← Ελλάδα

ΑΠ 1579/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1579 / 2010 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας (άρθρ. 525 § 1 περ.2 ΚΠΔ) και συνεκδικαζόμενη αίτηση αναστολής της επιβληθείσας ποινής (άρθρ. 529 ΚΠΔ). Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και συνεπώς ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Αριθμός 1579/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη-Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την υπ' αριθμ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Ιουλίου 2010 αίτησή του για επανάληψη διαδικασίας και την από 5 Αυγούστου 2010 αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1062/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 253/23-8-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. β' , 528 παρ. 1 εδ. α' και 529 ΚΠΔ, την α) από 28-7-2010 αίτηση του Χ, κρατουμένου στη φυλακή ..., την οποίαν υπέβαλε δια του-νομοτύπως εξουσιοδοτημένου-συνηγόρου του, Εμμανουήλ Παπαδάκη, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά

(7)ετών, για τις αξιόποινες πράξεις της εξαγωγής και υπεξαίρεσης αρχαίων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, και β) τη από 5-8-2010 αίτηση για αναστολή της ανωτέρω αποφάσεως, εκθέτουμε τ' ακόλουθα:
  1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)..2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1239/1998, Π.Χ. ΜΘ/682, ΑΠ 127/2001, Π.Χ. ΝΑ/896, ΑΠ 557/2002, Π.Χ. ΝΓ/37, ΑΠ 1787/2001, Ποιν. Λόγος Α/2054, ΑΠ 759/2003, Ποιν. Δικ. 2004/1048). Στην προκειμένη περίπτωση, η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου είναι αμετάκλητη, καθόσον, η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 189/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.
  2. Ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ, καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση, ως υπαίτιος του ότι: 1) στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1 Μαρτίου 1998 μέχρι 23 Απριλίου 1999 και σε μη προσδιορισθείσα επακριβώς ημερομηνία ενεργώντας με πρόθεση, ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα παρακάτω αρχαιολογικής αξίας ευρήματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του παρανόμως και ανήκαν στην κυριότητα και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανερχομένης στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, ήτοι α) μία λήκυθο ύψους 25,5 εκατοστών, β) μία πρόχου, ύψους 10,5 εκατοστών, γ) μία πρόχου, ύψους 23 εκατοστών, δ) μία πρόχου, ύψους 16,8 εκατοστών, ε) μία πρόχου, ύψους 17 εκατοστών, στ) μία λήκυθο , ύψους 17,5-18 εκατοστών, ζ) μία πρόχου, ύψους 16,5-17 εκατοστών, η) μία χάλκινη πρόχου, (βυζαντινής εποχής) ύψους 28,5-29 εκατοστών, θ) μία πρόχου, ύψους 9,5-10 εκατοστών, ι) ένα ψευδόστομο αμφορέα ύψους 12 εκατοστών, ια) μία πρόχου, ύψους 9 εκατοστών, ιβ) ένα ζωόμορφο ειδώλιο ύψους 8 εκατοστών και ιγ) ένα ζωόμορφο ειδώλιο ύψους 8 εκατοστών, 2) στην ... την 23 Απριλίου 1999 ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον προαναφερόμενο γερμανό υπήκοο με σκοπό την εμπορία εξήγαγε από την Ελληνική επικράτεια στην αλλοδαπή ... τα παραπάνω αναφερόμενα αρχαιολογικά ευρήματα, με το υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο που ήταν ιδιοκτησίας Δ και στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός ο κατηγορούμενος Κ, και τα οποία αρχαία βρέθηκαν σε έλεγχο που έγινε στο παραπάνω αυτοκίνητο και τους επιβαίνοντες σ' αυτό,(Δ, Κ, Χ και τον γερμανό Ε),από τις γερμανικές αρχές την παραπάνω ημερομηνία στο σιδηροδρομικό σταθμό του ..., και τα οποία αρχαία αντικείμενα αφού κατασχέθηκαν αποδόθηκαν μετέπειτα στο Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως αναφέρονται τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, και τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν αποδείχτηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ που εκμεταλλεύεται αρτοποιείο στην ... ανέπτυσσε δραστηριότητα σχετική με αρχαία αντικείμενα, είτε αγοράζοντας αυτά από τρίτους λαθρανασκαφείς, είτε από λαθρανασκαφές, που διενεργούσε ο ίδιος με άγνωστους συνεργούς του. Τα αντικείμενα αυτά διέθετε προς πώληση σε χώρες της αλλοδαπής, κυρίως στη ... όπου συχνά μετέβαινε για αγορά από εκεί και μεταπώληση στην Ελλάδα αυτοκινήτων. Στη παράνομη αυτή δραστηριότητα του συνεργάζονταν με τον γερμανό υπήκοο Ε, ο οποίος κατοικούσε στην ... και διατηρούσε κατάστημα ενοικιάσεως μοτοποδηλάτων. Στη κατοχή αυτών είχαν περιέλθει διαδοχικώς τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία αντικείμενα, τα δώδεκα από τα οποία ανήκαν στην μυκηναϊκή εποχή (Π05 π.Χ.αιώνας) και το ένα (χάλκινη πρόχους) στη Βυζαντινή εποχή (προ του έτους 1453) που αποτελούσαν προϊόντα λαθρανασκαφών στην περιοχή ... και ήσαν σπάνια, η δε συνολική τους αξία ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, όπως αποφάνθηκε γι' αυτό η αρμοδία επιτροπή αποτελούμενη από τους Α1, Δ/ντή Προϊστ. και Κλασ. Αρχαιοτήτων, Α2 Προϊσταμένη της Ζ' ΕΠΚΑ και Α3, Προϊσταμένη της Δ' ΕΠΚΑ, με το από 26.10.2000 πρακτικό εκτίμησης, και όχι στο ποσό των 39.200.00 δραχμών, όπως αποφάνθηκε η κατά το άρθρο 72 του ν. 3028/02 επιτροπή, η οποία -χωρίς να αιτιολογεί την κρίση της σχετικά με τη διαφοροποίηση της, ως προς την αξία των αρχαίων αυτών που αναφέρεται στην έκθεση της πρώτης επιτροπής-, αποφαίνεται ότι η αξία αυτών είναι μικρότερη των 50.000.000 ανερχόμενη στο παραπάνω αναφερόμενο ποσό των 39.200.000 δραχμών. Δεν αποδεικνύεται ότι οι λαθρανασκαφές από τις οποίες προέρχονταν τα αρχαία αυτά διενεργήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους. Αντίθετα από το γεγονός ότι ο Χ και ο γερμανός δραστηριοποιούντο με την αγορά τέτοιων αντικειμένων από τρίτους προς περαιτέρω διάθεση στην αλλοδαπή, καθίσταται προφανές ότι τα αρχαία αυτά προέρχονταν από λαθρανασκαφές που διενήργησαν τρίτα άγνωστα άτομα,από τα οποία και προμηθεύτηκαν αυτά ο Χ και ο γερμανός, το γεγονός δε και μόνο ότι αυτά ήσαν στην κατοχή του Χ και του συνεργάτη του γερμανού, δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλο και ότι αυτοί διενήργησαν τις λαθρανασκαφές, από τις οποίες και προήλθαν τα αρχαία αυτά. Προκειμένου αυτοί να μεταφέρουν με ασφάλεια τα εν λόγω αρχαία αντικείμενα στη ... και να πωλήσουν αυτά εκεί σε γνωστούς τους αγοραστές αρχαίων μεθόδευσαν τη μεταφορά τους στη ..., ώστε να μη συλληφθούν από τις αρμόδιες τελωνειακές ελληνικές αρχές. Έτσι ο Χ που εγνώριζε τον κατηγορούμενο Κ ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του οδηγού νταλίκας και μετέβαινε στη ... για μεταφορές εμπορευμάτων, έπεισε τον τελευταίο να παραλάβει μαζί του στο αυτοκίνητο που οδηγούσε τα αρχαία και στη συνέχεια αφού θα συναντώντο καθ'οδόν με τον Χ και τον γερμανό θα μετέβαιναν στη ..., όπου θα διέθεταν τα αρχαία, ο Χ με το γερμανό συνεργάτη του. Πράγματι ο Κ, προφανώς έναντι αμοιβής, δέχτηκε την πρόταση του Χ και αφού παρέλαβε τα αρχαία στο υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε και ήταν ιδιοκτησίας Δ, ο οποίος επέβαινε στο ίδιο αυτοκίνητο, μέσω του λιμένα ... μετέβησαν στην ..., προκειμένου να συνεχίσουν οδικώς τη μετάβαση τους στη ..., καθ' οδόν δε, εντός του ιταλικού εδάφους, όπως είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, παρέλαβαν και τους Χ και τον γερμανό οι οποίοι είχαν μεταβεί στην ... με άλλο μέσο. Το εν λόγω όχημα και οι επιβαίνοντας υποβλήθηκαν σε έλεγχο από γερμανούς αστυνομικούς στο σταθμό του ... την 23 Απριλίου 1999 και κατά τον έλεγχο αυτό βρέθηκαν τα αρχαία, τα οποία αργότερα αποδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Όπως προαναφέρθηκε, εγκληματική δραστηριότητα σχετική με εμπορία αρχαιοτήτων είχαν αναπτύξει ο κατηγορούμενος Χ και ο γερμανός συνεργάτης του, στην κατοχή των οποίων είχαν περιέλθει τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία, τα οποία ανήκαν κατά κατοχή και κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, και τα οποία αυτοί από κοινού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως με σκοπό την εμπορία Δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Κ είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην υπεξαίρεση αυτών, αφού όπως προαναφέρθηκε, αυτός με πρόθεση και προφανώς- έναντι αμοιβής και εν γνώσει του- παρέσχε βοήθεια στους Χ και τον γερμανό, προκειμένου αυτοί να εξάγουν από την Ελλάδα στην ... τα αρχαία, όπου τα παρέλαβαν οι ίδιοι.."
