Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1628 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναίρεση μερική. Περίληψη: Πότε κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου. Τι είναι περιουσιακή βλάβη. Ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως του βλαπτομένου από την εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Χρόνος τέλεσης της απάτης άρθρο 17 ΠΚ. Οι μετά την εξαπάτηση πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως απάτες με σκοπό να διατηρήσει ο δράστης τα οφέλη που απέκτησε ήδη από την πρώτη εξαπάτηση, εφόσον με αυτές δεν προκαλείται νέα και διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος. Όταν οι πράξεις του υπαιτίου συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη και δεν προσβάλλει εκάστη αυτών έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ιδίου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υπάρχει έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, αλλά μία ενιαία πράξη. Αναιρεί εν μέρει - Να μη γίνει κατηγορία. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναιρέσεις. Αριθμός 1628/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Μαρτίου 2007, δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 342/27.09.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2611/2006 βούλευμά του αφενός μεν απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμες τις υπ'αριθμ. 163/2006 και 164/2006 εφέσεις των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 516/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αφετέρου επικύρωσε αυτό με ποίαν τινά προσθήκη και δη σε σχέση με το ποσό εκάστης συν/κης (=πρόσθεσε τη φράση "ποσού 12.000 ευρώ εκάστης"-). Με το τελευταίο αυτό βούλευμα έχουν παραπεμφθεί οι ανωτέρω για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως απάτης ενώπιον δικαστηρίου, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από την οποία η ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (ο α), και απλής συνέργειας σ'αυτή και κατεξακολούθηση απιστίας (ηβ) - 386 § § 1, 3β ΠΚ, 42, 47, 98, 390 ΠΚ-Το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στους ανωτέρω στις 23-2-2007 και 16-3-2007 αντίστοιχα και κατ'αυτού άσκησαν αμφότεροι δια πληρεξουσίου -δυνάμει των από 26-2-2007 εξουσιοδοτήσεών τους - στις 2-3-2007 και ενώπιον του γραμματέα Εφετείου Αθηνών τις υπ'αριθμ. 54/2007 και 55/2007 αναιρέσεις ισχυριζόμενοι ότι το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δη διότι "δεν αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια σε τί συνίσταται ακριβώς η βλάβη της εταιρείας, δηλαδή με ποιό τρόπο υπέστη η εταιρεία βλάβη και ποιά ακριβώς είναι αυτή, αφού αναφέρεται η πρόθεσή του (του Α) να αποκομίσει όφελος, όμως δεν αναφέρεται εάν τελικώς το αποκόμισε με την είσπραξη των χρημάτων αυτών από την εταιρία. Επί πλέον όμως αυτού δεν υπάρχει βλάβη ξένης περιουσίας, αφού όπως δέχεται εν συνεχεία και το ίδιο το βούλευμα ανεστάλη ... η εκτέλεση της ...... διαταγής πληρωμής ... . Και εν συνεχεία μάλιστα ακυρώθηκε ....". Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 465, 473, 474, 482, 484 Κ.Ποιν.Δ. οι αναιρέσεις αυτές είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία τους. ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 εδ. α, 3 εδ β Π.Κ. τιμωρείται για απάτη αυτός που με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακόν όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθων κάποιον -που μπορεί να διαθέσει ξένη περιουσία και δη είτε από το νόμο είτε από τα πράγματα- με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών σε πράξη από την οποία επέρχεται η περιουσιακή ζημία, και η ωφέλεια του άλλου. Εάν δε το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών- το τελευταίο εδάφιο της § 3 του άρθρου 386 ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 § 4 ν.2721/
- Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης δεν απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα πλανωμένου και ζημιωμένου. Είναι δηλ. δυνατόν άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται από την συνεπεία της παραπλανήσεώς του πράξη-παράλειψη-ανοχή αυτού βλ. ΑΠ 2264/2003, ΑΠ 760/2000, ΑΠ 164/2001 κ.ά. καθίσταται δυνατή η τέλεση αυτής (απάτης) και στην πολιτική δίκη -που έχει αντικείμενο περιουσιακό- δια παραπλανήσεως του δικαστού (που διαθέτει από το νόμο ξένη περιουσία) οσάκις υποβάλλεται σ'αυτόν αίτηση προς παροχήν δικαστικής προστασίας (20 Συντ.) -που είναι και η αίτηση του φερομένου ως δικαιούχου αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής (623 επ. Κ.Πολ.Δ.)- υποστηριζόμενη δι'επικλήσεως και προσαγωγής εν γνώσει γνησίων μεν αναληθών όμως κατά το περιεχόμενο -βλ. ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1981/2001, ΑΠ 762/2000, ΑΠ 659/2000 κ.ά. - αποδεικτικών μέσων πχ συναλλαγματική το ποσό της οποίας δεν όφειλε ο παθών (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. γ σελ. 80 κείμενο και σημ. 37 ΑΠ 229/76 Π Χρ ΚΣΤ 656) και ο δικαστής παραπλανήθηκε από αυτά και εξέδωσε βλαπτική για τα περιουσιακά συμφέροντα του αντιδίκου του απόφαση (βλ. ΑΠ 1647/99, ΑΠ 1348/2000, ΑΠ 45/2001, ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1109/2005 κ.ά.) -όπως με την έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. ΑΠ 229/76 ο.π. Μυλωνόπουλο-Ειδικό ποινικό
(2006)σελ. 498 πρ βλ ΑΠ 1415/81), η οποία δεν απαιτείται να καταστεί αμετάκλητη. Απλά στη περίπτωση αυτή η διάθεση της ξένης περιουσίας ολοκληρώνεται με την εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή και την εκτέλεσή της. Στο έγκλημα της απάτης ως βλάβη περιουσίας θεωρείται και η απειλή κατ'αυτής όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως (βλ. ΑΠ 229/76, -αναφέρεται σε έκδοση διαταγής πλήρωμής- ΑΠ 1180/75, ΑΠ 1516/2001, ΑΠ 79/2001, ΑΠ 1612/86 κ.ά.). 'Ετσι η βλάβη δεν απαιτείται να είναι οριστική, ούτε αίρεται εκ του ότι ο βλαπτόμενος κατέφυγε στο δικαστήριο και απεφεύχθη αυτή (βλ. και ΑΠ 1850/93 ΕλΔνη 1994 σελ. 725 Νο30, ΑΠ 353/64 Π Χρ ΙΕ σελ. 16, ΑΠ 625/2005, ΑΠ 79/2001 κ.ά.), ούτε απαιτείται όπως πραγματωθεί και το επιδιωχθέν παράνομο περιουσιακόν όφελος, που αποτελεί την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Όπως είναι γνωστόν στο κατεξακολούθηση έγκλημα εκάστη μερικώτερη πράξη πρέπει, αυτοτελώς εξεταζόμενη, να στοιχειοθετεί το περί ου πρόκειται εκάστοτε έγκλημα. Επειδή το έγκλημα της απάτης είναι στιγμιαίο, οι δε μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που πέτυχε με την αρχική εξαπάτηση και εφόσον δεν οδηγούν σε νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του αυτού παθόντος δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν νέο έγκλημα απάτης (βλ. ΑΠ 405/2004, ΑΠ 965/2005, ΑΠ 593/88) αλλά συντιμωρητές επόμενες πράξεις (βλ. και Σπινέλη-Ειδικό Ποινικό τεύχος β
