← Ελλάδα

ΑΠ 1587/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1587 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή. Περίληψη: Παραγραφή αδικήματος άρθρ. 19 Ν. 2523/

  1. Έναρξη χρόνου παραγραφής. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 1587/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο, περί αναιρέσεως της 11579/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριος Χάνης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 28.2.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2117/
  2. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρ. 509 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για την συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται. Αν δεν τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι. Για τον υπολογισμό της προθεσμίας αυτής των δεκαπέντε ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 168 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρα 241 και 242 ΑΚ, δεν λαμβάνεται υπόψη η ημέρα κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων και η ημέρα συζήτησης. Στην προκειμένη περίπτωση το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, όπως προκύπτει από την πράξη του αρμοδίου γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κατατέθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2008, ημέρα της εβδομάδας Πέμπτη για την δικάσιμο της 14-3-
  3. Αλλά από την επομένη (29-2-2008) μέχρι την ημέρα συζήτησης (14-3-2008) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των δεκαπέντε ημερών, δηλαδή 14 ημέρες. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί εκπρόθεσμα και είναι απαράδεκτοι. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 ''περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία'', όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας (παρ.4)". Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη για τον δράστη της αξιόποινης πράξης του άρθρου 19, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου
  4. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 11579/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση ( άρθρο 19 του ν. 2523/1997), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 13-1-1998 έως 15-9-1998, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Από τα πρακτικά της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ισχυριζόμενος ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ν.2523/1997 προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό για παραγραφή της πράξεως .Το δικαστήριο με τις αυτές σκέψεις δεχόμενο ότι αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη ισχύει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν.2954/2001 απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με την χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη ότι δηλαδή ισχύει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του ν 2523/1997 που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν.2954/2001 σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί .Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως το τρίτο εδάφιο αντικ. με την παρ. 3 του άρθρου 12 ν. 2753/1999 κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995 (ΦΕΚ 211Α). Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (ΑΕΠ) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (ΚΒΣ) ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για το έγκλημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά. Η παραβίαση δε της προβλεπομένης προθεσμίας του μήνα για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς δεν καθιστά την ποινική δίωξη απαράδεκτη καθόσον η προθεσμία αυτή δεν έχει τεθεί επί ποινή απαραδέκτου της ποινικής διώξεως. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη γιατί η εναντίον του μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ έπρεπε να υποβληθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από το χρόνο που διαπίστωσε την ιδιότητά του ως λογιστού. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος ο οποίος καταδικάσθηκε για άμεση συνέργεια στην αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, για την άσκηση της ποινικής δίωξης δεν ήταν απαραίτητη η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. μέσα σε ένα μήνα από το χρόνο που διαπίστωσε την ιδιότητά του ως λογιστού. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το άνω δικαστήριο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης και τον καταδίκασε ως ανωτέρω, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη, έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Η αναβολή ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, πρέπει, κατ' άρθρα 139 παρ. 2 να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά ορθή εκτίμηση αυτού, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την έρευνα του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε το αίτημα, αφού έλαβε το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως, για το λόγο ότι "ο εκκαλών -κατηγορούμενος έχει προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια για το πρόστιμο και δεν έχει δικαστεί ακόμα..........". Το αίτημα τούτο, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο, γιατί δεν διευκρίνιζε την αιτία του προστίμου και εάν τούτο είχε σχέση με την δικαζόμενη υπόθεση και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Εν πάση περιπτώσει, το δικαστήριο της ουσίας με την απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα, γιατί δέχθηκε, ότι η άσκηση προσφυγής δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, αιτιολογία που είναι πλήρης και που συμπληρώνεται με τις περί ενοχής του αναιρεσείοντος, σκέψεις της αποφάσεως, αφού, κηρυχθέντος ενόχου αυτού, εκ του πράγματος θεωρείται ότι έχει απορριφθεί το περί αναβολής ως άνω αίτημά του. Εντεύθεν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος . Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 102/3-12-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 11579/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα τρία
(293)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.