  3. 'Ηδη ο αιτών Χ επικαλείται και προσκομίζει ως " νέα αποδεικτικά στοιχεία" τις υπ'αριθ.2195/2010, 2196/2010, 2186/2010 ένορκες βεβαιώσεις των Π, Ρ, και Σ, αντιστοίχως, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτάντου, ως και την 1659/12010 ένορκη βεβαίωση του Κ, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κορίνθου Ειρήνης Λάου, στις οποίες αυτοί καταθέτουν τα εξής: Ο πρώτος απ'αυτούς Π: "...: Από το έτος 1994 μέχρι το έτος 2005 υπηρετούσα στο Τμήμα Ασφαλείας ..., ως Αστυφύλακας. Από το έτος 2005 μέχρι σήμερα υπηρετώ στο Αστυνομικό Τμήμα .... Λόγω της ιδιότητας μου (ως Αστυφύλακας στο Τμήμα Ασφαλείας) βρισκόμουν καθημερινά στο δρόμο (περιπολίες, παρακολουθήσεις και συλλογή πληροφοριών). Γνωρίζω πάρα πολύ καλά τον Χ, καθώς και την οικογένεια του. Είναι ένας εξαίρετος άνθρωπος έντιμος, ηθικός και εργατικός, ο οποίος όλα αυτά τα χρόνια που τον γνωρίζω ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την οικογένεια του και την εργασία του. Ποτέ δεν είχε ακουστεί οτιδήποτε στην Υπηρεσία μου σχετικά με παράνομες πράξεις του Χ και όταν μαθεύτηκε ότι κατηγορήθηκε για παράνομη εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων η πεποίθηση όλων ήταν ότι επρόκειτο ξεκάθαρα για λάθος. Ακόμη, βεβαιώνω υπευθύνως ότι εάν ο Χ είχε αναπτύξει οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετικά με αρχαία αντικείμενα αυτό θα είχε γίνει σίγουρα γνωστό στην Υπηρεσία μας. Συγκεκριμένα από το Δίκτυο πληροφοριών της Υπηρεσίας μας ουδέποτε μας είχε περιέλθει πληροφορία που να αφορά τον Χ για οποιαδήποτε παράνομη πράξη. Ο Χ ήταν γνωστό ότι ταξίδευε πολύ συχνά στη ... γιατί εμπορευόταν αυτοκίνητα τα οποία αγόραζε από το .... Επίσης στην ... είχε και αρτοποιείο. Ο Χ δεν είχε κανένα λόγο να εμπλακεί σε οποιουδήποτε είδους παράνομες δραστηριότητες και αυτό είναι γνωστό σε όλη την περιοχή, αλλά και στην Υπηρεσία μας, πέραν των άλλων και διότι από την επαγγελματική του δραστηριότητα, η οποία ήταν απολύτως διαυγής, είχε αποκτήσει μία πολύ καλή οικονομική κατάσταση. Γνωρίζω ότι όλοι όσοι θέλανε να αποκτήσουν πολυτελές αυτοκίνητο στην περιοχή μας, όπως γιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες, κλπ. απευθύνονταν στον Χ για να το αγοράσουν με απόλυτη εμπιστοσύνη, λόγω της φερεγγυότητας του. Αυτά δήλωσε ο εμφανισθείς. : Ο δεύτερος απ'αυτούς Ρ: "...: Είμαι Ανθυπαστυνόμος και υπηρετώ στην ... από το έτος 1988, από το έτος 1996 υπηρετώ στο Α.Τ. ... και τους τελευταίους πέντε μήνες είμαι αποσπασμένος υποδιοικητής στην εξωτερική φρουρά των φυλακών .... Γνωρίζω άριστα τον Χ και την οικογένεια του από το έτος 1988 και βεβαιώνω υπευθύνως για το ήθος, την εντιμότητα και το ακέραιο του χαρακτήρα του. Ο Χ όλα αυτά τα χρόνια που τον γνωρίζω ουδέποτε έχει εμπλακεί, έστω και καθ' υπόνοια, σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη, ούτε και ποτέ υπήρξαν πληροφορίες στην Υπηρεσία μου οι οποίες να συνδέουν το όνομα του με οποιαδήποτε παράνομη πράξη. Αντιθέτως υπήρχαν οι πληροφορίες για κάποιο γερμανό δεν γνώριζα τότε το όνομα, 'που όπως έλεγαν οι πληροφορίες "συμμετείχε σε αγοραπωλησίες αρχαίων αντικειμένων" Η περιοχή της ... είναι γνωστό ότι αποτελεί πόλο έλξης αρχαιοκαπήλων, αλλά μπορώ να βεβαιώσω κατηγορηματικά ότι ο Χ δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε ανάμειξη σε τέτοιες πράξεις. Γνωρίζω ότι καταδικάστηκε για λαθραία εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων, αλλά είμαι βέβαιος ότι πρόκειται για πλάνη. Την βεβαιότητα μου αυτή την στηρίζω όχι μόνο στην γνώση μου σχετικά με την προσωπικότητα και το ήθος του Χ αλλά και στις γνώσεις και πληροφορίες που έχω ως εκ της ιδιότητας μου. ' Όλοι στην περιοχή γνωρίζουμε ότι ο Χ ενεπλάκη στην ιστορία αυτή χωρίς να έχει καμία ανάμειξη και ότι είναι αθώος, εφ' όσον αντικειμενικώς βεβαιώθηκε ότι την πράξη τέλεσε ο Ε (είναι ο γερμανός που αναφέρω παραπάνω), με τον οποίο ο Χ δεν είχε καμία απολύτως σχέση άμεση, έμμεση ή άλλη." Ο τρίτος απ' αυτούς Σ : "...Ορκίζομαι ενώπιον του Θεού να πω ευσυνείδητα όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτε", κατόπιν αυτού αυτός βεβαίωσε τα ακόλουθα: Είμαι κάτοικος ... ,όπου δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά. Ο Ε που είναι ..., ζούσε με την οικογένεια του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην περιοχή ... από το έτος 1990 και ασχολούνταν με ενοικιάσεις μοτοσυκλετών. Εγώ τον γνώρισα περίπου κατά το έτος 1993, οπότε ξεκίνησε η συνεργασία γιατί αγόραζε από εμένα μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες τις οποίες νοίκιαζε από το κατάστημα του (γραφείο ενοικιάσεων).Τον Χ, ο οποίος είναι συμπολίτης μου τον γνώριζα αρκετά χρόνια πριν. Ασκούσε το επάγγελμα του αρτοποιού και επίσης έκανε εμπόριο αυτοκινήτων τα οποία έφερνε από το ... στο οποίο πήγαινε συχνά για τον λόγο αυτό. Πολλοί συμπολίτες μας αλλά και κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής μας είχαν αγοράσει αυτοκίνητα (τύπου Mercedes και BMW) από τον Χ ο οποίος έχοντας συνεργασία με εταιρείες αυτοκινήτων στο ... και καλή γνώση σχετικά με την επιλογή και τον έλεγχο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, πήγαινε εκεί και τα αγόραζε για λογαριασμό των πελατών του και τα έφερνε ο ίδιος στην Ελλάδα. Ο Γερμανός Ε και ο Χ δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση, έμμεση ή άλλη σχέση ή γνωριμία μεταξύ τους. Εγώ τους γνώρισα μεταξύ τους στο κατάστημα μου, όπου συναντήθηκαν μία ή δύο φορές. Περίπου στις αρχές του έτους 1999 εγώ συμφώνησα με τον Ε να αγοράζει για λογαριασμό μου μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες από τη ... και να τις φέρνουμε στην Ελλάδα να τις πουλάμε. Ο ίδιος μου είπε τότε ότι πήγε για το λόγο αυτό στην ..., όπου ήταν η πόλη της καταγωγής του για να διερευνήσει την σχετική αγορά και ότι νοίκιασε και μία αποθήκη για να υπάρχει ο κατάλληλος χώρος για την τοποθέτηση των μοτοσυκλετών μέχρι να γίνει η εισαγωγή τους στην Ελλάδα. Επίσης μου είπε (ο Ε) ότι είχε βρει στην ... μία πολύ καλή αγορά για τρακτέρ μέσω του αδελφού του που έμενε εκεί και με ρώτησα εάν ενδιαφερόμουν και για αυτά. Εγώ το θεώρησα κατ' αρχήν καλή ιδέα και εν τέλει συμφωνήσαμε, ότι κατά τα μέσα Απριλίου ο αγοράσει μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες για λογαριασμό μου. Σχετικά με τα τρακτέρ και επειδή εγώ δεν είχα προηγούμενη εμπειρία το συζήτησα με τον Χ και του ζήτησα επειδή είχε σημαντικές γνώσεις σχετικά με τις μηχανές των οχημάτων να πάει μαζί με τον ... στην ..., συνδυάζοντας το ταξίδι του αυτό με ταξίδι που ο ίδιος θα έκανε στο ..., όπου συνήθιζε να πηγαίνει για την δική του δουλειά. Ο Χ μου είπε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτε από την ... αφού οι δικές του επαγγελματικές γνωριμίες ήταν αποκλειστικά και μόνο στο ..., εγώ όμως που δεν είχα ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στον ..., αφού δεν τον γνώριζα αρκετά, τον παρακάλεσα να πάει μαζί του, και μάλιστα του είπα ότι και ότι ήθελα να γνωρίσει και τον αδελφό του και να διαπιστώσει εάν επρόκειτο περί σοβαρού ατόμου με το οποίο θα μπορούσα να συνεργαστώ, εισάγοντας τρακτέρ. Τελικά, ο Χ συμφώνησε να πάει με τον Ε στην ..., κάτι που λίγο έλειψε, να μην πραγματοποιηθεί, γιατί ενώ ο Χταξίδευε πάντα με το αεροπλάνο ο ... τα φοβόταν, όπως μου είπε, και εν τέλει εγώ έπεισα και τον Χ να ταξιδέψουν με το καράβι μέχρι την ... και από εκεί να πάρουν το τρένο για το ... και στη συνέχεια αλλάζοντας τρένο να πάνε στην .... Προς τον σκοπό κάλυψης των δαπανών του ταξιδιού εγώ έδωσα στον Χ και την πιστωτική μου κάρτα. Αφού είχαν φύγει για το ταξίδι, μου τηλεφώνησε κάποια στιγμή ο Χ μου είπε ότι είχαν φτάσει στην ... ,ότι ο ... ήταν σχεδόν μεθυσμένος, επειδή σε όλο το ταξίδι με το πλοίο έπινε καθώς και ότι τρένο για το ... είχε την επόμενη ημέρα στις 10 η ώρα το βράδυ. Τότε εγώ του είπα να νοικιάσουν από εκεί αυτοκίνητο για να πάνε οδικώς και να χρεώσει την δαπάνη σε μένα. Μετά από λίγο μου τηλεφώνησε και πάλι ο Χ, ιδιαίτερα εκνευρισμένος και μου είπε ότι κανένα γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων δεν νοικιάζει αυτοκίνητο με μετρητά, αλλά και ότι η πιστωτική μου κάρτα ήταν άχρηστη για τον σκοπό αυτό αφού ήταν στο όνομα μου και εγώ δεν ήμουν εκεί για να υπογράψω για τη χρέωση και ούτε φυσικά ήταν δυνατό να υπογράψει για μένα κάποιος από τους δύο, αφού θα έπρεπε να επιδείξει και το διαβατήριο, καθώς και την άδεια ικανότητας οδήγησης). Ζήτησα από το Χ να μου δώσει λίγο χρόνο να σκεφθώ πως θα μπορούσε να διευθετηθεί η κατάσταση, γιατί ιδιαίτερα απέναντι του αισθανόμουν πολύ άσχημα, και του είπα να μου τηλεφωνήσει και πάλι σε λίγο. Τότε σκέφθηκα ότι και ο υπάλληλος μου ο Κ βρισκόταν με φορτηγό κάπου στην ... προκειμένου να φορτώσει μοτοσυκλέτες που θα έκανα εισαγωγή στην Ελλάδα και αφού επικοινώνησα μαζί του και συνεννοηθήκαμε, όταν μετά από λίγο μου τηλεφώνησε ο Χτου είπα που θα συναντηθούν με τον Κ, ώστε να τους μεταφέρει με το φορτηγό. Έμαθα στη συνέχεια, τόσο από τον Χ όσο και από τον Κ ότι σε έλεγχο που έγινε στο σταθμό του ... βρέθηκαν αρχαία αντικείμενα στον ταξιδιωτικό σάκο που είχε μαζί του ο Γερμανός. Από την πρώτη στιγμή που το έμαθα δεν είχα καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα αρχαία αντικείμενα που βρέθηκαν ήταν του Ε και αυτό γιατί, πέραν του γεγονότος ότι τόσο ο Χ όσο και ο Κ δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τέτοιου είδους δραστηριότητες, θυμήθηκα ότι είχα ακούσει κατά το παρελθόν σχετικές φήμες για τον Ε, που είχαν κυκλοφορήσει στην περιοχή μας, στις οποίες τότε δεν είχα δώσει καμία σημασία. Μετά το συμβάν και όταν πληροφορήθηκα, ότι ασκήθηκε δίωξη και κατά του Χ και κατά του Κ και επιθυμώντας να τους βοηθήσω αφού γνώριζα ότι οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν αναίτια μπλεγμένοι σε μία υπόθεση με την οποία δεν είχαν καμία απολύτως σχέση και θεωρώντας ότι και εγώ ήμουν κατά κάποιο τρόπο υπαίτιος, αφού από μένα γνώρισαν τον γερμανό και εξ αιτίας μου βρέθηκαν μαζί του στο ταξίδι αυτό, μίλησα με αυτούς από τους οποίους είχα ακούσει τις φήμες και τους ζήτησα να μου πουν πιο συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά όλοι με συμβούλευσαν να μην ασχοληθώ γιατί ο Γερμανός δεν είναι μόνος του, ότι είναι γνωστό στην περιοχή πως υπάρχει ολόκληρο κύκλωμα αρχαιοκαπήλων στο οποίο συμμετέχει και αυτός, καθώς και ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αδίστακτοι. Τον Ιούνιο του 2002 και ο ίδιος ο Γερμανός που τον συνάντησα στην ... και τον ρώτησα γιατί έμπλεξε αθώους ανθρώπους και με χρησιμοποίησε και εμένα μου είπε να μην τον ξαναενοχλήσω και να μην ασχοληθώ με το θέμα γιατί, επί λέξει "...έχεις οικογένεια και παιδιά (...)θέλεις να πάθουν κάτι και να φταις εσύ που ανακατεύεσαι σε θέματα που δεν σε αφορούν..." .Οι απειλές αυτές ήταν και ο λόγος για τον οποίο παρότι κατέθεσα ως μάρτυς στο πρωτόδικο δικαστήριο που δίκασε (και κυριολεκτικά άδικα καταδίκασε) τους Χ και Κ εγώ δεν είπα όλα όσα γνώριζα τόσο για τον ακριβή λόγο για τον οποίο ο Χ πήγε με τον Γερμανό το ταξίδι, όσο και για τα όσα είχαν ακουστεί στην περιοχή μας για τον Γερμανό. Μετά την κατάθεση μου αυτή δύο - τρεις φορές άγνωστοι σε μένα άνθρωποι μου τηλεφώνησαν στο μαγαζί μου και με απείλησαν λέγοντας μου επί λέξει "...