(1985)σελ. 120)-Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ -όπως αντικ. με το άρθρο 36 § 2 ν.2172/93 -όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Ο φορέας της βλαβείσης περιουσίας είναι ο παθών. Υποκείμενο του άνω εγκλήματος είναι ο οποιοσδήποτε διαχειριστής της ξένης γι'αυτόν περιουσίας (βλ. ΑΠ 970/2006) και δη ο διαχειριστής ΟΕ (βλ. ΑΠ 1739/85, ΑΠ 367/57 κ.ά.) που τελεί πράξη στα πλαίσια της διαχειρίσεώς του (αντιπροσωπευτικής του δηλ. εξουσίας) και δη εξωτερική τοιαύτη, δηλ. έναντι των τρίτων (βλ. ΑΠ 614/2000, ΑΠ 2266/2002, ΑΠ 300/2001, ΑΠ 1277/90, Μπουρόπουλο τομ. γ' σελ. 99, Χωραφά Ποινικό Δίκαιο
(1966)σελ. 270). Τέλος μεταξύ των εγκλημάτων της συνέργειας σε απάτη και της απιστίας (390 Π.Κ.) υπάρχει αληθής συρροή (βλ. ΑΠ 1316/83 Π Χρ ΛΔ 260 πρ βλ. Μπουρόπουλο τόμ. γ σελ. 1001-101, ΑΠ 951/82 Π Χρ. ΛΓ 277). ΙΙΙ) Επειδή το συμβούλιο εφετών με επιτρεπτή καθολική αναφορά (υιοθέτηση) στην πρότασή του εισαγγελέα εφετών, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (=όλα της δικογραφίας) προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ μετά της εν διαστάσει συζύγου του β' κατηγορουμένης-εκκαλούσας Χ2 συνέστησαν δυνάμει του από 26-3-97 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό ......, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", με έδρα το ...... επί της οδού ......, αρ. ..., όπου ήταν και η συζυγική οικία τους και με σκοπό την απόκτηση και εκμετάλλευση τουριστικών επαγγελματικών σκαφών. Εκπρόσωποι και διαχειριστές της άνω εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήσαν αμφότερα τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, ήτοι ο εγκαλών και η σύζυγός του Χ2, οι οποίοι ενεργούσαν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά κάθε πράξη διοίκησης, διαχείρισης και διάθεσης, που αναγόταν στο σκοπό και στο αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης και σε όλο το φάσμα της λειτουργίας της. Στην πραγματικότητα όμως ουσιαστική διαχείριση ασκούσε ο εγκαλών. Η ανωτέρω εταιρία απέκτησε ένα επαγγελματικό-τουριστικό σκάφος, με το όνομα "...... ΙΙ", με διεθνές διακριτικό σήμα ......, νηολογημένο στα βιβλία Α' κλάσης του Λιμένα Πειραιά, κόρων ολικής χωρητικότητας 22,65 και καθαρής 14,13, το οποίο είναι ελλιμενισμένο στη ...... . Το σκάφος αυτό ναυλωνόταν σε τρίτους, απ'όπου απεκόμιζε η ως άνω ιδιοκτήτρια εταιρία κέρδη και ουδέποτε από της συστάσεώς της είχε δημιουργήσει χρέη. Την 24-3-04 και ενώ ο εγκαλών ήταν ήδη σε διάσταση μετά της συζύγου του, β' κατηγορουμένης, από το Μάιο του 2003, ότε και απεχώρησε της συζυγικής στέγης, μετά από οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, πληροφορήθηκε έκπληκτος από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, ότι είχε απαγορευθεί ο απόπλους του ανωτέρω πλοίου και κάθε μετακίνηση αυτού, για το λόγο ότι είχε επιβληθεί επ'αυτού αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του 1ου κατηγορουμένου Χ1, αδελφού της εν διαστάσει συζύγου του. Μετά ταύτα, ο εγκαλών έσπευσε να ερευνήσει, προκειμένου να ενημερωθεί για το τί ακριβώς είχε συμβεί, οπότε και διαπίστωσε ότι ο 1ος κατηγορούμενος-Χ1 με την από 7-1-04 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε" ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση οκτώ
(8)συναλλαγματικές, εκδόσεως του ιδίου ποσού 12.000 Ε εκάστης πληρωτέες εις διαταγήν του ιδίου, με ημερομηνία λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03, και 16-12-03, οι οποίες εφέροντο να είναι αποδοχής της άνω εταιρίας και δη εφέρετο να είχε αποδεχθεί αυτές η β' κατηγορουμένη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας, την 15-4-03, η οποία είχε θέσει, εν αγνοία του εγκαλούντα, την υπογραφή της και σφραγίδα με την επωνυμία της ως άνω εταιρείας, ουδεμία σχέση έχουσα με την πραγματική σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας, στη θέση του αποδέκτη, παριστάνοντας αυτός (α'κατηγορούμενος) εν γνώσει του ψευδώς στο Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου ότι οι συναλλαγματικές αυτές ενσωμάτωναν νόμιμη απαίτηση αυτού (α' κατηγορουμένου) κατά της προρηθείσας εταιρίας και έτσι παρέπεισε τον παραπάνω Δικαστή και προέβηκε στην έκδοση της υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία σ'αυτόν το ποσόν των 96.000 €, νομιμοτόκως από της επομένης της λήξεως κάθε συναλλαγματικής μέχρι της εξόφλησής τους, καθώς και ποσό 2.165,00 € για δικαστική δαπάνη. Στην πραγματικότητα όμως, ουδεμία οφειλή είχε η πιο πάνω εταιρία στον ανωτέρω κατηγορούμενο βάσει των ως άνω συναλλαγματικών, γεγονός που αν εγνώριζε ο παραπάνω δικαστής, δεν θα έκανε δεκτή την άνω αίτησή του, προέβηκε δε στην πράξη του αυτή ο εν λόγω κατηγορούμενος, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και δη το ως άνω συνολικό ποσό των 96.000 €, πλέον τόκων, βλάπτοντας αντίστοιχα την εταιρία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΟΕ", με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του Χ2, η οποία, ενεργώντας, εν γνώσει της, προς βλάβη της προρηθείσας εταιρίας, της οποίας ετύγχανε διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος, υπέγραψε τις άνω συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη, εν αγνοία του εγκαλούντα, για ανύπαρκτη οφειλή και τις παρέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο-αδελφό της Χ1 για να επιτύχει την έκδοση της ως άνω υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της παραπάνω εταιρίας. Ακολούθως, την 9-1-04, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του 1ου κατηγορουμένου Ε, επιδόθηκε στην έδρα της ανωτέρω εταιρείας, ήτοι επί της οδού ......, αρ. ... στο ......, ακριβές φωτοτυπικό επικυρωμένο αντίγραφο από α' απόγραφο εκτελεστό της άνω διαταγής πληρωμής μετ'επιταγής προς πληρωμή, το οποίο παρέλαβε η β' κατηγορουμένη, Χ2, ως εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, η οποία μετά τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εγκαλούντα εξακολουθούσε να διαμένει στην ως άνω οικία με τα ανήλικα τέκνα τους (βλ. φωτοαντίγραφο της υπ'αριθμ. ...... έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επισυνάπτεται στη δικογραφία). Πλην όμως, η ανωτέρω κατηγορουμένη δεν ενημέρωσε τον εγκαλούντα, επίσης νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, για την ως άνω επίδοση, με αποτέλεσμα αυτός να μην ασκήσει την κατά το άρθρο 632 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενη ανακοπή εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από της επίδοσης της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Επακολούθησε, την 2-2-04, δεύτερη επίδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής κατά τον ίδιο τρόπο στην ίδια ως άνω διεύθυνση, χωρίς και πάλι η β' κατηγορουμένη να ενημερώσει τον εγκαλούντα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εκπνεύσει και η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ. και η διαταγή πληρωμής να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 633 Κ.Πολ.Δ.). Με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο ακολούθησε κατάσχεση του προαναφερθέντος πλοίου και ορίστηκε ημέρα για τη διενέργεια πλειστηριασμού αυτού η 5-5-04, συνταγείσης της υπ'αριθμ. ...... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητού Πρωτοδικείου Αθηνών ...... . Μετά ταύτα, ο εγκαλών αφού είχε ενημερωθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά περί της απαγορεύσεως του απόπλου του πλοίου λόγω της επιβληθείσας ως άνω κατάσχεσης και έλαβε γνώση εκ του φακέλου της διαταγής πληρωμής των σχετικών εγγράφων υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-4-04 ανακοπή και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ'άρθρον 152 Κ.Πολ.Δ., ως και την με ιδία ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της προρηθείσας ανακοπής. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναστολής την 22-4-04 και με το από 27-4-04 σημείωμα που κατέθεσε ο α' κατηγορούμενος Χ1 προς απόκρουση της αιτήσεως αυτής, ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς στον δικάσαντα Δικαστή, ότι δήθεν, την 15-4-03 καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού, ως δανειστού και της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΟΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τη β' κατηγορουμένη, αδελφή του και εν διαστάσει σύζυγο του εγκαλούντα, Χ2, ως οφειλέτιδα, ότι κατέβαλε λόγω δανείου στην τελευταία, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, το ποσόν των 96.000 € και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε οκτώ
(8)συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 12.000 €, τις οποίες αποδέχθηκε η ομόρρυθμη εταιρία δια της νομίμου εκπροσώπου της. Προς θεμελιώση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού και προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστή περί της, δήθεν, ύπαρξης της οφειλής αυτής και ότι οι ως άνω συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, ενσωμάτωναν, δήθεν, πραγματική απαίτηση αυτού κατά της άνω εταιρίας, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από 15-4-2003 εικονικό "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου", το οποίο εφέρετο ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της άνω εταιρείας, εκπροσωπουμένης από τη συγκατηγορουμένη του, σύμφωνα με το οποίο εφέρετο ότι, δήθεν, παρέδωσε αυτός λόγω δανείου, άτοκα, το ποσόν των 96.000 € στην παραπάνω εταιρία και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει το ποσόν αυτό σε οκτώ
(8)άτοκες δόσεις των 12.000 € εκάστης κατά τις ημερομηνίες 1/9/03, 15/9/03, 1/10/03, 15/10/03, 1/11/03, 15/11/03, 1/12/03 και 15/12/03 αντίστοιχα και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε αυτός και αποδέχθηκε η ως άνω εταιρία οκτώ
(8)ισόποσες συναλλαγματικές, ποσού 12.000 € εκάστης, με ημερομηνίες λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03 και 16-12-
- Το εν λόγω "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" υπέγραψε ο ίδιος, ως δήθεν, δανειστής και η β' κατηγορουμένη αδελφή του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δήθεν, οφειλέτιδας εταιρείας εν αγνοία του εν διαστάσει συζύγου της εγκαλούντα, νομίμου εκπροσώπου επίσης της εταιρείας, καίτοι αυτή (β' κατηγορουμένη) εγνώριζε ότι η ανωτέρω εταιρία ουδέν ποσόν έλαβε από τον α' κατηγορούμενο, λόγω δανείου, και ότι με την ενέργειά της αυτή ζημιωνόταν η περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας. Στην ενέργειά του αυτή προέβηκε ο ως άνω κατηγορούμενος Χ1 με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του, προκειμένου να παραπείσει τον παραπάνω Δικαστή και ν'απορρίψει την ως άνω αίτηση αναστολής της ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΟΕ" και τον Ψ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να πραγματώσει τον τελικό σκοπό του, καθόσον ο ανωτέρω Δικαστής έκανε δεκτή με την υπ'αριθμ. 3079/04 απόφαση την ως άνω αίτηση αναστολής και ανέστειλε την εκτέλεση της υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής (βλ. το από 15-4-03 ιδιωτ. συμφωνητικό σύναψης δανείου, το από 27-10-04 σημείωμα του α' κατηγορούμενου Χ1 και την υπ'αριθμ. 3079/04 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπάρχουν στη δικογραφία). Οι κατηγορούμενοι διατείνονται ότι δεν είναι εικονικό το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, ότι πράγματι χορηγήθηκε δάνειο στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία από τον α'κατηγορούμενο την 15-4-03 ποσού 96.000 € για το οποίο καταρτίσθηκε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι η απαίτηση που ενσωμάτωναν οι προαναφερθείσες συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε η β' κατηγορουμένη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, προς εξασφάλιση του α' κατηγορουμένου-δανειστή, ήταν πραγματική, προς δε, ήταν σε γνώση του εγκαλούντα, εν διαστάσει συζύγου της, Ψ η σύναψη του δανείου αυτού, τον οποίον και ενημέρωσε για την ως άνω διαταγή πληρωμής ευθύς ως της επεδόθη. Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύονται εκ των στοιχείων της δικογραφίας, αλλά ούτε και ενισχύονται από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α, Β και Γ, λογιστή της άνω εταιρείας, ο οποίος καταθέτει ότι δεν υπήρχε ανάγκη δανεισμού της εταιρίας και ότι η σφραγίδα που έχει τεθεί στη θέση του αποδέκτη, ως σφραγίδα της εταιρείας, δεν είναι της εταιρείας, η οποία (γνήσια σφραγίδα) ευρίσκεται στο λογιστικό του γραφείο, είναι μοναδική και κανείς δεν του την είχε ζητήσει για να τη χρησιμοποιήσει (βλ. κατάθεση Γ). Επίσης αποδυναμώνονται οι ως άνω ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και από το ότι δεν είναι λογικοφανές και διόλου πειστικό να είχε στα χέρια του ο α' κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι την 15-4-03, ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, 96.000 €, το οποίο παρέδωσε στην αδελφή του, χωρίς να υπάρχει περί αυτού κάποιο παραστατικό έγγραφο, πολύ δε περισσότερο, ενόψει του ισχυρισμού του, ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού, ήτοι 40.000 €, προήρχετο από συνεισφορά τρίτου, φίλου του και συγκεκριμένα κάποιου επιχειρηματία Δ, του οποίου δεν επικαλείται τη μαρτυρία, ούτε κατέστησε γνωστά τα λοιπά στοιχεία του, ώστε να μπορέσει να διασταυρωθεί ο ισχυρισμός του αυτός. Ενώ, θα πρέπει, προσέτι, να επισημανθεί η αντίφαση που υπάρχει ως προς το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του δανείου στο από 27-4-04 σημείωμα αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέθεσε προς αντίκρουση της από 14-4-2004 αιτήσεως αναστολής του εγκαλούντα και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας κατά της υπ'αριθμ. 68/04 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκθέτει στην 5η σελίδα επακριβώς το εξής "... προέβαινα συχνά σε άτοκο δανεισμό τους ήδη από τα τέλη του
- Προς εξασφάλισή μου δε, και με δεδομένο ότι έως τον Απρίλιο του 2003 οι ομόρρυθμοι εταίροι της ως άνω εταιρίας είχαν δανειστεί από εμένα διάφορα ποσά, την 15-4-03 υπεγράφη μεταξύ εμού και της Χ2 ενεργούσης ως νόμιμης διαχειρίστριας της ως άνω εταιρείας κατ'εντολή και με τη σύμφωνη γνώμη του συζύγου της το από 15-4-03 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου ...". Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, προκύπτουν, σοβαρές ενδείξεις ενοχής των παραπάνω κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για τις πράξεις, που τους αποδίδονται, ήτοι: α) της από της ενώπιον δικαστηρίου τετελεσμένης και σε απόπειρα από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 € στον α' εξ αυτών και β) της απλής συνέργειας στις ως άνω πράξεις ως και γ) της απιστίας κατ'εξακολούθηση στη β' τούτων. 'Ετσι απέρριψε τις άνω εφέσεις και επεκύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και συμπλήρωσε το διατακτικό αυτού και δη στο 10 φύλλο και στο 16ο στίχο μετά την ημερομηνία "16-12-2003", με την φράση "ποσού 12.000 ευρώ εκάστης". Με αυτά που δέχθηκε το συμβούλιο εφετών με το άνω βούλευμά του ορθά έκρινε ότι στοιχειοθετείται για μεν τον πρώτο το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο με την αίτηση του πρώτου κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στις 7-1-2004, την οποία ενίσχυσε με την προσκόμιση των οκτώ συναλλαγματικών που ήσαν αναληθείς κατά το περιεχόμενό τους, ήτοι ότι αντιπροσώπευαν δάνειο της εταιρείας προς αυτόν, ενώ αυτό ήταν ψευδές και αμφότεροι οι αναιρεσείοντες τελούσαν σε γνώση τούτου και σκοπούσαν να περιποιήσουν στον πρώτον από αυτούς παράνομα το αντίστοιχο περιουσιακόν όφελος και με βλάβη της εταιρείας, για δε την δεύτερη απλή συνέργεια στην άνω απάτη και αφετέρου απιστία, με την έκδοση, ήτοι υπογραφή για λογαριασμό της εταιρείας και παράδοση των άνω συναλλαγματικών στον πρώτο, εν γνώσει ότι ο τελευταίος θα τις χρησιμοποιούσε στο δικαστήριο για τον αναφέροντα σκοπό και ότι με την αποδοχή των συναλλαγματικών αυτών για λογαριασμό της εταιρείας και με την ιδιότητά της του διαχειριστού αυτής επέρχεται ζημία στην περιουσία της για ανύπαρκτο χρέος της. Στο άνω βούλευμα περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα εγκλήματα αυτά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και με έξαρση ορισμένων εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που αναφέρονται (386, 47, 390 Π.Κ.). Ειδικώτερα δε εκτίθενται και σε τί συνίσταται η βλάβη της εταιρείας, ήτοι η σε βάρος της έκδοση διαταγής πληρωμής για ανύπαρκτο χρέος της, 96.000 ευρώ (και δικαστικά έξοδα για εκκαθάριση της κατάστασης αυτής) με κίνδυνο απώλειας αντιστοίχου περιουσιακού της στοιχείου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς αυτή (διαταγή πληρωμής). Με άλλες λέξεις και μόνη η έκδοση διαταγής πληρωμής συνιστά επέλευση βλάβης, ήτοι βλάβης παρούσης, χωρίς να χρειάζεται εκτέλεσή της. Το αντίστοιχο δε αυτής περιουσιακόν όφελος επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες να περιποιήσουν στον πρώτο από αυτούς, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση αυτού. Επίσης εκτίθεται και η ζημία της εταιρείας σε σχέση με το έγκλημα της απιστίας, ήτοι με μόνη την αποδοχή και παράδωση των συναλλαγματικών για λογαριασμό αυτής (εταιρείας) για ανύπαρκτο χρέος αυτής, εν γνώσει τούτου. Το γεγονός ότι επρόκειτο για ΟΕ είναι αδιάφορο αφού το νομικό πρόσωπο αυτής είναι αυτοτελές των εταίρων. Σε σχέση όμως α) με τη μερικώτερη πράξη της απόπειρας απάτης και απλής συνέργειας σ'αυτήν που συνίσταται στο ότι ο πρώτος την 27-4-2004 παρέστησε στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με το από 27-4-2004 σημείωμά του που κατέθεσε επί της συζητηθείσης την 22-4-2004 αιτήσεως του εγκαλούντος περί αναστολής εκτελέσεως της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής σε βάρος της εταιρείας και προς απόκρουση αυτής ισχυρίστηκε ότι οι άνω συναλλαγματικές εκδόθησαν προς εξασφάλιση δανείου που έγινε μεταξύ της εταιρείας, εκπροσωπήθηκε από την δεύτερη αναιρεσείουσα και αυτόν και ενίσχυσε τον ισχυρισμόν αυτόν με την προσκόμιση του από 15-4-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ τούτων, το οποίο ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο, εν γνώσει τελούντες αμφότεροι τούτων -που όμως δεν πείστηκε ο άνω δικαστής και έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής- β) και της μερικώτερης πράξης της απιστίας της δεύτερης που συνίσταται στην κατάρτιση και υπογραφή στις 22-4-2004 του ρηθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, εσφαλμένα δέχθηκε ότι αποτελούν αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις αφού αυτές αποτελούν μέρη του αυτού ιστορικού συμβάντος και συνάπτονται με ενότητα- ταυτότητα σκοπού και δη του αρχικού σκοπού αμφοτέρων (=σκοπού περιποιήσεως στον πρώτο του άνω ποσού και βλάβης της εταιρείας) χωρίς να έχουμε από αυτές νέα περιουσιακή βλάβη ή επαύξηση της αρχικής βλάβης του αρχικού ή άλλου παθόντος. Επομένως γι'αυτές ως συντιμώρητες επόμενες πράξεις δεν πρέπει να γίνει κατηγορία (485 § 1 Κ.Π.Δ.). Για το αυτοτελές αξιόποινο των πράξεων τούτων μπορεί να γίνει λόγος μόνο εάν για οποιονδήποτε λόγο π.