← Ελλάδα

ΑΠ 1613/2010 — Ε.Σ.Δ.Α., Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1613 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ε.Σ.Δ.Α., Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, κατ' άρθρο 525 παρ. 1 περ. 5 ΚΠΔ, μετά από την έκδοση απόφασης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Δέχεται την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της πλημμεληματικής πράξης, της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε τα έτη 1997 και

  1. Αριθμός 1613/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 23/
  2. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 23/2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτωση 5, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 του Κωδ.Ποιν.Δικ. την από 22/6/2009 και με ημερομηνία καταχωρήσεως 26-6-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου Χ, 44 ετών, εμπόρου, υπηκόου Συρίας, κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ'αριθμ. 9669/10-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα η από 19-8-2005 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 83041/13-11-2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικαστεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών που μετατράπηκε προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα (άρθρα 26 παρ. 1, 27, 98 και 386 παρ. 1β του Π.Κ.). Κατά δε της υπ' αριθμ. 9669/10-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, άσκησε εν συνεχεία την υπ' αριθμ. 447 και από 20 Οκτωβρίου 2005 αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1475/27-6-2006 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου που επικύρωσε έτσι την υπ' αριθμ. 9669/10-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εν λόγω αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την υπ' αριθμ. 46929/16-11-2006 προσφυγή του επικαλούμενος παραβίαση του δικαιώματος προσβάσεώς του σε δικαστήριο όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Το εν λόγω δικαστήριο με την από 28 Μαΐου 2009 απόφασή του έκανε δεκτή την προσφυγή του διότι έκρινε ότι ο αιτών έπρεπε να αναζητηθεί από τα αρμόδια όργανα επιδόσεως όχι μόνο στην φερομένη ως γνωστή του αστική κατοικία στην οδό ..., αλλά και στην επαγγελματική του κατοικία στην οδό ... και όχι να του επιδοθεί η υπ'αριθμ. 83041/13-11-2002 ερήμην καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 Κ.Π.Δ. διότι έτσι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Η προκει-μένη αίτηση υποβλήθηκε εκ παραδρομής προφανώς στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο Αθηνών του αιτούντος ... δυνάμει της από 26-6-2009 εξουσιοδοτήσεως. Κατόπιν τούτου ο Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών Γεώργιος Χαλιάσος με το υπ' αριθμ. πρωτ. 38870/17-12-2009 έγγραφό του μας υπέβαλε την σχετική αίτηση με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα προς περαιτέρω χειρισμό λόγω αρμοδιότητος. Επειδή η εν λόγω αίτηση παραδεκτώς εισάγεται και είναι βάσιμη κατ' ουσία σύμφωνα με την περίπτωση 5 της παραγράφου 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 9669/10-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 447/20-10-2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 83041/13-11-2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών που μετατράπηκε προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 1997 έως και το έτος 2000. Επειδή δε η ανωτέρω πράξη λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα έχει υποκύψει στην οκταετή παραγραφή που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3 σε συνδ. με το άρθρο 113 παρ.3 του Π.Κ., δεν είναι αναγκαία η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που απέρριψε την έφεσή του δικαστήριο και ως εκ τούτου πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή λόγω παραγραφής. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να γίνει δεκτή η από 22-6-2009 και με ημερομηνία καταχωρήσεως 26-6-2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου Χ, 44 ετών, εμπόρου, υπηκόου Συρίας, κατοίκου ..., οδός ..., κατά της υπ'αριθμ. 9669/10-10-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η από 19-8-2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 83041/13-11-2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικαστεί ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών που μετατράπηκε προς 4.40 ΕΥΡΩ ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα, η οποία και να ακυρωθεί και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Αθήνα 26-3-2010 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση, ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 του ΚΠΔ, θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν. 2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη ... την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει .....επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου, θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβιάσεως του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (αρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ). Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την τελική κρίση επ' αυτής συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού προσβάσεως στο ανώτερο Δικαστήριο (όπως π.χ. σε περίπτωση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο), αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας. Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει ότι με την υπ' αριθμ. 83041/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην .... Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, με την υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε αίτηση αναιρέσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια ο αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την υπ' αριθμ. 46929/2006 προσφυγή του, παραπόνου μένος για παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και επ' αυτής το το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 28/5/2009 απόφαση του κατά της Ελλάδος, , με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του, διότι διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Κατόπιν τούτων ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτηση του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτωση 5 του ΚΠΔ την επανάληψη της διαδικασίας, αναφορικά με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, διότι το ΕΔΔΑ με την παραπάνω απόφαση του έκρινε ότι στην περίπτωση του αιτούντος παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την απόρριψη ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της έφεσης του κατά της υπ' αριθμ. 83041/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)ετών. Ειδικότερα το ΕΔΔΑ έκρινε ότι στην περίπτωση του αιτούντος παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι έκρινε ότι ο αιτών έπρεπε να αναζητηθεί από τα αρμόδια όργανα επιδόσεως, όχι μόνο στη φερομένη ως γνωστή του αστική κατοικία στην οδό ..., αλλά και στην επαγγελματική του κατοικία στην οδό ..., και όχι να του επιδοθεί η υπ' αριθμ. 83041/2002 ερήμην καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 156 του ΚΠΔ. Όπως προαναφέρθηκε, η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι "η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση επηρέασε και δη αρνητικά, δηλαδή σε βάρος του κατηγορουμένου την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας". Στην προκειμένη περίπτωση, με την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, διαπιστώθηκαν παραβιάσεις που αφορούν το άρθρο 155 του ΚΠΔ και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν να επηρεασθεί αρνητικά η κρίση του δικαστηρίου επί της υπόθεσης του αιτούντος και να καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)ετών. Η πράξη όμως της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 παρ. 1, 46 παρ.1 β, 98 και 386 παρ. 1 του ΠΚ, συνιστά πλημμέλημα, το οποίο φέρεται ότι τελέσθηκε από τον αιτούντα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000, και συνεπώς ήδη έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των οκτώ
(8)ετών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3,112, και 113 παρ. 3 του ΠΚ. Επομένως, δεκτής γενομένης της αιτήσεως και ακυρούμενης της ως άνω υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφασης και εφόσον δεν υπάρχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης στο ακροατήριο για νέα ουσιαστική ερευνά της, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), το οποίο και θα παύσει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντος για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει καταδικασθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)ετών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 22/6/2009 αίτηση του Χ, υπηκόου ..., κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 83041/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)ετών, μετατραπείσα προς 4.40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα. Ακυρώνει την παραπάνω υπ' αριθμ. 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αιτούντα για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1997 και 2000 στην Αθήνα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010. Και Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Αποβιωσάσης της Γραμματέως, κατόπιν της υπ'αριθ. 583/2010 Πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η παρούσα απόφαση υπογράφεται από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.