μην μπλέκεσαι σε θέματα που δεν σε αφορούν, θα βρεις το μαγαζί σου καμένο ...". Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν πήγα να καταθέσω στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Πριν από λίγο καιρό πληροφορήθηκα ότι ο Γερμανός έχει συλληφθεί στο, εξωτερικό και έχει φυλακισθεί και αποφάσισα να δώσω την κατάθεση αυτή και να βεβαιώσω ενόρκως τα όσα από προσωπική μου αντίληψη γνωρίζω για την υπόθεση αυτή, συμπληρώνοντας την αρχική μου κατάθεση με τα όσα απολύτως αληθή αναφέρω παραπάνω προκειμένου, αν είναι δυνατό, να διορθωθεί η αδικία που έγινε σε βάρος των δύο αυτών ανθρώπων, δηλαδή του Χ και του Κ, για την οποία θεωρώ πως και εγώ έχω σημαντικό μερίδιο ευθύνης..".Και ο τέταρτος απ'αυτούς Κ : "...Ορκίζομαι στο όνομα του Θεού να πω ευσυνείδητα όλη την αλήθεια και μόνον την αλήθεια χωρίς να προσθέσω κάτι ή να αποκρύψω κάτι και δηλώνω ότι : "Γνωρίζω την κατηγορία που αποδόθηκε στον Χ και για την οποία εν τέλει καταδικάστηκε. Στην ίδια υπόθεση υπήρξα και εγώ κατηγορούμενος, αφού χαρακτηρίσθηκα ως συνεργός. Στην πραγματικότητα τόσο ο Χ όσο και εγώ δεν είχαμε καμία απολύτως σχέση με την υπόθεση για την οποία αδίκως κατηγορηθήκαμε και κηρυχθήκαμε ένοχοι. Συγκεκριμένα εγώ υπήρξα υπάλληλος του Σ, ο οποίος διατηρούσε στην ...κατάστημα εμπορίας μηχανών και μοτοσυκλετών. Στο κατάστημα του Σ είχα γνωρίσει και τον Χ, ο οποίος έχει αρτοποιείο στην ... και επίσης επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων τα οποία εισήγαγε από τη .... Ο Χ για τον λόγο αυτό ταξίδευε πολύ συχνά στη .... Ο Σ γνώριζε τον γερμανό Ε επειδή ο τελευταίος ασχολούνταν με ενοικιάσεις μοτοσυκλετών τις οποίες αγόραζε μεταχειρισμένες από τον Σ. Είμαι σε θέση να βεβαιώσω ότι ο Χ και ο Ε δεν είχαν καμία απολύτως γνωριμία ή σχέση μεταξύ τους. Απλώς τους είχε συστήσει ο Σ κάποια φορά που βρέθηκαν στο μαγαζί του. Ο Σ κάποια στιγμή στις αρχές του 1999 είχε συμφωνήσει με τον Ε να φέρνουν μοτοσυκλέτες και τρακτέρ από τη ... και να τις πουλάνε στην Ελλάδα. Ο Ε του είχε πει ότι είχε βρει στην ... μία πολύ καλή αγορά για τρακτέρ μέσω του αδελφού του που έμενε εκεί. Ήμουν παρών στο κατάστημα του Σ όπου εργαζόμουν, όταν έγινε μεταξύ τους η συζήτηση αυτή. Ο Σ επειδή δεν γνώριζε την αγορά των τρακτέρ συζήτησε το θέμα με τον Χ και του ζήτησε γνωρίζοντας ότι είχε σημαντικές γνώσεις σχετικά με τις μηχανές των οχημάτων να πάει μαζί με τον Γερμανό στην ..., συνδυάζοντας το ταξίδι του αυτό με ταξίδι που ο ίδιος θα έκανε στο .... όπου συνήθιζε να πηγαίνει για την δική του δουλειά. Ο Χ του είχε πει ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τίποτε από την ... αφού οι δικές του επαγγελματικές γνωριμίες ήταν αποκλειστικά και μόνο στο ..., αλλά ο Σ επέμενε να πάει μαζί του, και μάλιστα του είπε ότι θα πληρώσει αυτός όλα τα έξοδα του ταξιδιού. Από τον Σ πείστηκε ο Χ και προκειμένου να τον εξυπηρετήσει έκανε αυτό το ταξίδι. Όλα αυτά τα γνωρίζω γιατί όλες αυτές οι συζητήσεις είχαν γίνει στο κατάστημα του Σ όπου εργαζόμουν. Εγώ όταν έγινε το περιστατικό ήμουν ήδη στην ... για λογαριασμό του Σ. Είχα πάει με το φορτηγό του Δ για να φορτώσουμε μοτοσυκλέτες για την επιχείρηση. Μου τηλεφώνησε ο Σ και μου είπε ότι ο Χ και ο Γερμανός είχαν πάει στην ... με το πλοίο και ότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα με την μεταφορά τους, με ρώτησε που βρισκόμαστε εμείς και εάν μπορούσαμε να τους πάρουμε. Πράγματι τους συναντήσαμε στην ... και τους πήραμε. Ο Ε ανέβηκε στο αυτοκίνητο κρατώντας το σακ βουαγιάζ που βρέθηκαν τα αρχαία αντικείμενα και το κρατούσε στα χέρια του σε όλη τη διαδρομή. Ο Χ μόλις ανέβηκαν στο αυτοκίνητο μου είπε ότι ήταν πολύ θυμωμένος με τον Σ, ότι είχε χάσει το χρόνο του ταξιδεύοντας με το πλοίο γιατί ο Γερμανός φοβόταν να μπει στο αεροπλάνο, ότι σε όλη τη διαδρομή ο Γερμανός ήταν μεθυσμένος γιατί στο πλοίο έπινε συνέχεια καθώς και ότι όταν έφτασαν στην ... διαπίστωσαν ότι τρένο για το ... είχε το επόμενο βράδυ στις 10 η ώρα και επίσης ότι προσπάθησε να νοικιάσει αυτοκίνητο αλλά καμία εταιρεία δεν νοίκιαζε αυτοκίνητο με μετρητά η δε πιστωτική κάρτα που του είχε δώσει ο Σ για να χρεώσει τα έξοδα δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί γιατί ζητούσαν επίδειξη του διαβατηρίου. Θυμάμαι ότι συνεχώς ο Χ επαναλάμβανε "αυτά παθαίνει κανείς όταν θέλει να εξυπηρετήσει". Όταν μας σταμάτησαν στο σταθμό του ... η ταραχή του Γερμανού ήταν εμφανής και τότε, όπως θυμάμαι ενώ κρατούσε πάνω του το σακ βουαγιάζ το τοποθέτησε δίπλα. Το γεγονός ότι κανείς από εμάς πλην του γερμανού δεν είχε καμία σχέση με τα αρχαία αντικείμενα το διαπίστωσαν και οι Γερμανοί αστυνομικοί που μας έλεγξαν και μας άφησαν ελεύθερους σε αντίθεση με τον Ε τον οποίο τον κράτησαν. Ακόμη και μέχρι σήμερα πραγματικά δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω πως τόσο εγώ όσο και ο Χ βρεθήκαμε μπλεγμένοι σε αυτή την υπόθεση ενώ δεν είχαμε καμία απολύτως σχέση. Όταν γύρισα στην Ελλάδα έμαθα από τον Σ ότι ο ίδιος είχε ακούσει φήμες για εμπλοκές του Γερμανού με αρχαία αντικείμενα. Τον ρώτησε γιατί δεν είπε τίποτα στις καταθέσεις του και μου είπε ότι φοβόταν για την οικογένεια του γιατί τον είχαν απειλήσει. Εγώ έχω εκτίσει την ποινή που μου επιβλήθηκε. Δυστυχώς ο Χ εκτίει ακόμη την ποινή του και κινδυνεύει, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, να πεθάνει χωρίς να δικαιωθεί. Από την υπόθεση αυτή έχει στιγματιστεί όλη οι οικογένεια του, δηλαδή η σύζυγος του και τα τέσσερα παιδιά του και αυτό είναι πραγματικά άδικο γιατί πρόκειται για μία από τις πλέον αξιόλογες οικογένειες της ....".