χ. παραγραφή δεν θα ήταν ενεργό το αξιόποινο των προηγηθεισών πράξεων, γι'αυτό και η εδώ σχετική κρίση περί μη αξιοποίνου αυτών δεν παράγει δεδικασμένο και περιλαμβάνονται διηγηματικά στην κατηγορία. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως γίνουν τυπικά δεκτές οι υπ'αριθμ. 54/2007 και 55/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και απορριφθούν στην ουσία τους. Αναιρεθεί αυτεπαγγέλτως το βούλευμα αυτό σε σχέση με την απόπειρα απάτης, αφενός και απλής συνέργειας σ'αυτή και απιστίας αφετέρου που τέλεσαν οι ανωτέρω στις 27-4-2004 και 22-4-2004 αντίστοιχα κατά της εταιρείας "Ψ-Χ2 Ναυτιλιακή ΟΕ" και να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών γι'αυτές. Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτών. Αθήνα 7 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως υπ'αριθμ. 54/2-3-2007 και 55/2-3-2007 των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως στρεφόμενες κατά του υπ'αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις αυτών κατά του υπ'αριθμ. 516/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για την πράξη της απάτης επί δικαστηρίου τετελεσμένης και σε απόπειρα από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000€) ο εξ αυτών 1ος Χ1 και της απλής συνεργείας σ'αυτή και απιστίας κατ' εξακολούθηση η εξ αυτών 2α Χ2, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά το άρθρο 386 § 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών· και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη στην απάτη συντρέχει ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως (της αξιώσεως) του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς εδώ αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας αυτού. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Περαιτέρω μετά την αντικατάσταση της § 3 του άρθρου 386 ΠΚ με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποίαν το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει το ποσόν των (νυν) 73.000 €. Στην πολιτική δίκη μπορεί ο δράστης να παραπλανήσει τον δικαστή οπότε συντελείται αντικειμενικώς το έγκλημα της απάτης δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος να υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν ψευδών όμως κατά περιεχόμενον, από τα οποία ο δικαστής πλανηθείς εξέδωσε οριστική απόφαση από την οποίαν επήλθε βλάβη στον διάδικο. Εντεύθεν η πράξη της απάτης στο δικαστήριο τελείται και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση ψευδείς κατά περιεχόμενο συναλλαγματικές, το ποσόν των οποίων δεν ώφειλεν ο παθών και ο δικαστής παραπλανήθηκε από αυτές και εξέδωσε την βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου του διαταγή πληρωμής συνεπεία της οποίας, αποτελούσης εκτελεστό τίτλο (άρθρο 631 ΚΠολΔικ), επέρχεται βλάβη εις την περιουσίαν ή και απειλή κατά της περιουσίας, όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως του αντιδίκου του δράστου. Εκ του άρθρου 17 Π.Κ. κατά το οποίον "χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή ώφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως", σε συνδυασμό με το άρθρο 112 Π.Κ. κατά το οποίον "η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη εκτός αν ορίζεται άλλως" προκύπτει ότι και επί εγκλημάτων για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων, ως τετελεσμένων απαιτείται κατά νόμον ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή ώφειλε να ενεργήσει είναι δε αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν εξαιρετικώς ορίζεται άλλως στο νόμο. Οι μετά την εξαπάτηση πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως απάτες που τελούνται με σκοπό να διατηρήσει ο δράστης τα οφέλη που απέκτησε ήδη από την πρώτη εξαπάτηση (απάτη εξασφαλίσεως), εφ' όσον με αυτές δεν προκαλείται νέα και διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος. Σε αντίθετη περίπτωση θα επρόκειτο για αληθή πραγματικώς συρροή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με τη μορφή απόπειρας, τόσο όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο. Για την στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται να συντρέχει πλήρως και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή ο δράστης πρέπει να έχει γνώση ως προς το ψευδές των παραστάσεων και να επιδιώκει την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Και εις την απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δεν παρεπλανήθη το δικαστήριο παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό. Η κατά το άρθρο 47 § 1 Π.Κ. απλή συνέργεια είναι η παροχή με πρόθεση στον δράστη οποιασδήποτε βοηθείας πριν ή κατά την εκτέλεση της αδίκου πράξεως την οποίαν ετέλεσεν εκείνος ή απεπειράθη τουλάχιστον να τελέσει, ψυχικής, υλικής θετικής ή αποθετικής. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στην γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ή απόπειρα τελέσεως ορισμένης αδίκου πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και στην βούλησή του να συμβάλει στην τέλεσή του από τον αυτουργό, η δε συνδρομή πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 390 § 1 ΠΚ όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη, τιμωρείται με φυλάκιση. Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας απαιτούνται: α) ο δράστης (να) είναι μόνο πρόσωπο που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η ιδιότητα δε του διαχειριστού ή επιμελητού να πηγάζει από δικαιοπραξία ή εκ του νόμου, όπως ο διαχειριστής νομικού προσώπου (ΟΕ) οπότε η περιουσία είναι ξένη για τον διαχειριστή β) η εν λόγω ιδιότητα (πρέπει) να υπάρχει κατά τον χρόνο της τελέσεως της πράξεως, η πράξη δε του δράστου να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική και να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, θετική ή αποθετική, οίαν συνιστά και η διακινδύνευση, προκαλουμένη με την κατάχρηση της εξουσίας του δράστου ως διαχειριστού, γ) δόλος ορισμένος και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος, αφού η διατύπωση του άρθρου "με γνώση" ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") περιλαμβάνει τη γνώση και την θέληση επαγωγής ζημίας ήτοι βλάβης της περιουσίας, αρκούσης και της πιθανότητος ως προς την επέλευση του κινδύνου, δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της παραβιάσεως των κανόνων της επιμελούς διαχειρίσεως. Στην αληθή πραγματική συρροή εγκλημάτων υφίστανται περισσότερες από μία αυτοτελείς πράξεις εκάστη των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου, το αυτό δε ισχύει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα όπου επίσης οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την ύπαρξη έγκλησης και την παραγραφή, και όπου η καταδίκη για μία εξ αυτών δεν κωλύει την δίωξη για τις λοιπές λόγω δεδικασμένου. Όταν όμως οι πράξεις του υπαιτίου απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους αλλά συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη, και δεν προσβάλλει έκαστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υφίσταται αληθής συρροή εγκλημάτων (ή έγκλημα κατ'εξακολούθηση) αλλά μία ενιαία πράξη στην οποία η πρώτη επί μέρους ενέργεια του δράστη διευρύνεται δια προσθήκης ενός νέου τμήματος συμπεριφοράς (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος η κατά το άρθρο 484 § 1 περίπτ. β) Κ.