← Ελλάδα

ΑΠ 1582/2013 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Κλοπή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1582 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Κλοπή. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για κλοπή, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλήματος. Απόπειρα κλοπής συνιστά και η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί, όπως είναι η είσοδος σε ξένο κατάστημα για αφαίρεση, με σκοπό ιδιοποιήσεως, χρηματικού ποσού, η οποία (αφαίρεση) δεν ολοκληρώθηκε λόγω της απρόοπτης εμφανίσεως του ιδιοκτήτη ή αστυνομικών. Απόρριψη αιτήσεως. Αριθμός 1582/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Π. Π. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα, για αναίρεση της υπ' αριθ 106/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1149/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης, με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του, ο σκοπός δε παράνομης ιδιοποιήσεως ταυτίζεται με το σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος. Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρ. 83 ΠΚ)". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιοδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Απόπειρα, λοιπόν, κλοπής αποτελεί και η είσοδος σε ξένο κατάστημα για αφαίρεση, με σκοπό ιδιοποιήσεως, χρηματικού ποσού, η οποία (αφαίρεση) δεν ολοκληρώθηκε λόγω της απρόοπτης εμφανίσεως του ιδιοκτήτη ή αστυνομικών, που καραδοκούσαν μέσα σ` αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 106/2013 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (απλής) κλοπής, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ` εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, τα εξής: Ο κατηγορούμενος, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της κλοπής, αφαίρεσε, από την κατοχή άλλου, ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, στα .., κατά τις ημερομηνίες της 23, 24, 27, 28, 29, 30, 31 Δεκεμβρίου 2005, 2 και 3 Ιανουαρίου 2006, κάνοντας χρήση αντικλειδιού του καταστήματος τροφίμων (SUPER MARKET) του Δ. Τ., με το διακριτικό τίτλο "ΑΣΠΙΣ", επί της οδού …αρ…, στην περιοχή ... το οποίο (αντικλείδι) είχε προμηθευθεί και μάλιστα εν αγνοία της από την κόρη του ανωτέρω ιδιοκτήτη Ν. Τ., με την οποία ήταν παλιότερα μνηστευμένοι και διατηρούσε ερωτική σχέση, εισήλθε στο εσωτερικό του καταστήματος αυτού και αφαίρεσε από το ταμείο το ποσό των 40 ευρώ κάθε φορά, χρήματα τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Την δε 4.1.2006 και συγκεκριμένα περί ώρα 03:00' εισήλθε και πάλι, με τον ίδιο τρόπο, στο, ως άνω, κατάστημα, με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα χρήματα από το ταμείο του καταστήματος, δεν πέτυχε, όμως, το σκοπό του, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα επειδή μέσα στο κατάστημα καραδοκούσαν αστυνομικοί, οι οποίοι επιχείρησαν, ανεπιτυχώς, να τον συλλάβουν, καθώς αυτός τράπηκε σε φυγή και εξαφανίσθηκε. Τα ανωτέρω προέκυψαν κυρίως από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως και την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος, μη πειστικά, ισχυρίζεται ότι εισήλθε στο κατάστημα για να συναντήσει την πρώην μνηστή του, με την οποία, παρά τη διάλυση της μνηστείας τους, εξακολουθούσαν να διατηρούν ερωτική σχέση και είχαν συμφωνήσει να συνευρίσκονται στο εσωτερικό του καταστήματος τις προχωρημένες νυχτερινές ώρες και στο οποίο ήταν εύκολη η πρόσβαση της πρώην μνηστής του, λόγω του ότι εκεί βρίσκονταν και η κατοικία της. Η κρίση αυτή, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, ενισχύεται από το ότι: α) Δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτό ότι δύο άνθρωποι συναντούνται ώρα 03:00' τα ξημερώματα προκειμένου να συζητήσουν για τα προσωπικά τους θέματα. β) Σε κάθε περίπτωση, αν ο κατηγορούμενος πήγε πράγματι στο κατάστημα του Δ. Τ. για τον λόγο που επικαλείται, δεν είχε κανένα λόγο να τραπεί σε φυγή όταν εμφανίσθηκαν μπροστά του οι αστυνομικοί, ένας μάλιστα από τους οποίους του δήλωσε την ιδιότητά τους. Και γ) Το αυτοκίνητο με το οποίο ο κατηγορούμενος πήγε στο άνω κατάστημα, οι αστυνομικοί, το βρήκαν ξεκλείδωτο, πράγμα που καταδεικνύει ότι αυτός δεν είχε σκοπό να παραμείνει στο κατάστημα για πολύ, όπως ήταν φυσικό αν διαρκούσε η συνάντηση που επικαλέσθηκε με την κόρη του καταστηματάρχη Ν. Τ., αλλά για λίγο μόνο, όσο δηλαδή θα διαρκούσε η κλοπή που σκόπευε να διαπράξει. ... Επομένως, πρέπει, ο κατηγορούμενος, να κηρυχθεί ένοχος απλής κλοπής κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, ...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κλοπής, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 παρ. 1 και 42 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Επαρκώς αιτιολογούνται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την απόπειρα κλοπής, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν πέτυχε το σκοπό του γιατί μέσα στο κατάστημα, όπου είχε εισέλθει, καραδοκούσαν αστυνομικοί, οι οποίοι επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Απόπειρα δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, συνιστά και μόνη η είσοδος του δράστη στο κατάστημα με σκοπό να αφαιρέσει από το ταμείο χρήματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. β) Αιτιολογείται σαφώς και ο σκοπός του κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί τα χρήματα που αφαιρούσε ή σκόπευε να αφαιρέσει από το ταμείο. γ) Αναφέρεται το ποσό που αφαιρούσε κάθε φορά ο αναιρεσείων (40 ευρώ) και ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η αφαίρεση αυτή (είσοδος στο κατάστημα με αντικλείδι), για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται λεπτομερώς πώς διαπιστώθηκε ότι αφαιρείτο εκάστοτε το ποσό αυτό ούτε να εξατομικεύεται καθεμιά πράξη της κλοπής χωριστά. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Η, εμπεριεχόμενη στο λόγο αυτό, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων, ότι, δηλαδή, τα γενόμενα δεκτά από την πλειοψηφούσα γνώμη δεν προκύπτουν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (μαρτυρικές καταθέσεις, κ.λπ.), ότι εκ μέρους του φερομένου ως παθόντος και της κόρης του εξυφάνθηκε σκευωρία σε βάρος του αναιρεσείοντος, οι δε συλλογισμοί που στήριξαν την καταδικαστική κρίση ήταν εσφαλμένοι, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/7 Οκτωβρίου 2013 αίτηση του Π. Π. του Α., για αναίρεση της 106/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα
(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.