  4. Αναφορικά όμως με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των παραπάνω προσώπων πρέπει να σημειωθούν τα εξής : α) οι δύο πρώτοι αστυνομικοί είναι πάρα πολύ γνωστοί του αιτούντος της αναψηλάφησης και της οικογενείας του και αναφερόμενοι στην εντιμότητα, στο ήθος και την εργασία του, δεν προσθέτουν τίποτε, ως "νέο γεγονός" υπόθεσης αφού αυτά κρίθηκαν από το Εφετείο. β) αναφορικά με τα λεγόμενά τους ότι δεν είχε περιέλθει στην αντίληψή τους πληροφορία σε βάρος του αιτούντος, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε εμπλοκή του Χ, όπως άλλωστε προέκυπτε αυτή από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Εφετείου αστυνομικού του Τμήματος Αρχαιοκαπηλείας της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής. Προφανώς για τον ευνόητο λόγο της μη διαρροής των πληροφοριών - χειρίσθηκε το θέμα αυτό αποκλειστικά η ανωτέρω Υπηρεσία. Επομένως τα λεγόμενά τους δεν μπορούν αντικειμενικά σε καμιά περίπτωση να αποδυναμώσουν τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις του Τμήματος Αρχαιοκαπηλίας Αττικής. γ) Οι ένορκες βεβαιώσεις των δύο αστυνομικών είναι αόριστες αφού όσα ισχυρίζονται δεν τα αποδεικνύουν. Ειδικότερα ο 1ος Π, ενώ λέγει ότι ο ίδιος, ως αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας ... δεν είχε ακούσει τίποτε σε βάρος του αιτούντος, εντούτοις βεβαιώνει ενόρκως - δίκην Δ/ντη του αρμοδίου Τμήματος Ασφαλείας ... - ότι "ουδέποτε μας είχε περιέλθει πληροφορία που να αφορά τον Χ για οποιαδήποτε παράνομη πράξη", χωρίς να βεβαιώνεται τούτο από τον αρμόδιο Δ/ντή του Τμήματος Ασφαλείας .... Ο δε δεύτερος ενώ υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα και όχι στο Τμήμα Ασφαλείας ..., (δηλαδή αναρμόδιος καθ' ύλη) εντούτοις είναι δέκτης πληροφοριών για "κάποιον γερμανό που συμμετείχε σε αγοραπωλησίες αρχαίων αντικειμένων" πλην όμως δεν καταθέτει - αν, πότε και σε ποιους ανέφερε τις πληροφορίες αυτές, όπως κατά καθήκον όφειλε, ώστε να έχουν αξιοπιστία, τα όσα ενόρκως βεβαιώνει. δ) Είναι σίγουρο βέβαια ότι οι παραπάνω και να είχαν πληροφορίες για εμπλοκή του Χ, " θα σιωπούσαν" λόγω της γνωριμίας τους " με αυτόν και την οικογένειά του ", όπως δηλώνουν. Αυτό σηματοδοτείται: Ι) από το γεγονός ότι ενόψει της δίκης στο Εφετείο "σιώπησαν" και δεν προσήλθαν σ' αυτό, μολονότι δεν υπήρχε τίποτε το επιλήψιμο σε βάρος του, - σύμφωνα με τα όσα αναφέρουν - στις ένορκες βεβαιώσεις τους, και ΙΙ) από το γεγονός ότι "σιώπησαν", σε σχέση με την σύλληψη του παραπάνω υπό την έννοια ότι - ενώ γνώριζαν ότι ο ανωτέρω είχε καταδικασθεί από το Πενταμελές Εφετείο και διωκόταν με την 93/2006 απόφασή - από τετραετίας δηλαδή - διατηρεί δε, κατάστημα (φούρνο) στη ... και κυκλοφορούσε ελεύθερος - εντούτοις αυτά δεν προέβησαν σε καμιά αναφορά ή ενέργεια προς τους ανωτέρους τους για την εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως. ( ιδ την αριθμ πρωτ.7135/,19-8-2010 αναφορά του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου ως και την αναφορά 1020/21419/5-ιστ / 20 -8- 2010 της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., που συσχετίστηκαν στη δικογραφία κατόπιν παραγγελιας μας). -Επομένως στερούνται αξιοπιστίας τα λεγόμενά τους και δεν προσφέρουν κάτι το ουσιώδες για να ανατραπεί η καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος. Απλώς γίνεται στοχευμένη προσπάθεια για νομικό και ουσιαστικό έλεγχο της εν λόγω αποφάσεως. -Περαιτέρω σε σχέση με την ένορκη βεβαίωση του Σ πρέπει να σημειωθούν τα εξής : -Αυτός προσήλθε και κατέθεσε ως μάρτυς στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, όταν εκδικαζόταν η υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Τότε, ήταν παρών και ο κατηγορούμενος Χ, ενώ στο Πενταμελές Εφετείο κατά την εκδίκαση της εφέσεως του τελευταίου, δεν παρουσιάσθηκαν αμφότεροι. Στην κατάθεσή του αυτή ο ανωτέρω αναφέρει ότι ο Χ πήγε στην ... "για να συνεργασθεί με τον αδελφό του Γερμανού για να φέρει αγροτικά μηχανήματα". Σε κανένα σημείο της κατάθεσής του αυτής, δεν αναφέρει ότι ο προαναφερθείς μετέβη στη ... κατόπιν εντολής και πιέσεων του ανωτέρω μάρτυρος για να μεριμνήσει για την εισαγωγή τρακτέρ για λογαριασμό αυτού και με δαπάνες του. Ο δε κατηγορούμενος στην ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία του δεν αναφέρει τίποτε για τρακτέρ αλλά κάνει λόγο για αυτοκίνητα. Τα αναφερόμενα στην ένορκη κατάθεσή του, περί εντολής και πιέσεων εκ μέρους του προς τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας - για εισαγωγή τρακτέρ για λογαριασμό του και με δαπάνες του από ..., τα περί αποκρύψεως εκ μέρους του από το δικαστήριο του σκοπού της μεταβάσεως αυτού στην ως άνω χώρα ως και των πληροφοριών που είχε από αγνώστους για τις δραστηριότητες του Γερμανού Ε, τα περί απειλών του από τους παραπάνω αγνώστους και στη συνέχεια από τον προαναφερθέντα που είχαν και ως αποτέλεσμα να μην εμφανισθεί στο Εφετείο, είναι αφενός μεν αβάσιμα διότι έρχονται σε αντίφαση με όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφετέρου δε σε σχέση με λεγόμενα περί απειλών του είναι αόριστα αφού δεν αναφέρει τα άτομα που τον απείλησαν να μην ασχοληθεί με την υπόθεση "γιατί ο Γερμανός δεν είναι μόνος του..κ.τ.λ.", ούτε και προσκομίζει τυχόν καταγγελία του, για εντοπισμό των δραστών των τηλεφωνικών απειλών του "κάψιμο του μαγαζιού του" κ.τ.λ. - Σηματοδοτούν όμως σε κάθε περίπτωση. το μέτρο της αξιοπιστίας του, ως μάρτυρα, αφού προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, παραδέχεται ότι διέπραξε ψευδορκία (εκ του ασφαλούς όμως λόγω παρελεύσεως 5ετίας από το Πρώτο Δικαστήριο), ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στο οποίο όμως προσήλθε και κατέθεσε, - παρά τις νουθεσίες και τις απειλές που προηγήθηκαν, - κατά τα λεγόμενά του, - και μάλιστα εναντίον της οικογενείας και των παιδιών του. Ενώ οι απειλές αγνώστων για "κάψιμο" του μαγαζιού του - κατά τα λεγόμενά του - τον εμπόδισαν να εμφανισθεί στο Πενταμελές. Με την δοθείσα όμως ένορκη δήλωσή του δείχνει ότι "φοβόταν" μόνο τον Γερμανό και όχι "τους άλλους που αποτελούν το κύκλωμα των αρχαιοκαπήλων",που υποτίθεται, ότι τον απειλούσαν. -Τέλος σε σχέση με την προσκομιζόμενη ένορκη δήλωση του Κ', λεκτέα τα εξής : Ο ανωτέρω καταδικάσθηκε για συνέργεια σε εξαγωγή αρχαίων και- ανεξάρτητα από την καταδίκη του- στο πρώτο δικαστήριο απολογούμενος -σε κανένα σημείο της απολογίας του δεν αναφέρει τον σκοπό για τον οποίον μετέβαινε στη ... ο Χ την ημέρα που συναντήθηκαν στην .... Αντίθετα όμως στην ένορκη βεβαίωσή του ισχυρίζεται και αυτός αβασίμως,- όσα ισχυρίζεται και ο προηγούμενος μάρτυρας Σ εντασσόμενος και αυτός στη προσπάθεια " αποκαθάρσεως" με κάθε τρόπο του καταδικασθέντος. -Επειδή από τα προαναφερθέντα, δεν κρίνονται πειστικά τα αναφερόμενα στις ένορκες δηλώσεις των παραπάνω προσώπων, που προσκομίζονται "ως νέα γεγονότα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, καθόσον αυτά υπό τον ανωτέρω όρο, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως, δεν καθιστούν φανερό, σε σημείο μάλιστα που να αγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών Χ είναι αθώος των εγκλημάτων, για τα οποία αμετακλήτως καταδικάσθηκε. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθούν, τόσο η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη- όσο και η αίτηση του για αναστολή της εκτελούμενης σε βάρος του υπ'αριθ 93/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, να επιβληθούν δε σε βάρος του τα κατά νόμο (583§1 Κ.Π.Δ.) δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνουμε : 1) Να απορριφθούν ; α) η από 28-7-2010 αίτηση του Χτου Αλεξάνδρου, κρατουμένου στη φυλακή Χαλκίδας, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 93/2006 αμετάκλητη. απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου β) η από 5-8-2010 αίτησή του για αναστολή της ανωτέρω αποφάσεως 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του Αθήνα, 20-8-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης" Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  5. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 525§1περ.2 ΚΠΔ,η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δηλαδή νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και συνεπώς ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, όπως αυτό μπορεί να συναχθεί από τα πρακτικά της σχετικής δίκης και τα αναγνωσθέντα εκεί έγγραφα, που ερευνά προς το σκοπό αυτό το δικαστήριο που κρίνει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας. Έτσι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε πρόσφορα στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή καταθέσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές προηγούμενων καταθέσεων, καθώς και νέα έγγραφα σε σχέση με αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και αθωωτικές αποφάσεις ή βουλεύματα, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ.1 περ.4 του άρθρ. 525 ΚΠΔ, με την προϋπόθεση όμως ότι και οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σχεδόν βέβαιο και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν πάντως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως απ' αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση όσων αποδεικτικών στοιχείων τέθηκαν υπόψη τους και το ίδιο ισχύει για τις αποδείξεις ή τα γεγονότα με τα οποία επιδιώκεται στην πραγματικότητα ο επανέλεγχος από νομικής ή ουσιαστικής πλευράς της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η αίτηση επανάληψης της ποινικής διαδικασίας, στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001? ΑΠ 557/2002? ΑΠ 2284/2008). Με την κρινόμενη από 23.7.2010 αίτηση ζητείται να επαναληφθεί υπέρ του αιτούντος και για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της καταδικαστικής γι' αυτόν υπ' αριθ. 93/2006 αμετάκλητης ήδη απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επειδή εκ των υστέρων προέκυψαν τα αναφερόμενα στην αίτηση νέα αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με κρίσιμα γεγονότα, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, καθιστούν φανερό από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προηγουμένως προσκομισθεί, ότι άδικα καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση σε συνολική ποινή κάθειρξης επτά ετών για τα εγκλήματα της υπεξαίρεσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου αρχαίων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της παράνομης ακολούθως εξαγωγής τους στο εξωτερικό, ενώ είναι αθώος. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση, που νομότυπα ασκήθηκε, εισάγεται παραδεκτά, με την προπαρατιθέμενη εισαγγελική πρόταση, στο αρμόδιο τούτο Συμβούλιο (άρθρ. 527§§1και3, 528§1 ΚΠΔ), είναι ορισμένη και νόμιμη κατά τις παραπάνω διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της. Νόμιμη επίσης κατά το άρθρ. 529 ΚΠΔ είναι και η μεταγενέστερη από 5.8.2010 αίτηση του αυτού αιτούντος, με την οποία ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της ως άνω ποινής του, που ήδη εκτίει. Πρέπει συνεπώς και η αίτηση αυτή να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, συνεξεταζόμενη με την πρώτη αίτηση, με την οποία συνεισάγεται με την αυτή εισαγγελική πρόταση.