Ποιν.Δικ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2611/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απερρίφθησαν οι ασκηθείσες από τους αναιρεσείοντες εφέσεις κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθμ. 516/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (αφού συνεπληρώθη το τελευταίο τούτο κατά τινα περικοπή όπως εις το άνω εφετειακό βούλευμα αναφέρεται), με το οποίο έχουν παραπεμφθεί οι αναιρεσείοντες να δικασθούν για απάτη επί δικαστηρίου, τετελεσμένη και εν αποπείρα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ ο πρώτος και για απλή συνέργεια στην άνω πράξη και απιστία κατ' εξακολούθηση η δευτέρα τούτων (άρθρ. 26 § 1α, 27 § 1, 42 § 1, 47, 94 § 1, 98, 386 §1-3β 390 Π.Κ.). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων εδέχθη ότι απεδείχθησαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ μετά της εν διαστάσει συζύγου του β' κατ/νης - εκκαλούσας Χ2 συνέστησαν δυνάμει του από 26-3-97 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό ......, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", με έδρα το ...... επί της οδού ...... αρ. ..., όπου ήταν και η συζυγική οικία τους και με σκοπό την απόκτηση και εκμετάλλευση τουριστικών επαγγελματικών σκαφών. Εκπρόσωποι και διαχειριστές της άνω εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήσαν αμφότερα τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, ήτοι ο εγκαλών και η σύζυγός του Χ2, οι οποίοι ενεργούσαν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά κάθε πράξη διοίκησης, διαχείρισης και διάθεσης, που αναγόταν στο σκοπό και στο αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης και σε όλο το φάσμα της λειτουργίας της. Στην πραγματικότητα όμως ουσιαστική διαχείριση ασκούσε ο εγκαλών. Η ανωτέρω εταιρία απέκτησε ένα επαγγελματικό - τουριστικό σκάφος, με το όνομα "...... ΙΙ", με διεθνές διακριτικό σήμα ......, νηολογημένο στο βιβλίο Α' κλάσης του Λιμένα Πειραιά, κόρων ολικής χωρητικότητας 22,65 και καθαρής 14,13, το οποίο είναι ελλιμενισμένο στη ...... . Το σκάφος αυτό ναυλωνόταν σε τρίτους, απ' όπου απεκόμιζε η ως άνω ιδιοκτήτρια εταιρία κέρδη και ουδέποτε από της συστάσεώς της είχε δημιουργήσει χρέη. Την 24-3-04 και ενώ ο εγκαλών ήταν ήδη σε διάσταση μετά της συζύγου του, β' κατ/νης, από το Μάϊο του 2003, ότε και απεχώρησε της συζυγικής στέγης, μετά από οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, πληροφορήθηκε έκπληκτος από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, ότι είχε απαγορευθεί ο απόπλους του ανωτέρω πλοίου και κάθε μετακίνηση αυτού, για το λόγο ότι είχε επιβληθεί επ' αυτού αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του 1ου κατ/νου Χ1, αδελφού της εν διαστάσει συζύγου του. Μετά ταύτα, ο εγκαλών έσπευσε να ερευνήσει, προκειμένου να ενημερωθεί για το τι ακριβώς είχε συμβεί, οπότε και διαπίστωσε ότι ο 1ος κατ/νος - Χ1 με την από 7-1-04 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε." ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση οκτώ
(8)συναλλαγματικές, εκδόσεως του ιδίου, ποσού 12.000 € εκάστης, πληρωτέες εις διαταγήν του ιδίου, με ημερομηνία λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03 και 16-12-03, οι οποίες εφέροντο να είναι αποδοχής της άνω εταιρίας και δη εφέρετο να είχε αποδεχθεί αυτές η β' κατ/νη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας, την 15-4-03, η οποία είχε θέσει, εν αγνοία του εγκαλούντα, την υπογραφή της και σφραγίδα με την επωνυμία της ως άνω εταιρίας, ουδεμία σχέση έχουσα με την πραγματική σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας, στη θέση του αποδέκτη, παριστάνοντας αυτός (α' κατ/νος) εν γνώσει του ψευδώς στο Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου ότι οι συναλλαγματικές αυτές ενσωμάτωναν νόμιμη απαίτηση αυτού (α' κατ/νου) κατά της προρηθείσας εταιρίας και έτσι παρέπεισε τον παραπάνω Δικαστή και προέβηκε στην έκδοση της υπ' αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία σ'αυτόν το ποσόν των 96.000 €, νομιμοτόκως από της επομένης της λήξεως κάθε συναλλαγματικής μέχρι της εξόφλησής τους, καθώς και ποσό 2.165,00 €, για δικαστική δαπάνη. Στην πραγματικότητα όμως, ουδεμία οφειλή είχε η πιο πάνω εταιρία στον ανωτέρω κατηγορούμενο βάσει των ως άνω συν/κών, γεγονός που αν εγνώριζε ο παραπάνω Δικαστής, δεν θα έκανε δεκτή την άνω αίτησή του, προέβηκε δε στην πράξη του αυτή ο εν λόγω κατ/νος, προκειμένου να αποκομίζει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και δη το ως άνω συνολικό ποσό των 96.000 €, πλέον τόκων, βλάπτοντας αντίστοιχα την εταιρία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του, Χ2, η οποία, ενεργώντας, εν γνώσει της, προς βλάβη της προρηθείσας εταιρείας, της οποίας ετύγχανε διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος, υπέγραψε τις άνω συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη, εν αγνοία του εγκαλούντα, για ανύπαρκτη οφειλή και τις παρέδωσε στον 1ο κατ/νο - αδελφό της Χ1 για να επιτύχει την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της παραπάνω εταιρίας. Ακολούθως, την 9-1-04, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του 1ου κατ/νου Ε, επιδόθηκε στην έδρα της ανωτέρω εταιρίας, ήτοι επί της οδού ...... αρ. ... στο ......, ακριβές φωτοτυπικό επικυρωμένο αντίγραφο από α' απόγραφο εκτελεστό της άνω διαταγής πληρωμής μετ' επιταγής προς πληρωμή, το οποίο παρέλαβε η β' κατ/νη Χ2, ως εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, η οποία μετά τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εγκαλούντα εξακολουθούσε να διαμένει στην ως άνω οικία με το ανήλικο τέκνο