγινε δεκτή με το υπ' αρ. 1618/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Αρείου Πάγου το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Μετά την αναίρεση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2420/2007 βούλευμά του, απέρριψε την υπ' αρ. 523/2005 έφεση του κατηγορουμένου κατά του υπ' αρ. 3214/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκύρωσε το εκκληθέν βούλευμα, επίσης απέρριψε το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεως του εκκαλούντος ενώπιον του Συμβουλίου. Κατά του ως άνω εφετειακού (υπ' αρ. 3214/2005) βουλεύματος στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, από δικαιούμενο στην άσκησή της πρόσωπο, αφορά πράξη που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αρ. 463, 465 §1, 473 §1, 474 §1, 482 §1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. (όπως η παρ. 1 του αρ. 482 αντικατεστάθη με αρ. 41 §1 Ν.3160/2003), καθ' όσον ασκήθηκε την 3-12-2007, με δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή (δυνάμει της από 30-11-2007 έγγραφης εξουσιοδοτήσεως του αναιρεσείοντος) ειδικού πληρεξουσίου και αντιπροσώπου αυτού δικηγόρου Ιωάννη Κώτσου ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 294/2007 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση την 22-11-2007 αφού δεν βρέθηκε στην κατοικία του, ούτε άλλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 §2 Κ.Π.Δ. πρόσωπα, στον δε αντίκλητο την 28-11-2007 με την επίδοση στην ενήλικο σύνοικο δικηγόρο Ελ. Λαμπροπούλου κατ' αρ. 155 §1 Κ.Π.Δ. και β) διαλαμβάνεται στην ίδια ως άνω αίτηση σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως εκείνος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (484 §1δ' Κ.Π.Δ.) ήτοι α) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά για να μορφώσει την κρίση του ενώ δεν αρκεί για να καλύψει την έλλειψη αυτή η επίκληση μεμονωμένων καταθέσεων μαρτύρων ή αποδεικτικών μέσων διότι το βούλευμα δεν κάνει μνεία και προδήλως δεν έλαβε υπόψη του, ούτε συνεξετίμησε την κατάθεση της μάρτυρός του Γ1, η οποία δεν καλύπτεται από την επίκληση της απολογίας του και των καταθέσεων των μαρτύρων Ι., Ε., Δ., Γ2, ....., Χ1, ..... Επίσης δεν διαβεβαιώνεται ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεξετιμήθησαν από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων αλλ' υφίστανται αμφιβολίες, αν όχι βεβαιότητα ότι τούτο δεν εχώρησε και δεν συνεξετιμήθησαν διότι ουδεμία αναφορά έγινε επί του εξ αυτού προκύπτοντος συμπεράσματος ότι ουδεμία απόπειρα βιασμού ετέλεσε, ούτε άλλη αξιόποινη πράξη. Το βούλευμα δεν συνεξετίμησε και δεν αξιολόγησε την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Γ1 η οποία αιτιολόγησε πλήρως τον λόγο της παρουσίας του στην πυλωτή της πολυκατοικίας ως προέβαλε στην απολογία του και με υπόμνημά του προς το Συμβούλιο Εφετών. II) Από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. (όπως συμπληρώθηκε με αρ. 2 §5 του Ν.2408/96) προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 §1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1174/2002 σε Συμβ. Ποιν. Δικ/σύνη 2002/1334, Α.Π. 336/2002 Ποιν.Χρ. ΝΒ/978, Συμβ. Α.Π. 2168/2005 Π.Δ/σύνη 2006/732, Συμβ. Α.Π. 348/1996 Π.Χρ. ΜΕ/33). III) Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ. η οποία ορίζει ότι: "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη" και που σκοπό έχει την προστασία της ελευθερίας του ατόμου να αποφασίζει αν, πότε και με ποιο άτομο θα έρχεται σε σαρκική ομιλία, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) Εξαναγκασμός άλλου με βία ή απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου. Παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ ανεξάρτητα από ηλικία (Α.Π. 62/2000 Π.Χρ. Ν/213). Εξαναγκασμός νοείται και συντρέχει, όταν το πρόσωπο παρά τη θέλησή του ενεργεί ή υφίσταται εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως (Α.