  6. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αιτών καταδικάσθηκε στην παραπάνω συνολική ποινή κάθειρξης των επτά ετών με την υπ' αριθ. 93/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, αφού κρίθηκε ένοχος αφενός μεν του κακουργήματος της παράνομης ιδιοποίησης αρχαίων που ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανερχόμενης στο ποσό των 51.000.000 δραχμών, αφετέρου δε του πλημμελήματος της παράνομης εξαγωγής τους στο εξωτερικό. Πρόκειται για 13 συνολικά ευρήματα, τα οποία σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, που είναι ήδη αμετάκλητη, αφού η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 189/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών τα ιδιοποιήθηκε παράνομα στην ... σε μη προσδιοριζόμενη ακριβώς ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από 1.3.1998 μέχρι 23.4.1999 και ακολούθως στην ..., στις 23.4.1999, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού με τον γερμανό υπήκοο Ε, τα εξήγαγε από την ελληνική επικράτεια στην ... με σκοπό την εμπορία, χρησιμοποιώντας το ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Δ, με οδηγό το συγκατηγορούμενό του Κ και συνεπιβαίνοντες τον ίδιο, τον Δ και τον ως άνω Γερμανό, βρέθηκαν δε τα αρχαία αντικείμενα σε έλεγχο από τις γερμανικές αρχές στο παραπάνω αυτοκίνητο και στους επιβαίνοντες σ' αυτό, που έγινε την ίδια ημερομηνία (23.4.1999) στο σιδηροδρομικό σταθμό .... Eιδικότερα στο σκεπτικό της παραπάνω απόφασης αναφέρονται , μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ (ήδη αιτών), που εκμεταλλεύεται αρτοποιείο στην ..., ανέπτυσσε δραστηριότητα σχετική με αρχαία αντικείμενα, είτε αγοράζοντας αυτά από τρίτους λαθρανασκαφείς είτε από λαθρανασκαφές που διενεργούσε ο ίδιος με άγνωστους συνεργούς του. Τα αντικείμενα αυτά διέθετε προς πώληση σε χώρες της αλλοδαπής, κυρίως στη ..., όπου συχνά μετέβαινε για αγορά από εκεί και μεταπώληση στην Ελλάδα αυτοκινήτων. Στην παράνομη αυτή δραστηριότητά του συνεργαζόταν με τον γερμανό υπήκοο Ε, ο οποίος κατοικούσε στην ... και διατηρούσε κατάστημα ενοικιάσεως μοτοποδηλάτων. Στην κατοχή αυτών είχαν περιέλθει τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία αντικείμενα, τα δώδεκα από τα οποία ανήκαν στην μυκηναϊκή εποχή (13ος π.χ. αιώνας) και το ένα (χάλκινη πρόχους) στη βυζαντινή εποχή (προ του έτους 1453 μ.χ.), που αποτελούσαν προϊόντα λαθρανασκαφών στην περιοχή ... και ήταν σπάνια, η δε συνολική αξία τους ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ανερχόμενη στο ποσό των 51.000.000 δραχμών... Δεν αποδεικνύεται ότι οι λαθρανασκαφές, από τις οποίες προέρχονταν τα αρχαία αυτά διενεργήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους. Αντίθετα από το γεγονός ότι ο Χ και ο Γερμανός δραστηριοποιούνταν με την αγορά τέτοιων αντικειμένων από τρίτους προς περαιτέρω διάθεση στην αλλοδαπή, καθίσταται προφανές ότι τα αρχαία αυτά προέρχονταν από λαθρανασκαφές, που διενήργησαν τρίτα άγνωστα άτομα, από τα οποία και προμηθεύτηκαν αυτά ο Χκαι ο Γερμανός, το γεγονός δε και μόνο ότι αυτά ήταν στην κατοχή του Χ και του συνεργάτη του Γερμανού, δεν αποδεικνύει, χωρίς άλλο, και ότι αυτοί διενήργησαν τις λαθρανασκαφές, από τις οποίες προήλθαν τα αρχαία αυτά. Προκειμένου αυτοί να μεταφέρουν με ασφάλεια τα εν λόγω αρχαία αντικείμενα στη ... και να τα πωλήσουν εκεί σε γνωστούς τους αγοραστές αρχαίων μεθόδευσαν τη μεταφορά τους στη ..., ώστε να μη συλληφθούν από τις αρμόδιες ελληνικές τελωνειακές αρχές. 'Ετσι ο Χ που γνώριζε τον κατηγορούμενο Κ, ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του οδηγού νταλίκας και μετέβαινε στη ... για μεταφορές εμπορευμάτων, έπεισε τον τελευταίο να παραλάβει μαζί του στο αυτοκίνητο που οδηγούσε τα αρχαία και στη συνέχεια, αφού θα συναντώντο καθ' οδόν με τον Χ και τον Γερμανό, θα μετέβαιναν στη ..., όπου θα διέθεταν τα αρχαία ο Χμε το γερμανό συνεργάτη του. Πράγματι ο Κ, προφανώς έναντι αμοιβής, δέχτηκε την πρόταση του Χ και αφού παρέλαβε τα αρχαία στο υπ' αριθ. ...ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε και ήταν ιδιοκτησίας Δ, ο οποίος επέβαινε στο ίδιο αυτοκίνητο, μετέβησαν, μέσω του λιμένα ..., στην ..., προκειμένου να συνεχίσουν οδικώς τη μετάβασή τους στη ..., καθ' οδόν δε, εντός του ιταλικού εδάφους, όπως είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους, παρέλαβαν και το Χ και το ..., οι οποίοι είχαν μεταβεί στην ... με άλλο μέσο. Το εν λόγω όχημα και οι επιβαίνοντες υποβλήθηκαν σε έλεγχο από γερμανούς αστυνομικούς στο σταθμό του ..., την 23.4.1999 και κατά τον έλεγχο αυτό βρέθηκαν τα αρχαία, τα οποία αργότερα αποδόθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Όπως προαναφέρθηκε, εγκληματική δραστηριότητα σχετική με εμπορία αυτοκινήτων είχαν αναπτύξει ο κατηγορούμενος Χ και ο γερμανός συνεργάτης του, στην κατοχή των οποίων είχαν περιέλθει τα αναφερόμενα στο διατακτικό αρχαία, τα οποία ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο και τα οποία από κοινού αυτοί ιδιοποιήθηκαν παρανόμως με σκοπό την εμπορία. Δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος Κ είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην υπεξαίρεση αυτών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτός με πρόθεση και προφανώς έναντι αμοιβής και εν γνώσει του παρέσχε βοήθεια στο Χ και στο Γερμανό, προκειμένου αυτοί να εξάγουν από την ... στην ... τα αρχαία, όπου τα παρέλαβαν οι ίδιοι, χωρίς ουδέποτε ο Κ να έχει στην κατοχή του αυτά, με την έννοια της εξουσίας να διαθέτει αυτά ελεύθερα κατά βούληση, την οποία εξουσία είχαν μόνο οι παραπάνω δράστες της υπεξαίρεσης Χ και ο Γερμανός...". Ήδη ο αιτών για να αποδυναμώσει το σκεπτικό αυτό και να καταδείξει ότι επιβάλλεται η επανάληψη της εναντίον του ποινικής διαδικασίας, αφού άδικα καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ενώ ήταν αθώος, επικαλείται με την κρινόμενη αίτησή του ως νέες αποδείξεις, που αποκαλύπτουν, κατά την άποψή του, ολοφάνερα την αθωότητά του, τις προσκομιζόμενες απ' αυτόν υπ' αριθ. 2186/2009,2195/2010 και 2196/2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κουτάντου, καθώς και την υπ' αριθ. 