← Ελλάδα

ΑΠ 1637/2010 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1637 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση (ιδιόγραφη διαθήκη) και απάτη στο δικαστήριο. Στοιχεία των εγκλημάτων. Η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο, όμως, οφείλει να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση (επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου), το πόρισμα της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς απόρριψη ισχυρισμού περί μετατροπής κατηγορίας, λόγω μη αιτιολογήσεως της αντίθετης κρίσεως προς το πόρισμα δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, και παραπομπή. Διατακτικό. Αριθμός 1637/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γεωργίου, για αναίρεση της 3407/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 χήρα Φ, ως κληρονόμο του Ξ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αλεξανδρίδη, 2)Ψ2, 3)Ψ3 ως κληρονόμο του Ξ και 4)Ψ4, κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 417/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου
  2. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, υπό την έννοια δε αυτή έγγραφο είναι και η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία, κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ, γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)...και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Για να είναι δε η απάτη κακούργημα πρέπει το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση και απάτης στο δικαστήριο σε βάρος των κληρονόμων της Ζ, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ, πράξη που τέλεσε με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και του ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-1999 μέχρι 26-1-2000 και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί ο κατηγορούμενος κατάρτισε στην Αθήνα ιδιόγραφη διαθήκη της Ζ, η οποία ήταν σύζυγος του πατέρα του, που είχε προαποβιώσει και η οποία αποβίωσε στις 18-11-1999, στην οποία έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της θανούσας και ως ημερομηνία συντάξεως την 12-3-
  3. Η πλαστότητα της διαθήκης και η κατάρτιση αυτής από τον κατηγορούμενο αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν, εκ των υστέρων δε και ύστερα από τους δικαστικούς αγώνες που άρχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι εγκαλούντες και πολιτικώς ενάγοντες, κατά του κατηγορουμένου, ο τελευταίος ομολόγησε τόσο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Δικαστήριο τούτο την πράξη του. Με την πλαστή αυτή διαθήκη η θανούσα φερόταν ότι εγκαθιστούσε τον κατηγορούμενο μοναδικό κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές και τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της θανούσας σχετικά με το γεγονός ότι η πλαστή αυτή ιδιόγραφη διαθήκη είχε συνταχθεί από τη θανούσα και είχε γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτή και ότι με τη διαθήκη της αυτή η θανούσα εγκαθιστούσε αυτόν μοναδικό κληρονόμο της, πράγμα το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στην απώλεια των κληρονομικών δικαιωμάτων των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής. Επίσης αποδείχθηκε ότι με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, βλάπτοντας αντίστοιχα τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της θανούσας, το όφελος δε που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία των παραπάνω κληρονόμων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε η κληρονομιαία περιουσία της θανούσας, αποτελείτο εκτός από τις καταθέσεις της θανούσας στις Τράπεζες ανερχόμενες στο ποσό των 12.000 ευρώ περίπου και από τα παρακάτω περιγραφόμενα ακίνητα ήτοι από: α) ένα ενιαίο αγροτεμάχιο, ήδη ενιαίο οικόπεδο, αποτελούμενο από τη συνένωση δύο επί μέρους συνεχόμενων οικοπέδων, κείμενο στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου ..., εμφαινόμενο από τους αριθμούς 7 και 8 του 5ου τετραγώνου στο από Ιουλίου 1960 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ... και ήδη στο 338 Ο.Τ., το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αποστόλου Ζέρβα, εκτάσεως συνολικά 256 τ.μ. ήτοι 128 τ.μ. έκαστο, συνορευόμενο, βόρεια επί συνολικής πλευράς 32 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., νότια επί πλευράς 32 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με την οδό ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 37 επί προσώπου 8 μ. και δυτικά με την οδό ... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 38 επί προσώπου 8 μ. και β) μια ισόγειο προσφυγική κατοικία του υπ' αριθμ. 5 τύπου (Δ) στο ΟΤ 36 του αστικού προσφυγικού συνοικισμού στη ... στην ειδικότερη θέση ... επί οικοπέδου εκτάσεως 191,84 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως, όπου μετά τον σεισμό του 1999 η οικία κατεδαφίσθηκε, οπότε κατά το χρόνο του θανάτου της Ζ ανήκε σ' αυτήν το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αρτίου και οικοδομήσιμου, εμφαινόμενου στο από Μαρτίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΑ και μετά ορθή καταμέτρηση 269,40 τ.