Π. 517/2000 Π.Χρ. Ν. 213) και ειδικότερα με την κάμψη της αντίθετης βουλήσεώς του. Σωματική βία: είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία, επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει τούτο, παρά τη θέλησή του να υποστεί, ανεχθεί ή επιχειρήσει εξώγαμη συνουσία, ενώ απειλή είναι αυτή που ενέχει απειλή με επικείμενο κίνδυνο ζωής (άμεσο και σπουδαίο) ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος (Συμβ. Α.Π. 571/2003 Ποιν. Δικ/σύνη 2003 σελ. 1019). β) εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Ασελγείς πράξεις νοούνται εκείνες που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα οι οποίες αντικειμενικώς προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και υποκειμενικώς κατευθύνονται στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας. γ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στην βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τα δύο μαζί, να εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία περιλαμβάνει επίσης την γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σ'αυτήν. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Η πράξη είναι τετελεσμένη όταν επιτευχθεί η συνουσία, αλλά και στην περίπτωση που σκοπήθηκε η συνουσία, αν τελέσθηκαν άλλες πράξεις που αυτοτελώς θεωρούμενες αποτελούν ασέλγεια, υπάρχει ολοκληρωμένο έγκλημα βιασμού και αν ακόμη δεν συντελέσθηκε η ικανοποίηση της ορμής του δράστη. Για την απόπειρα πρέπει να υπάρχει αρχή εκτελέσεως ήτοι έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής άμεσου και σπουδαίου κινδύνου, με τον σκοπό εξαναγκασμού του προσώπου σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία όμως δεν πραγματώθηκε από άλλα περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από την θέληση του δράστη (Μιχ. Μαργαρίτη Ποιν. Κωδ. υπ'αρ. 336 σελ. 908, ΑΠ 1190/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1490, Γάφου Ειδ.Ποιν. Τεύχος Ε σελ. 8 επ., Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ'αρ. 336 σελ. 869). IV) Στην υπό κρίση περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 2420/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το εν λόγω Συμβούλιο, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών (Συμβ. Α.Π. 2168/2005 Π.Δ/σύνη 2006/732, Συμβ. Α.Π. 1608/2005 Π.Χρ. ΝΒ/623) έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως και το αίτημα αυτοπροσώπως εμφανίσεως δεχθέν ότι: Στην προκειμένη περίπτωση, μετά από στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας, και ειδικότερα της έγκλησης, των μαρτυρικών καταθέσεων, της απολογίας και των υπομνημάτων του κατηγορούμενου, και των λοιπών εγγράφων που περιέχovται σ' αυτήν, προκύπτουν κατά τη γνώμη μας, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Την 30-4-2005 και περί ώρα 00.05 η Ψ1 , επέστρεφε στην οικία της μετά από επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει σε φιλικό της πρόσωπο .Καθώς ανέβαινε το σκαλοπάτια για να εισέλθει στην πυλωτή της πολυκατοικίας όπου διέμενε αφοί είχε μπει από την είσοδο που βρίσκεται επί της παρακείμενης οδού ..... αισθάνθηκε αιφνιδίως ένα δυνατό κτύπημα στο πρόσωπο της, χωρίς να έχει αντιληφθεί μέχρι την στιγμή εκείνη, ότι στο σημείο αυτό υπήρχε κάποιο άτομο Αμέσως έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος από όπου είχε δεχθεί το χτύπημα και διέκρινε καθαρά το πρόσωπο ενός άνδρα ηλικίας περίπου πενήντα πέντε χρονών, με κοντά γκρίζα μαλλιά που φορούσε τζιν παντελόνι με μπεζ πουλόβερ. Την ίδια στιγμή ο άνδρας χρησιμοποίησε σωματική βία αρπάζοντας την από τα μαλλιά επιχείρησε να της βγάλει την μπλούζα που φορούσε τραβώντας την με δύναμη προς τα πάνω προκειμένου να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της παρά την θέληση της. Η πρόθεση του να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του, εκδηλώθηκε και από τις διάφορες φράσεις που τις απηύθυνε, καθώς και από την φράση "θέλω να σε γαμήσω". Η παθούσα η οποία αιφνιδιάσθηκε από την απρόσμενη αυτή επίθεση που δέχθηκε επιχείρησε να διαφύγει προς τον δρόμο τρέχοντας αφού ο δράστης της έκλεινε την είσοδο προς την πολυκατοικία εξακολουθώντας να την τραβάει από τα μαλλιά. Εν τέλει κατόρθωσε να τον αποφύγει βγαίνοντας στο δρόμο και φωνάζοντας "βοήθεια, κλέφτης, βιαστής".