τους. (βλ. φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ...... έκθεσης επίδοσης της δικ. επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επισυνάπτεται στη δικογραφία). Πλην όμως, η ανωτέρω κατηγορουμένη δεν ενημέρωσε τον εγκαλούντα, επίσης νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, για την ως άνω επίδοση, με αποτέλεσμα αυτός να μην ασκήσει την κατά το άρθρο 632 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενη ανακοπή εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από της επίδοσης της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Επακολούθησε, την 2-2-04, δεύτερη επίδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής κατά τον ίδιο τρόπο στην ίδια ως άνω διεύθυνση, χωρίς και πάλι η β' κατηγορουμένη να ενημερώσει τον εγκαλούντα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εκπνεύσει και η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ. και η διαταγή πληρωμής να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 633 Κ.Πολ.Δ.). Με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο ακολούθησε κατάσχεση του προαναφερθέντος πλοίου και ορίστηκε ημέρα για τη διενέργεια πλειστηριασμού αυτού η 5-5-04, συνταγείσης της υπ' αριθμ. ...... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... . Μετά ταύτα, ο εγκαλών αφού είχε ενημερωθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά περί της απαγορεύσεως του απόπλου του πλοίου λόγω της επιβληθείσας ως άνω κατάσχεσης και έλαβε γνώση εκ του φακέλου της διαταγής πληρωμής των σχετικών εγγράφων υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-4-04 ανακοπή και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ' άρθρον 152 Κ.Πολ.Δ., ως και την με ιδία ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της προρηθείσας ανακοπής. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναστολής την 22-4-04 και με το από 27-4-04 σημείωμα που κατέθεσε ο α' κατ/νος Χ1 προς απόκρουση της αιτήσεως αυτής, ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς στον δικάσαντα Δικαστή, ότι, δήθεν, την 15-4-03 καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού, ως δανειστού και της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τη β' κατ/νη, αδελφή του και εν διαστάσει σύζυγο του εγκαλούντα Χ2, ως οφειλέτιδα, ότι κατέβαλε λόγω δανείου στην τελευταία, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, το ποσόν των 96.000 € και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε οκτώ
(8)συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 12.000 €, τις οποίες αποδέχθηκε η ομόρρυθμη εταιρία δια της νομίμου εκπροσώπου της. Προς θεμελίωση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού και προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστή περί της, δήθεν, ύπαρξης της οφειλής αυτής και ότι οι ως άνω συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, ενσωμάτωναν, δήθεν, πραγματική απαίτηση αυτού κατά της άνω εταιρίας, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από 15-4-2003 εικονικό "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου", το οποίο εφέρετο ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της άνω εταιρίας, εκπροσωπουμένης από τη συγκατηγορουμένη του, σύμφωνα με το οποίο εφέρετο ότι, δήθεν, παρέδωσε αυτός λόγω δανείου, άτοκα, το ποσόν των 96.000 € στην παραπάνω εταιρία και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει το ποσόν αυτό σε οκτώ
(8)άτοκες δόσεις των 12.000 € εκάστης κατά τις ημερομηνίες 1/9/03, 15/9/03, 1/10/03, 15/10/03, 1/11/03, 15/11/03, 1/12/03 και 15/12/03 αντίστοιχα και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε αυτός και αποδέχθηκε η ως άνω εταιρία οκτώ
(8)ισόποσες συν/κές, ποσού 12.000 € εκάστης, με ημερομηνίες λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03 και 16-12-
- Το εν λόγω "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" υπέγραψε ο ίδιος, ως δήθεν, δανειστής και η β' κατηγορουμένη αδελφή του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της, δήθεν, οφειλέτιδας εταιρίας, εν αγνοία του εν διαστάσει συζύγου της εγκαλούντα, νομίμου εκπροσώπου επίσης της εταιρίας, καίτοι αυτή (β' κατ/νη) εγνώριζε, ότι η ανωτέρω εταιρία ουδέν ποσόν έλαβε από τον α' κατ/νο, λόγω δανείου, και ότι με την ενέργειά της αυτή ζημιωνόταν η περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας. Στην ενέργειά του αυτή προέβηκε ο ως άνω κατ/νος Χ1 με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του, προκειμένου να παραπείσει τον παραπάνω Δικαστή και ν' απορρίψει την ως άνω αίτηση αναστολής της ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε." και του Ψ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να πραγματώσει τον τελικό σκοπό του, καθόσον ο ανωτέρω Δικαστής έκανε δεκτή με την υπ' αριθμ. 3079/04 απόφαση την ως άνω αίτηση αναστολής και ανέστειλε την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής (βλ. το από 15-4-03 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, το από 27/10/04 σημείωμα του α' κατ/νου Χ1 και την υπ' αριθμ. 3079/04 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπάρχουν στη δικογραφία). Οι κατηγορούμενοι διατείνονται ότι δεν είναι εικονικό το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, ότι πράγματι χορηγήθηκε δάνειο στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία από τον α' κατ/νο, την 15-4-03 ποσού 96.000 € για το οποίο καταρτίσθηκε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι η απαίτηση που ενσωμάτωναν οι προαναφερθείσες συν/κές, τις οποίες αποδέχθηκε η β' κατ/νη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, προς εξασφάλιση του α' κατ/νου - δανειστή, ήταν πραγματική, προς δε, ήταν σε γνώση του εγκαλούντα, εν διαστάσει συζύγου της, Ψ η σύναψη του δανείου αυτού, τον οποίον και ενημέρωσε για την ως άνω διαταγή πληρωμής ευθύς ως της επεδόθη. Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύονται εκ των στοιχείων της δικογραφίας, αλλά ούτε και ενισχύονται από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α, Β και Γ, λογιστή της άνω εταιρίας, ο οποίος καταθέτει ότι δεν υπήρχε ανάγκη δανεισμού της εταιρίας και ότι η σφραγίδα που έχει τεθεί στη θέση του αποδέκτη, ως σφραγίδα της εταιρίας, δεν είναι της εταιρίας, η οποία (γνήσια σφραγίδα) ευρίσκεται στο λογιστικό του γραφείο, είναι μοναδική και κανείς δεν του την είχε ζητήσει για να τη χρησιμοποιήσει (βλ. κατάθεση Γ). Επίσης αποδυναμώνονται οι ως άνω ισχυρισμοί των κατ/νων και από το ότι δεν είναι λογικοφανές και διόλου πειστικό να είχε στα χέρια του ο α' κατ/νος τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι την 15-4-03, ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, 96.000 €, το οποίο παρέδωσε στην αδελφή του, χωρίς να υπάρχει περί αυτού κάποιο παραστατικό έγγραφο, πολύ δε περισσότερο, εν όψει του ισχυρισμού του, ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού, ήτοι 40.000 €, προήρχετο από συνεισφορά τρίτου, φίλου του και συγκεκριμένα κάποιου επιχειρηματία Δ, του οποίου δεν επικαλείται τη μαρτυρία, ούτε κατέστησε γνωστά τα λοιπά στοιχεία του, ώστε να μπορέσει να διασταυρωθεί ο ισχυρισμός του αυτός. Ενώ, θα πρέπει, προσέτι, να επισημανθεί, η αντίφαση που υπάρχει ως προς το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του δανείου, στο από 27-4-04 σημείωμα αυτού ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέθεσε προς αντίκρουση της από 14-4-2004 αιτήσεως αναστολής του εγκαλούντα και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 68/04 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκθέτει στην 5η σελίδα επακριβώς τα εξής: "... προέβαινα συχνά σε άτοκο δανεισμό τους ήδη από τα τέλη του
- Προς εξασφάλισή μου δε, και με δεδομένο ότι έως τον Απρίλιο του 2003 οι ομόρρυθμοι εταίροι της ως άνω εταιρίας είχαν δανειστεί από εμένα διάφορα ποσά, την 15-4-03 υπεγράφη μεταξύ εμού και της Χ2 ενεργούσα ως νόμιμη διαχειρίστρια της ως άνω εταιρίας κατ' εντολή και με τη σύμφωνη γνώμη του συζύγου της ... το από 15-4-03 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου ...". Κατόπιν αυτών έκρινε ότι στοιχειοθετείται για μεν τον πρώτο κατ/νον το έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου με την αίτησή του προς έκδοση διαταγής πληρωμής την 7/1/2004, την οποίαν υπέβαλε και με την προσκομιδή των οκτώ
(8)συναλλαγματικών εκδόσεώς του, οι οποίες ήσαν αναληθείς κατά το περιεχόμενό των, ήτοι ότι ενσωμάτωναν απαίτησή του κατά της εταιρίας και αντιπροσώπευαν δάνειο αυτού προς αυτή, ενώ τούτο ήτο ψευδές και αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ετέλουν εν γνώσει τούτου και εσκόπουν να περιποιήσουν εις τον αναιρεσείοντα παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της εταιρίας, για δε την δευτέρα αφ' ενός για το έγκλημα της απλής συνεργείας στην άνω απάτη και αφ'ετέρου για απιστία, με την υπογραφή την 15/4/2003 για λογαριασμό της εταιρίας, ως αποδέκτου των άνω συναλλαγματικών και την παράδοση στον αναιρεσείοντα εν γνώσει ότι αυτός θα τις εχρησιμοποίει για έκδοση διαταγής πληρωμής, καίτοι ουδεμία οφειλή της εταιρίας υφίστατο προς αυτόν, με ζημία της περιουσίας της τελευταίας, της οποίας η δευτέρα κατ/νη ετύγχανε διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όσον αφορά το σκέλος της απάτης του Χ1 και της απλής συνεργείας σ'αυτήν της Χ2 προς δε και της απιστίας της τελευταίας αυτής κατά την 15/4/2003 δια της υπογραφής των συναλλαγματικών. Ειδικότερα προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα εις τι συνίσταται η βλάβη της εταιρίας ήτοι η εις βάρος της έκδοση διαταγής πληρωμής για ανύπαρκτο χρέος εξ 96.000 € με κίνδυνο απωλείας αντιστοίχου περιουσιακού της στοιχείου, εις περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς αυτήν, αφού, κατά τ' άνω εκτεθέντα και μόνη η έκδοση διαταγής πληρωμής συνιστά επέλευση βλάβης και δη βλάβης παρούσης, χωρίς να απαιτείται η εκτέλεσή της, το αντίστοιχο δε περιουσιακό όφελος επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίησή του. Επίσης εκτίθεται και η ζημία της εταιρίας εν σχέσει με το έγκλημα της απιστίας ήτοι με την αποδοχή υπό της δευτέρας κατηγορουμένης των συναλλαγματικών δια λογαριασμόν της εταιρίας και την παράδοσή των στον πρώτο κατ/νο, για ανύπαρκτο χρέος της τελευταίας αυτής, εν γνώσει τούτου. Εν σχέσει όμως α) με την μερικότερη πράξη της αποπείρας απάτης του πρώτου κατηγορουμένου και της απλής συνεργείας σ'αυτήν που συνίστανται στο ότι ο μεν πρώτος την 27/4/2004 παρέστησεν εν γνώσει του ψευδώς στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το υπό την αυτήν ημεροχρονολογίαν σημείωμά του, που κατέθεσεν επί της συζητηθείσης την 22/4/2004 αιτήσεως του εγκαλούντος περί αναστολής εκτελέσεως της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής εις βάρος της εταιρίας και προς απόκρουση της αιτήσεως αυτής ότι την 15/4/2003 κατηρτίσθη, σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού ως δανειστού και της εταιρίας, εκπροσωπουμένης υπό της δευτέρας κατηγορουμένης - αναιρεσειούσης, ως οφειλέτιδος, προς εξασφάλιση του οποίου εξεδόθησαν οι άνω συναλλαγματικές, προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού αυτού ούτος (πρώτος κατηγορούμενος) προσεκόμισε το από 15/4/2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" ψευδές κατά περιεχόμενο και εν γνώσει τελών του ψευδούς, χωρίς όμως να πεισθεί ο άνω δικαστής, ο οποίος ανέστειλε την εκτέλεση της υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής, η δε δευτέρα υπέγραψε το άνω από 15/4/2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" και β) της μερικότερης πράξης της απιστίας της δευτέρας κατηγορουμένης που συνίσταται στην κατάρτιση και υπογραφή την 22/4/2004 του ως άνω από 15/4/2003 "ιδιωτικού συμφωνητικού σύναψης δανείου", το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εδέχθη ότι αποτελούν αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις, αφού αυτές αποτελούν μία ενότητα σκοπού (=περιποιήσεως εις τον πρώτον περιουσιακού οφέλους προς βλάβην της εταιρίας), χωρίς να υπάρχει εξ αυτών νέα περιουσιακή βλάβη ή επαύξηση της αρχικής του αυτού ή άλλου παθόντος. Συνεπώς πρέπει το παρόν Δικαστήριο συμπληρουμένου κατά τούτο· του λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και αναιρουμένου ως προς τις πράξεις αυτές του προσβαλλομένου βουλεύματος, να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τις πράξεις αυτές, απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί αυτεπαγγέλτως το υπ' αριθμ. 2611/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όσον αφορά την απόπειρα απάτης αφ'ενός και την απλή συνέργεια σ'αυτήν και απιστία αφετέρου που φέρεται ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες την 27/4/2004 και 22/4/2004 αντιστοίχως εις βάρος της εταιρίας "Ψ-Χ2 Ναυτιλιακή Ο.Ε.". Αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία γι'αυτές. Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις υπ' αριθμ. 54 και 55/2-3-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