16591/2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κορίνθου Ειρήνης Λαού. Με την πρώτη από τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που έδωσε ο Σ, ο οποίος κατέθεσε και ως μάρτυρας και στο ακροατήριο του ΤριμΕφΝαυπλίου, όχι όμως και σ' αυτό του ΠεντΕφΝαυπλίου, ισχυρίζεται κατά βάση ότι ο Χ, τον οποίο γνώριζε αρκετά ήδη χρόνια πριν από το 1999, χωρίς ωστόσο να ισχυρίζεται ότι είχαν ιδιαίτερη φιλική σχέση, δεν έχει πραγματική εμπλοκή στην υπόθεση της αρχαιοκαπηλίας για την οποία καταδικάσθηκε, αφού συμπτωματικά και μόνο και ύστερα από δική του παράκληση ταξίδευσε μέσω ... για τη ..., συνοδεύοντας το Γερμανό Ε, με τον οποίο ο Σ επρόκειτο να συνεργασθεί και στην εισαγωγή μεταχειρισμένων τρακτέρ από τη ..., γι' αυτό και ζήτησε τη συνδρομή του Χ, επειδή αυτός γνώριζε από μηχανές οχημάτων, αφού έφερνε από τη ... μεταχειρισμένα αυτοκίνητα και τα μεταπωλούσε στην περιοχή της .... Ειδικότερα στην ένορκη βεβαίωσή του ο Σ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι συνεργαζόταν από το έτος 1993 με τον Ε, στον οποίο πωλούσε μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες και αυτός τις νοίκιαζε σε τρίτους, διατηρώντας για το σκοπό αυτό γραφείο στην ..., όπου ήταν εγκατεστημένος οικογενειακά, ότι ο Ε και ο Χ δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση και τυχαία γνωρίσθηκαν με τη δική του μεσολάβηση στο κατάστημά του στην ..., όπου συναντήθηκαν μία ή δυο φορές και ότι στις αρχές του 1999 ο Ε του πρότεινε να εισάγουν από τη ... στην ... προς μεταπώληση όχι μόνο μεταχειρισμένες μοτ/τες, αλλά και μεταχειρισμένα τρακτέρ, για τα οποία "είχε βρεί στη ... μία πολύ καλή αγορά μέσω του αδερφού του που έμενε εκεί", όμως επειδή δεν είχε (ο Σ) ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο Γερμανό και ούτε είχε ιδιαίτερη εμπειρία στα τρακτέρ, ζήτησε από το Χ να συνδυάσει το ταξείδι, που στα μέσα Απριλίου 1999 θα έκανε αυτός για δικές του δουλειές στο ..., με το ταξείδι που θα έκανε συγχρόνως ο Ε στη ... για την αγορά κατ' αρχήν μεταχειρισμένων μοτ/των, ώστε να διαπίστωνε εκεί αν ο αδερφός του Γερμανού ήταν σοβαρό άτομο, με το οποίο ο Σ θα μπορούσε να συνεργασθεί για την εισαγωγή τρακτέρ στην Ελλάδα. Ισχυρίζεται ακόμη στην ένορκη βεβαίωσή του ο Σ ότι ο Χ αν και αρχικά είχε αντιρρήσεις, τελικά πείστηκε απ' αυτόν, που θα κάλυπτε και όλα τα έξοδα του ταξειδιού του, να μεταβεί με τον Ε στη ..., όμως επειδή ο Γερμανός δεν ήθελε να ταξιδεύσουν αεροπορικώς, πήγαν μέσω ... με πλοίο στην ... της ..., όπου και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε δρομολόγιο τραίνου για το Μιλάνο παρά μόνο το βράδυ της επόμενης ημέρας, ούτε ήταν δυνατή η ενοικίαση αυτοκινήτου για να κατευθύνονταν μ' αυτό στη ..., γι' αυτό σε τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε αυτός (Σ) με τον Χ, αφού σκέφθηκε ότι ο υπάλληλός του Κ, με τον οποίο και συνεννοήθηκε, βρισκόταν με φορτηγό αυτοκίνητο κάπου στην ... για να φόρτωνε για λογαριασμό του μοτοσυκλέτες προς εισαγωγή στην Ελλάδα, τους προέτρεψε να επιβιβαστούν και αυτοί επιβιβάστηκαν στο φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κ, με το οποίο και κατευθύνθηκαν τελικά στη ..., όπου σε έλεγχο που έγινε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ingolstadt βρέθηκαν στο σάκο του Γερμανού τα αρχαία αντικείμενα που είχαν παράνομα εξαχθεί από την Ελλάδα. Τέλος ισχυρίζεται ο Σ στην ένορκη βεβαίωσή του ότι από την πρώτη στιγμή, που έμαθε για το συμβάν, δεν είχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα αρχαία αντικείμενα ήταν του Ε, για τον οποίο, αντίθετα με τους Χ και Κ, είχαν ακουστεί στο παρελθόν σχετικές φήμες, στις οποίες δεν είχε δώσει τότε σημασία, ότι θεωρώντας κατά κάποιο τρόπο και τον εαυτό του υπεύθυνο για την αναίτια ποινική εμπλοκή των Χ και Κ, αφού εξ αιτίας του βρέθηκαν να συνταξιδεύουν με το Γερμανό, μίλησε μ' αυτούς από τους οποίους είχε ακούσει τις σχετικές φήμες για τον Γερμανό και τους ζήτησε να του πουν συγκεκριμένα στοιχεία, όμως όλοι τον συμβούλευσαν να μην ασχοληθεί, επειδή ο Γερμανός δεν ήταν μόνος του και ήταν γνωστό στην περιοχή πως υπήρχε ολόκληρο κύκλωμα αδίστακτων αρχαιοκαπήλων, στο οποίο συμμετείχε και αυτός, ότι τον Ιούνιο του 2002 ο ίδιος ο Γερμανός, με τον οποίο συναντήθηκε τυχαία στην ... και τον ρώτησε "γιατί έμπλεξε αθώους ανθρώπους" του είπε να μην τον ξαναενοχλήσει και να μην ασχοληθεί ξανά με το θέμα αυτό, απειλώντας τον σε διαφορετική περίπτωση ότι θα πάθαινε κακό η οικογένειά του και ότι οι απειλές αυτές, που άγνωστοι συνέχισαν τηλεφωνικά και μετά την κατάθεσή του στο ΤριμΕφΝαυπλίου, λέγοντας του να μην μπλέκεται σε θέματα που δεν τον αφορούν για να μην βρεί το μαγαζί του καμένο, ήταν η αιτία που δεν κατέθεσε στο δικαστήριο για τον πραγματικό λόγο που ο Χ συνταξίδευσε με τον Γερμανό και δεν αναφέρθηκε και στις φήμες για εγκληματική δραστηριότητα που υπήρχαν γι'αυτόν, όμως αποφάσισε να μιλήσει για όλα αυτά και να τα αποκαλύψει, αφού πρόσφατα πληροφορήθηκε για τη σύλληψη και φυλάκιση του Γερμανού στο εξωτερικό. Ωστόσο μόνη η σύλληψη και η φυλάκιση του Γερμανού Ε, αν υποτεθεί ότι συνέβη, δεν δικαιολογεί την όψιμη απόφαση του Σ να βεβαιώσει ένορκα όλα τα ανωτέρω, απαλλαγμένος, όπως ισχυρίζεται, από το μέχρι τότε φόβο του, αφού στην ίδια ένορκη βεβαίωση αντιφατικά ισχυρίζεται αμέσως προηγουμένως ότι στην περιοχή υπήρχαν φήμες για συμμετοχή του Γερμανού σε κύκλωμα αδίστακτων αρχαιοκαπήλων και ότι για το λόγο αυτό δεν θα έπρεπε να ασχοληθεί με το θέμα, όπως τον συμβούλευσαν οι άνθρωποι από τους οποίους έμαθε για τις σχετικές φήμες και τους οποίους πάντως απέφυγε να κατονομάσει, καθιστώντας έτσι αμφίβολης αξιοπιστίας την ένορκη βεβαίωσή του. Η ίδια έλλειψη αξιοπιστίας παρατηρείται και ως προς την εκδοχή του Σ σε σχέση με το λόγο που ο Χ συνταξίδευσε με τον Ε με προορισμό τη ..., αφού αυτός, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ένορκη βεβαίωσή του, αγνοούσε την αγορά της ... και ούτε ασχολείτο με την εισαγωγή τρακτέρ, που υποτίθεται ότι ενδιέφεραν τον Σ και ήθελε τη βοήθειά του για τη διερεύνηση των σχετικών συνθηκών. Γενικά δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι ο Σ θα βάσιζε τη συνεργασία του με τον Ε για την