Τότε αντελήφθη το άγνωστο άτομο να εξέρχεται από το σημείο που είχε βγει αυτή λίγα λεπτά πριν και να τρέχει προς την οδό ..... με κατεύθυνση προς την ...... Τις φωνές της αντιλήφθηκαν οι γονείς της και η αδελφή της που πετάχτηκαν έξω από το σπίτι, και είδαν την παθούσα πολύ ταραγμένη να τους υποδεικνύει τον άγνωστο άνδρα που απομακρυνόταν τρέχοντας προς την ......., εξηγώντας τους πως είχε αποπειραθεί να την βιάσει. Αμέσως ο πατέρας της Γ3 και η αδελφή της Γ4 επιβιβάσθηκαν στο όχημα τους και αφού εντόπισαν κι ακολούθησαν το δράστη σε παράδρομο της Λεωφόρου ......., τον ακινητοποίησαν και κάλεσαν την Αστυνομία. Μάλιστα ο κατηγορούμενος όταν κατάλαβε πως τον παρακολουθούσαν, τάχυνε το βήμα του και ο Γ3 αναγκάσθηκε να τον καταδιώξει και να τον κτυπήσει στο πρόσωπο προκειμένου να τον συλλάβει διότι ο δράστης επιχείρησε να ξεφύγει χτυπώντας τον με γροθιές. Στο σημείο της σύλληψης κατέφθασε και ο θείος της παθούσας Γ2 με τον γείτονα τους Δ1, και βοήθησαν στη σύλληψη του δράστη. Στην από 30-4-2005 ένορκη κατάθεση της ενώπιον προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ασφαλείας Αλίμου καθώς επίσης στην από 3-5-2005 έκθεση ανωμοτί εξέτασης και στην έκθεση κατ' αντιπαράσταση εξέτασης ενώπιον του Ανακριτού του 24ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος, η παθούσα Ψ1 ανεγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου το δράστη της σε βάρος της απόπειρας βιασμού, αναφέρει δε ότι τον παρατήρησε πολύ καλά διότι αυτός είχε βγει μπροστά της στις σκάλες και υπήρχε στο δρόμο καλός δημοτικός φωτισμός. Εξάλλου η βασιμότητα των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων ενισχύεται από την υπ'αριθμ. ...... ιατροδικαστική έκθεση η οποία αναφέρει: Πολλαπλές υποσημαινόμενες γραμμοειδείς μικροεκδορές στην πρόσθια και πλάγια έσω επιφάνεια της μεσότητας και του κάτω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου, διάχυτες μυαλγίες σώματος και άλγος στην έσω γωνία των οφθαλμικών κόγχων. Εκ της τελευταίας προκύπτει η άσκηση σωματικής βίας από, τον κατηγορούμενο, ο οποίος χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις επιχείρησε να εξουδετερώσει κάθε αντίσταση του θύματος για να έλθει στη συνέχεια σε εξώγαμη συνουσία μαζί της. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι πλησίασε και ακούμπησε την παθούσα, ισχυρίζεται. δε ότι βρισκόταν στο σημείο εκείνο από ώρα 23.00 και είχε φροντίσει να περιμένει κρυμμένος στην πυλωτή της πολυκατοικίας επί της οδού ......, για να παρακολουθήσει την πρώην σύντροφο του Ζ1 που θα επέστρεφε με τον φίλο της, ο οποίος διέμενε σε παρακείμενη πολυκατοικία επί της οδού ......, του οποίου το όνομα δε γνώριζε. Σκοπός του ήταν να βεβαιωθεί πως είχε συνάψει νέα σχέση για να παύσει πλέον να την ενοχλεί. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι όταν η παθούσα τον αντίκρισε τον ρώτησε αρχικά ποιος είναι και μετά συνέχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση δίχως να αιτιολογεί ποιος ήταν ο λόγος που εν τω μεταξύ την ανάγκασε να βάλει τις φωνές τρομαγμένη, ενώ αρχικά του είχε μιλήσει ευρισκόμενη σε ηρεμία. Στην συνέχεια αναφέρει πως προτίμησε να τραπεί σε φυγή πιστεύονταν πως ήταν αδύνατο να την ηρεμήσει αλλά και επειδή φοβόταν την αντίδραση του φίλου της πρώην φίλης του. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντα, δεν είναι πειστικοί και καταρρίπτονται από τις καταθέσεις της παθούσας, ενώπιον του Ανακριτού, που λέγει πως ο δράστης απομακρύνθηκε τρέχοντας προς τον δρόμο μόλις αντιλήφθηκε τους οικείους της που είχαν βγει στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας, στον 4ο όροφο όπου διαμένει αναστατωμένοι από τις φωνές της, προφανώς για να αποφύγει τη σύλληψη, και από την ιατροδικαστική έκθεση που πιστοποιεί την άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της παθούσας. Επίσης ο εκκαλών δεν εξηγεί πειστικά το λόγο που τον εξανάγκασε να επιταχύνει το βήμα του κι όταν αντιλήφθηκε ότι τον καταδιώκουν ,ενώ είχε την δυνατότητα να σταματήσει και να εξηγήσει τι είχε συμβεί δεδομένου ότι το σημείο που ακινητοποιήθηκε από τον πατέρα της παθούσης απείχε σημαντικά από την πολυκατοικία όπου διέμενε ο φίλος της πρώην συντρόφου του και δεν υπήρχε πλέον φόβος αρνητικής αντίδρασης από τον τελευταίο. Οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως που δόθηκαν κατά το στάδιο της κυρίας ανακρίσεως δεν προσθέτουν στοιχεία που να αναιρούν τις παραπάνω διαπιστώσεις, αλλά κάνουν λόγο μόνο για τον χαρακτήρα του δράστη ως επαγγελματία και οικογενειάρχη. Όμως και οι μαρτυρίες αυτές περί καλού χαρακτήρα και καλού οικογενειάρχη, διαψεύδονται από τον ίδιο τον εκκαλούντα ο οποίος ισχυρίζεται ότι παρακολουθούσε κρυφά την πρώην φίλη του για να διαπιστώσει εάν είχε σχέσεις με άλλο πρόσωπο γεγονός που φανερώνει όχι καλό χαρακτήρα και όχι καλό οικογενειάρχη. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι η πράξη του στοιχειοθετεί το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί αφού ο εκκαλών, δεν προσπάθησε με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις να προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια της παθούσας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, όπως προβλέπει το άρθρο 337 ΠΚ που περιγράφει και στοιχειοθετεί το έγκλημα αυτό, αλλά προσπάθησε με τη χρήση σωματικής βίας να εξαναγκάσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία, πράξεις που στοιχειοθετούν το έγκλημα της απόπειρας βιασμού. Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος είχε εντοπίσει την κοπέλα, δεδομένου ότι ελάχιστα μέτρα από την οικία της υπάρχει σταθμός αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, (πιάτσα ταξί) όπου κι ο ίδιος σύχναζε λόγω του επαγγέλματος του ως οδηγός ταξί, την ανέμενε μέσα στη νύχτα κρυμμένος στην είσοδο της οικίας της, επιλέγοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να της επιτεθεί όταν θα επέστρεφε μόνη και με αυτόν τον τρόπο να την αιφνιδιάσει κάμπτοντας κάθε αντίδραση της και να επιτύχει τους σκοπούς του, όταν δε αυτή ήλθε στην πολυκατοικία, επιχείρησε τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, αφού η παθούσα προέβαλε σθεναρή αντίσταση που τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή, για να αποφύγει τις συνέπειες της πράξεως του. Οι πράξεις αυτές του εκκαλούντα στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της απόπειρας βιασμού που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 42, 336 ΠΚ, με το οποίο κατηγορείται, συνεπώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, που τον παράπεμψε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, το οποίο θα ορισθεί αρμοδίως, να δικαστεί για την πράξη αυτή, καλώς έπραξε και η έφεση του ανωτέρω, που υποστηρίζει τα αντίθετα, σφάλει και πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία. Ο εκκαλών με την από 11-10-2007 αίτησή του ζητά να παραστεί στο Συμβούλιό σας να παράσχει διευκρινίσεις επί των ισχυρισμών που όμως ο εκκαλών με την έφεσή του, την απολογία του και τα υπομνήματά του διευκρίνισε πλήρως τους ισχυρισμούς του και δεν υπάρχει λόγος άλλων διασαφήσεων και πρέπει να απορριφθεί η αίτησή του. V) Με τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο πράξη της απόπειρας βιασμού, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα εν λόγω περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου εις το ακροατήριο. Ειδικότερα: Εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία, υπομνήματα κατηγορουμένου), χωρίς να είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική τους συσχέτιση ενόψει και της διατάξεως του αρ. 177 Κ.