← Ελλάδα

ΑΠ 16/2010 — Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 16 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή. Περίληψη: Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση - Για τη δίωξη απαιτείται απλή αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 §§ 2 και 4 του Ν. 2523/1997 που προϋποθέτει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη του άρθρου 17 και 18 ή 19 του Ν. 2523/97 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του Ν. 1882/90 και αποτελεί (η έλλειψη της άνω προϋποθέσεως) διακωλυτικό λόγο της ποινικής διώξεως με αποτέλεσμα το απαράδεκτό της. Τα χρέη αυτά δεν υπόκεινται σε παραγραφή πριν βεβαιωθούν προς είσπραξη ως δημόσια έσοδα. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η οφειλή και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, καθώς και για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή, γιατί δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη και γιατί δεν έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Αριθμός 16/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Αμπάτη, για αναίρεση της ΒΤ 3414/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1228/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζόμενου απ' αυτή εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών της έδρας τους και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του v. 2523/
  2. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι n δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω Ν, 2523/1997), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησής της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθ. ΒΤ-3414/2008 απόφασή του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα, ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 1.468.944,16 ευρώ, που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που έχουν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ... και ήταν ληξιπρόθεσμα. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, η οποία καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων τις οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, αντί να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκασε την αναιρεσείουσα για το έγκλημα της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και επομένως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το όρθρο 86 παρ. και 2 του ν. 23621995 "περί δαπανών λογιστικού ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή έννοια). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφετε μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997) συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει, την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασης η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ' του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1γ του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, ήτοι για καθυστέρηση καταβολής χρεών, βεβαιουμένων από τη ΔΟΥ ... ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 1.468.994,16 ευρώ. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορουμένη ..., ούσα οφειλέτης του Δημοσίου στον ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2004 μέχρι 30-1-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή διαφόρων χρεών προς το Δημόσιο, βεβαιωμένων στη Δ.Ο.Υ ..., συνολικού ύψους 1.468.944,16 ευρώ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων

(4)μηνών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 1/2005 πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της προαναφερθείσας Δ.Ο.Υ, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας ηθελημένα δεν κατέβαλε μέσα στην παραπάνω νόμιμη προθεσμία τα πιο κάτω ποσά: α)ποσό 1.522,43 ευρώ, που αφορά πρόστιμο Κ.Β.Σ., καταβλητέο εφάπαξ στις 30-9-2003, β)ποσό 1373,04 ευρώ, που αφορά πρόστιμο Κ.Β.Σ., καταβλητέες σε 4 μήνες δόσης από 30-4-2004 μέχρι 30-7-2004, γ)ποσό 2.781,44 ευρώ, που αφορά Φ.Μ.Υ, καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 30-4-2001 μέχρι 30-9-2004, δ)ποσό 1.089.526,39 ευρώ, που αφορά Φ.Π.Α, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις από 30-4-2004 μέχρι 30-5-2004 και ε)ποσό 373740,86 ευρώ, που αφορά εισόδημα, καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 30-4-2004 μέχρι 30-9-2004". Όπως δε προκύπτει από το συνημμένο στην αίτηση ποινικής διώξεως του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ..., άνω πίνακα χρεών, που υπάρχει στη δικογραφία και, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, οι πιο πάνω οφειλές της αναιρεσείουσας, είχαν βεβαιωθεί στις 25-8-2003, 23-3-2004, 23-3-2004, 24-3-2004 και 24-3-2004 αντίστοιχα. Συνεπώς οι χρηματικές αυτές απαιτήσεις του δημοσίου, μετά και τα συνυπολογισμό του χρόνου αναστολής της παραγραφής, που άρχιζε την 30-4-2005 χρόνο υποβολής προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Πειραιώς της σχετικής αιτήσεως του προϊσταμένου της παραπάνω ΔΟΥ για την άσκηση κατά της αναιρεσείουσας ποινικής διώξεως και έληγε την 26.5.2008, χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, παραγράφονταν κατά το έτος 2012 η πρώτη και κατά το έτος 2013 οι λοιπές. Εντεύθεν η παραγραφή της πρώτης από τις επί μέρους πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συμπληρώνεται το έτος 2017 (2012 + 5), ενώ των λοιπών μερικότερων πράξεων το έτος 2018 (2013 + 5). Συνεπώς κατά την 26.5.2008, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καμία από τις μερικότερες πράξεις του εν λόγω εγκλήματος δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 του Π.Κ. και, 25 παρ. 1 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 3414/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.