εισαγωγή τρακτέρ από τη ... στις όποιες εντυπώσεις θα αποκόμιζε ο Χ από μια απλή επίσκεψή του στην πόλη της ... και στη συνάντηση που υποτίθεται ότι θα είχε εκεί με τον αδερφό του Ε, ενώ χαρακτηριστική είναι και η αδυναμία του ή έστω η απροθυμία του να περιγράψει το δρομολόγιο του φορτηγού που οδηγούσε ο Κ και να συγκεκριμενοποιήσει τον τόπο προορισμού του, όπου θα φόρτωνε, όπως αόριστα ισχυρίζεται, μοτ/τες για λογαριασμό του προς εισαγωγή ακολούθως στην Ελλάδα. Επανάληψη ουσιαστικά του περιεχομένου της πρώτης αποτελεί το περιεχόμενο και της τέταρτης ένορκης βεβαίωσης, που δόθηκε από τον Κ, η οποία συνεπώς παρουσιάζει το ίδιο έλλειμμα αξιοπιστίας μ' αυτή, αποτελεί δε κατά βάση προσπάθειά του για έμμεση αμφισβήτηση της κατηγορίας για συνέργεια στην παράνομη εξαγωγή των αρχαίων αντικειμένων από τους Χ και Ε, που του αποδόθηκε και για την οποία κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε με την αυτή απόφαση του ΠεντΕφΝαυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε και ο Χ. Εξ άλλου με τη δεύτερη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκε από τον Π, αυτός κυρίως αναφέρει ότι ως Αστυφύλακας, που υπηρετούσε από το έτος 1994 μέχρι το έτος 2005 στο Τμήμα Ασφάλειας ... και για το λόγο αυτό βρισκόταν καθημερινά στο δρόμο για περιπολίες, παρακολουθήσεις και συλλογή πληροφοριών, δεν άκουσε ποτέ ο ίδιος για παράνομες πράξεις του Χ, ούτε περιήλθε στην Υπηρεσία του οποιαδήποτε πληροφορία που να τον αφορά και αντίθετα όλα τα χρόνια που γνωρίζει το Χ αυτός ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την οικογένειά του και την εργασία του, είναι δε εξαίρετος, έντιμος ,ηθικός και εργατικός άνθρωπος, γι' αυτό και όταν μαθεύτηκε ότι κατηγορήθηκε για παράνομη εξαγωγή αρχαίων αντικειμένων, η πεποίθηση όλων ήταν ότι επρόκειτο για ξεκάθαρο λάθος, αφού αν αυτός είχε αναπτύξει οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετικά με αρχαία αντικείμενα, αυτό θα είχε γίνει σίγουρα γνωστό στο Τμήμα Ασφάλειας .... Ωστόσο το γεγονός ότι ο Π ή η Υπηρεσία του δεν γνώριζαν ή δεν αντιλήφθηκαν οτιδήποτε σχετικό με παράνομες πράξεις του Χ δεν αποκλείει την ύπαρξη ή την πρόσφατη έστω τότε έναρξη εγκληματικής δραστηριότητάς του και γενικώς η ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω έχει κατά τα κύρια σημεία της τα χαρακτηριστικά απλών εκτιμήσεων ή εικασιών, που δεν μπορούν να αναιρέσουν ή να μειώσουν την αξία της κατάθεσης του μάρτυρα Κων. Γκρίζη στο ακροατήριο του ΠεντΕφΝαυπλίου, ο οποίος ως αστυνομικός, που υπηρετούσε τότε στο Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, κατηγορηματικά βεβαίωσε ότι στην Υπηρεσία του είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι άτομο με το όνομα Ε, που κατοικούσε στο ... και διατηρούσε κατάστημα ενοικίασης μοτοποδηλάτων, είναι, μαζί με κάποιον ... από την ..., που όπως διαπιστώθηκε είναι ο Χ, αγοραστές αρχαίων αντικειμένων και διαμεσολαβούν στην πώλησή τους στο εξωτερικό. Ανάλογα ισχύουν και για την τρίτη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, που έδωσε ο Ρ, Ανθυπαστυνόμος, ο οποίος, υπηρετώντας από το 1988 στην ... και ειδικότερα από το 1996 στο Αστυνομικό Τμήμα ..., γνωρίζει, όπως ισχυρίζεται, από τότε τον Χ, τον οποίο θεωρεί έντιμο, ηθικό και ακέραιο άνθρωπο, που ποτέ δεν έχει εμπλακεί "έστω και καθ' υπόνοια σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη" και ούτε ποτέ υπήρξαν σχετικές γι' αυτόν πληροφορίες στο Αστυνομικό Τμήμα ..., ενώ αντίθετα υπήρχαν πληροφορίες για συμμετοχή κάποιου Γερμανού σε αγοραπωλησίες αρχαίων αντικειμένων, γι' αυτό είναι βέβαιος ότι η καταδίκη του Χ για παράνομη εξαγωγή αρχαίων οφείλεται σε πλάνη και αυτή είναι η γνώμη και όλων στην περιοχή, εφόσον μάλιστα "αντικειμενικώς βεβαιώθηκε ότι την πράξη τέλεσε ο Γερμανός Ε, με τον οποίο ο Χ δεν είχε καμία απολύτως άμεση ή έμμεση σχέση". Η τελευταία αυτή παρατήρηση είναι όμως αυθαίρετη, αφού δεν υπήρξε αντικειμενική βεβαιότητα ότι την παράνομη πράξη της εξαγωγής αρχαίων από τη χώρα την τέλεσε μόνος του ο ως άνω Γερμανός, αλλά αυτό υπήρξε το ζητούμενο και τελικώς δικαστικά βεβαιώθηκε ότι η όλη εγκληματική δραστηριότητα αναπτύχθηκε από κοινού από το Γερμανό αυτό και τον Χ. Κατά τα λοιπά η ένορκη βεβαίωση του Ρ βασίζεται σε προσωπικές κυρίως εκτιμήσεις του για τον ήδη αιτούντα και στην έλλειψη γι' αυτόν πληροφοριών στο Αστυνομικό Τμήμα ..., σχετικές με παράνομες δραστηριότητές του, οι οποίες όμως δεν μπορούν από μόνο το γεγονός αυτό να αποκλεισθούν, όταν αντίθετα τέτοιες πληροφορίες υπήρχαν στο αρμόδιο Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, σαφώς βεβαίωσε στο ακροατήριο του ΠεντΕφΝαυπλίου ο μάρτυρας Κων. Γκρίζης. Συμπερασματικά οι τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε και επικαλείται ο αιτών ως νέα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει την κρινόμενη αίτησή του για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της καταδικαστικής γι' αυτόν και ήδη αμετάκλητης υπ' αριθ. 93/2006 απόφασης του ΠεντΕφΝαυπλίου, αξιολογούμενες καθ' εαυτές, αλλά και συνολικά, σε συνδυασμό και με τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το ως άνω Εφετείο, δεν καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που αυτός καταδικάσθηκε, αλλά αντίθετα αποτελούν όψιμη όσο και μεθοδευμένη προσπάθεια απενοχοποίησής του. Πρέπει συνεπώς η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ως άνω ποινικής διαδικασίας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ συνακόλουθα ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα είναι και η συνεξεταζόμενη μ' αυτή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε με την παραπάνω εφετειακή απόφαση στον αιτούντα, ο οποίος πρέπει και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 ΚΠΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.7.2010 αίτηση για επανάληψη υπέρ του αιτούντος της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της καταδικαστικής γι' αυτόν υπ' αριθ. 93/2006 αμετάκλητης ήδη απόφασης του ΠεντΕφΝαυπλίου, καθώς και την από 5.8.2010 αίτησή του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Σεπτεμβρίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.