Π.Δ. που εισάγει την αρχή της ηθικής αποδείξεως (Συμβ. Α.Π. 550/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1087), κρισιολογεί και περιγράφει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και ιδίως ότι ο κατηγορούμενος την 30-4-05 και περί ώρα 00.05' στον...... Αττικής έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα του βιασμού δηλ. με σωματική βία να εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία, επεχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του αποφασισθέντος κακουργήματος, αλλά η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε λόγω εμποδίων εξωτερικών, έτσι καθ ον χρόνο η παθούσα Ψ1 επέστρεφε στην οικία της στην πολυκατοικία επί της οδού ..... και ετοιμαζόταν να εισέλθει ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε, τον έπιασε από τα μαλλιά, την χτύπησε στο πρόσωπο προξενώντας κακώσεις, επεχείρησε να της αφαιρέσει την μπλούζα τραβώντας την προς τα πάνω λέγοντάς της "θέλω να σε γαμήσω" προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να την εξαναγκάσει με βία και παρά την θέλησή της να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί του με σκοπό την διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του (Α.Π. 517/2000 Π.Χρ. Ν/213 Συμβ. Α.Π. 571/2003 Π.Δ/σύνη 2003/1019). Όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεώς του και δη εξ αιτίας του ότι η παθούσα αφ' ενός αντιστάθηκε, αφ' ετέρου εκάλεσε σε βοήθεια τους οικείους της αναγκάζοντας έτσι τον κατηγορούμενο να τραπεί σε φυγή. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στις σχετικές διατάξεις των άρ. 42 §1, 336 §1 Π.Κ. (Α.Π. 1190/2005 Π.Δ/σύνη 2005/1490) τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, αναφέρεται σε καταθέσεις μαρτύρων προς στήριξη της παραπεμπτικής του κρίσεως και αντικρούει με ειδικές σκέψεις τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου και των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι δε αιτιάσεις που προβάλλονται στην αίτηση αναιρέσεως σελ. 4,5 αποτελούν αναλύσεις και κρίσεις επί καταθέσεων μαρτύρων που άπτονται της επί της ουσίας ανέλεγκτης κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών. Εις το προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορούμενου ενώπιον του συμβουλίου, διότι με την απολογία, την έφεση και τα υπομνήματά του διευκρίνισε πλήρως τους ισχυρισμούς του και δεν υπήρχε λόγος άλλων διασαφήσεων. Επίσης (καίτοι δεν διετυπώθη σαφής αναιρετικός λόγος) το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση, εξηγεί αιτιολογημένα το αβάσιμο των ισχυρισμών του κατηγορούμενου περί εφαρμογής του αρ. 337 Π.Κ., διότι δεν προσπάθησε με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις να προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια της παθούσας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, αλλά προσπάθησε με την χρήση σωματικής βίας να εξαναγκάσει αυτήν σε εξώγαμη συνουσία, που στοιχειοθετεί το έγκλημα της απόπειρας βιασμού. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 294/3-12-2007 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 , δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά του υπ' αρ. 2420/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 22-2-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη με αριθμό 294/3 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως, κατά του υπ' αριθμό 2420/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά του υπ' αριθμό 3214/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της απόπειρας βιασμού, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ.α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνομένη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της προαναφερθείσης διατάξεως με εκείνη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, η οποία οριοθετώντας την έννοια της απόπειρας του εγκλήματος ορίζει ότι όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (παρ. 83 ΠΚ), προκύπτει ότι, αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του βιασμού αποτελεί ή έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με σκοπό να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μη έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Εξ' άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: "Την 30-4-2005 και περί ώρα 00.05 η Ψ1, επέστρεφε στην οικία της, μετά από επίσκεψη που είχε πραγματοποιήσει σε φιλικό της πρόσωπο. Καθώς ανέβαινε το σκαλοπάτια, για να εισέλθει στην πυλωτή της πολυκατοικίας, όπου διέμενε, αφού είχε μπει από την είσοδο που βρίσκεται επί της παρακείμενης οδού ......., αισθάνθηκε αιφνιδίως ένα δυνατό κτύπημα στο πρόσωπο της, χωρίς να έχει αντιληφθεί μέχρι την στιγμή εκείνη, ότι στο σημείο αυτό υπήρχε κάποιο άτομο. Αμέσως, έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος από όπου είχε δεχθεί το χτύπημα και διέκρινε καθαρά το πρόσωπο ενός άνδρα ηλικίας, περίπου πενήντα πέντε χρονών, με κοντά γκρίζα μαλλιά που φορούσε τζιν παντελόνι με μπεζ πουλόβερ. Την ίδια στιγμή ο άνδρας χρησιμοποίησε σωματική βία, αρπάζοντας την από τα μαλλιά επιχείρησε να της βγάλει την μπλούζα που φορούσε, τραβώντας την με δύναμη προς τα πάνω προκειμένου να έλθει σε εξώγαμη συνουσία μαζί της παρά την θέληση της. Η πρόθεση του να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του, εκδηλώθηκε και από τις διάφορες φράσεις που τις απηύθυνε, καθώς και από την φράση "θέλω να σε γαμήσω". Η παθούσα η οποία αιφνιδιάσθηκε από την απρόσμενη αυτή επίθεση που δέχθηκε, επιχείρησε να διαφύγει προς τον δρόμο, τρέχοντας αφού ο δράστης της έκλεινε την είσοδο προς την πολυκατοικία, εξακολουθώντας να την τραβάει από τα μαλλιά. Εν τέλει, κατόρθωσε να τον αποφύγει βγαίνοντας στο δρόμο και φωνάζοντας "βοήθεια, κλέφτης, βιαστής". Τότε, αντελήφθη το άγνωστο άτομο να εξέρχεται από το σημείο που είχε βγει αυτή λίγα λεπτά πριν και να τρέχει προς την οδό .... με κατεύθυνση προς την ....... Τις φωνές της αντιλήφθηκαν οι γονείς της και η αδελφή της, που πετάχτηκαν έξω από το σπίτι, και είδαν την παθούσα πολύ ταραγμένη να τους υποδεικνύει τον άγνωστο άνδρα που απομακρυνόταν τρέχοντας προς την ......, εξηγώντας τους πως είχε αποπειραθεί να την βιάσει. Αμέσως, ο πατέρας της Γ3, και η αδελφή της Γ4 επιβιβάσθηκαν στο όχημα τους, και αφού εντόπισαν κι ακολούθησαν το δράστη σε παράδρομο της Λεωφόρου ......, τον ακινητοποίησαν και κάλεσαν την Αστυνομία. Μάλιστα ο κατηγορούμενος, όταν κατάλαβε πως τον παρακολουθούσαν, επιτάχυνε το βήμα του και ο Γ3, αναγκάσθηκε να τον καταδιώξει και να τον κτυπήσει στο πρόσωπο, προκειμένου να τον συλλάβει διότι ο δράστης επιχείρησε να ξεφύγει χτυπώντας τον με γροθιές. Στο σημείο της σύλληψης κατέφθασε και ο θείος της παθούσας Γ2 με τον γείτονα τους Δ1, και βοήθησαν στη σύλληψη του δράστη. Στην, από 30-4-2005, ένορκη κατάθεση της ενώπιον προανακριτικών υπαλλήλων του Τμήματος Ασφαλείας Αλίμου, καθώς, επίσης, στην από 3-5-2005 έκθεση ανωμοτί εξέτασης και στην έκθεση κατ' αντιπαράσταση εξέτασης ενώπιον του Ανακριτού του 24ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος, η παθούσα Ψ1, ανεγνώρισε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου το δράστη της σε βάρος της απόπειρας βιασμού, αναφέρει δε ότι τον παρατήρησε πολύ καλά, διότι αυτός είχε βγει μπροστά της στις σκάλες και υπήρχε στο δρόμο καλός δημοτικός φωτισμός. Εξάλλου, η βασιμότητα των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων ενισχύεται από την υπ'αριθμ....... ιατροδικαστική έκθεση η οποία αναφέρει: Πολλαπλές υποσημαινόμενες γραμμοειδείς μικροεκδορές στην πρόσθια και πλάγια έσω επιφάνεια της μεσότητας και του κάτω τριτημορίου του δεξιού αντιβραχίου, διάχυτες μυαλγίες σώματος και άλγος στην έσω γωνία των οφθαλμικών κόγχων. Εκ της τελευταίας προκύπτει η άσκηση σωματικής βίας από, τον κατηγορούμενο, ο οποίος χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις επιχείρησε να εξουδετερώσει κάθε αντίσταση του θύματος για να έλθει στη συνέχεια σε εξώγαμη συνουσία μαζί της. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι, πλησίασε και ακούμπησε την παθούσα, ισχυρίζεται δε ότι βρισκόταν στο σημείο εκείνο από ώρα 23.00 και είχε φροντίσει να περιμένει κρυμμένος στην πυλωτή της πολυκατοικίας επί της οδού ......, για να παρακολουθήσει την πρώην σύντροφο του Ζ1 που θα επέστρεφε με τον φίλο της, ο οποίος διέμενε σε παρακείμενη πολυκατοικία επί της οδού ......, του οποίου το όνομα δε γνώριζε. Σκοπός του ήταν να βεβαιωθεί πως είχε συνάψει νέα σχέση για να παύσει πλέον να την ενοχλεί. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι όταν η παθούσα τον αντίκρισε τον ρώτησε αρχικά ποιος είναι, και μετά συνέχισε να φωνάζει σε έξαλλη κατάσταση, δίχως να αιτιολογεί ποιος ήταν ο λόγος, που εν τω μεταξύ την ανάγκασε να βάλει τις φωνές τρομαγμένη, ενώ αρχικά του είχε μιλήσει ευρισκόμενη σε ηρεμία. Στην συνέχεια αναφέρει πως προτίμησε να τραπεί σε φυγή πιστεύονταν πως ήταν αδύνατο να την ηρεμήσει, αλλά και επειδή φοβόταν την αντίδραση του φίλου της πρώην φίλης του. Οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντα, δεν είναι πειστικοί και καταρρίπτονται από τις καταθέσεις της παθούσας, ενώπιον του Ανακριτού, που λέγει πως ο δράστης απομακρύνθηκε τρέχοντας προς τον δρόμο μόλις αντιλήφθηκε τους οικείους της, που είχαν βγει στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας, στον 4ο όροφο όπου διαμένει αναστατωμένοι από τις φωνές της, προφανώς για να αποφύγει τη σύλληψη, και από την ιατροδικαστική έκθεση που πιστοποιεί την άσκηση σωματικής βίας σε βάρος της παθούσας. Επίσης, ο εκκαλών δεν εξηγεί πειστικά το λόγο που τον εξανάγκασε να επιταχύνει το βήμα του κι όταν αντιλήφθηκε ότι, τον καταδιώκουν, ενώ είχε την δυνατότητα να σταματήσει και να εξηγήσει τι είχε συμβεί, δεδομένου ότι το σημείο που ακινητοποιήθηκε από τον πατέρα της παθούσης, απείχε σημαντικά από την πολυκατοικία, όπου διέμενε ο φίλος της πρώην συντρόφου του και δεν υπήρχε πλέον φόβος αρνητικής αντίδρασης από τον τελευταίο. Οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, που δόθηκαν κατά το στάδιο της κυρίας ανακρίσεως δεν προσθέτουν στοιχεία που να αναιρούν τις παραπάνω διαπιστώσεις, αλλά κάνουν λόγο μόνο για τον χαρακτήρα του δράστη ως επαγγελματία και οικογενειάρχη. Όμως, και οι μαρτυρίες αυτές περί καλού χαρακτήρα και καλού οικογενειάρχη, διαψεύδονται από τον ίδιο τον εκκαλούντα ο οποίος ισχυρίζεται ότι παρακολουθούσε κρυφά την πρώην φίλη του, για να διαπιστώσει εάν είχε σχέσεις με άλλο πρόσωπο γεγονός που φανερώνει όχι καλό χαρακτήρα και όχι καλό οικογενειάρχη. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα, ότι η πράξη του στοιχειοθετεί το έγκλημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί αφού ο εκκαλών, δεν προσπάθησε με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις να προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια της παθούσας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, όπως προβλέπει το άρθρο 337 ΠΚ που περιγράφει και στοιχειοθετεί το έγκλημα αυτό, αλλά προσπάθησε με τη χρήση σωματικής βίας να εξαναγκάσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία, πράξεις που στοιχειοθετούν το έγκλημα της απόπειρας βιασμού. Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος είχε εντοπίσει την κοπέλα, δεδομένου ότι ελάχιστα μέτρα από την οικία της υπάρχει σταθμός αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, (πιάτσα ταξί) όπου κι ο ίδιος σύχναζε λόγω του επαγγέλματος του, ως οδηγός ταξί, την ανέμενε μέσα στη νύχτα κρυμμένος στην είσοδο της οικίας της, επιλέγοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να της επιτεθεί, όταν θα επέστρεφε μόνη και με αυτόν τον τρόπο να την αιφνιδιάσει κάμπτοντας κάθε αντίδραση της και να επιτύχει τους σκοπούς του, όταν δε αυτή ήλθε στην πολυκατοικία, επιχείρησε τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις, πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, αφού η παθούσα προέβαλε σθεναρή αντίσταση που τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή, για να αποφύγει τις συνέπειες της πράξεως του. Οι πράξεις αυτές του εκκαλούντα, στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα, της απόπειρας βιασμού που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 42, 336 ΠΚ, με το οποίο κατηγορείται, συνεπώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 309 παρ. 1ε και 313 ΚΠΔ, και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, που τον παράπεμψε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, το οποίο θα ορισθεί αρμοδίως, να δικαστεί για την πράξη αυτή, καλώς έπραξε και η έφεση του ανωτέρω, που υποστηρίζει τα αντίθετα, σφάλει και πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας βιασμού για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, ο Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή, καθολική αναφορά, στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 30-4-2005, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το αδίκημα του βιασμού, με τη χρήση σωματικής βίας, επεχείρησε να εξαναγκάσει την παθούσα σε εξώγαμη συνουσία, χωρίς όμως, να ολοκληρώσει την προσπάθειά του, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Συγκεκριμένα, ενώ η παθούσα, πλησίαζε την, επί της οδού ......, κείμενη οικία της, και ετοιμαζόταν να εισέλθει σ' αυτήν, ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν στην πυλωτή της ως άνω πολυκατοικίας, της επιτέθηκε και στη συνέχεια, αφού την έπιασε από τα μαλλιά της, την χτύπησε στο πρόσωπο, προκαλώντας της, σωματικές κακώσεις, που διαπιστώθηκαν ιατρικά. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε μόνο στις ενέργειες αυτές, αλλά προσπάθησε στη συνέχεια να της αφαιρέσει την μπλούζα που φορούσε, ενώ ταυτόχρονα της απηύθυνε την προσβλητική φράση "θέλω να σε γαμήσω". Πρόθεση του κατηγορουμένου, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος αιτιολογείται, ήταν να την εξαναγκάσει, να έλθει μετ' αυτού σε εξώγαμη συνουσία, προκειμένου να ικανοποιήσει τη γενετήσια επιθυμία του, η οποία, όμως, δεν ολοκληρώθηκε, ανεξάρτητα από τη θέλησή του, από λόγους εξωτερικούς, γιατί η παθούσα, πρόβαλε αντίσταση, ενώ ταυτόχρονα αυτή καλούσε σε βοήθεια τους οικείους της, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να τραπεί σε φυγή και καταδιωκόμενος, στη συνέχεια από τους οικείους της, να συλληφθεί. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο περιεχόμενος στην κρινόμενη αίτηση, μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, ο αναιρεσείων, αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε, η, από 4-5-2005, ένορκη κατάθεση ενώπιον του τακτικού Ανακριτή, της μάρτυρος Γ1, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476, και 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 3-12-2007 και με αριθμό 294/2007, αίτηση του χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 2420/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.