μ. που συνορεύει, ΒΑ επί πλευράς ΑΘ με την οδό Π... επί της οποίας φέρει τον αριθμό 9 και πέραν αυτής με την πλατεία ... επί προσώπου 18,02 μ., ΝΑ επί πλευράς ΗΘ μήκους 12,3 μ. εν μέρει με Ζ6 διώροφη οικοδομή και επί πλευράς ΕΖ μήκους 8 μ. με ισόγειο αποθηκευτικό χώρο, ΝΔ επί πλευράς ΗΖ μήκους 6,40 μ. με οικόπεδο του Ζ6 οικήματος και ισόγειο αποθηκευτικό χώρο επί πλευράς ΕΔ μήκους 6,13 μ. εν μέρει με οικόπεδο της Ε7 διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας ... και εν μέρει με οικόπεδο της Ε3 διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας αγνώστων και επί πλευράς ΓΒ μήκους 5,94 μ. με οικόπεδο της Ζ4 διώροφης οικοδομής ιδιοκτησίας αγνώστων και ΒΔ επί πλευράς ΑΒ μήκους 12,30 μ. και επί πλευράς ΓΔ μήκους 8,01 μ. με Ζ4 οίκημα. Όπως αποδείχθηκε η αγοραία αξία των παραπάνω ακινήτων υπερέβαινε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης του κατηγορουμένου κατά πολύ το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, ανερχόμενη του μεν πρώτου ακινήτου στο ποσό των 20.000.000 δραχμών τουλάχιστον, του δε δευτέρου ακινήτου στο ποσό των 8.000.000 περίπου, και συνολικά στο ποσό των 28.000.000 δραχμών ή 82.172 Ευρώ, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος με τους ισχυρισμούς του που προέβαλε και ειδικότερα ότι η αξία των ακίνητων ήταν μικρότερη των 73.000 ευρώ και συνεπώς η πράξη του έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου, καθόσον υπέβαλε αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προς δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της πλαστής αυτής διαθήκης, την οποία και προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο Δικαστήριο. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ο κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει ψευδώς στο Δικαστή του παραπάνω Δικαστηρίου ότι η διαθήκη που προσκόμισε ήταν ιδιόγραφη διαθήκη της Ζ, η οποία αποβίωσε στις 18-11-1999, ότι αυτή είχε γραφεί ολόκληρη με το χέρι αυτής και είχε χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτή, ενώ η αλήθεια ήταν ότι η διαθήκη αυτή ήταν πλαστή κατά τα εκτεθέντα και είχε καταρτισθεί από αυτόν. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, τις οποίες ενίσχυσε με την κατάθεση του μάρτυρα που προσκόμισε και εξετάσθηκε στο Δικαστήριο, έπεισε το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος δημοσίευσε την πλαστή αυτή διαθήκη στα υπ' αριθμ. 2803/26-5-2000 πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και κήρυξε αυτή κυρία με την υπ' αριθμ. 1110/26-5-2000 απόφασή του. Τέλος αποδείχθηκε ότι με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που αναφέρθηκε, βλάπτοντας αντίστοιχα τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της θανούσας, το όφελος δε που σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία των παραπάνω κληρονόμων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό το όφελος δια βλάβης άλλου, το όφελος δε που επιδίωκε και η αντίστοιχη βλάβη του άλλου υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της απάτης στο Δικαστήριο, εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος που επεδίωκε και η αντίστοιχη ζημία του άλλου υπερέβαιναν το ποσό των 73.000 ευρώ, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος των εγκλημάτων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με βάση ποια πραγματικά περιστατικά έκρινε ότι η αξία των ως άνω κληρονομιαίων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 20.000.000 δρχ. και 8.000.000 δρχ. αντιστοίχως, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών, είχε προβάλει εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας σε πλαστογραφία με χρήση και απάτη στο δικαστήριο σε βαθμό πλημμελήματος. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος είχε προσκομίσει την από 8.11.2006 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης (την οποία είχαν προσκομίσει και οι πολιτικώς ενάγοντες), η οποία διενεργήθηκε επί των ανωτέρω ακινήτων κατόπιν της υπ` αριθ. 681/10.10.2006 διατάξεως του 10ου Τακτικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών και στην οποία ο διορισθείς πραγματογνώμων αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός ... γνωμοδότησε ότι η εμπορική αξία των επιδίκων οικοπέδων ανερχόταν σε 66.032 ευρώ. Με βάση την έκθεση αυτή εκδόθηκε το υπ` αριθ. 1637/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για απάτη στο δικαστήριο, σε σχέση με την κυρία δίκη περί ακυρώσεως της επίμαχης διαθήκης, σε βαθμό πλημμελήματος. Και ναι μεν τα έγγραφα αυτά (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και βούλευμα) φέρονται ότι αναγνώσθηκαν, πλην δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον αυτό, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν δεσμευόταν μεν από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, πλην όφειλε, εφόσον δεν αποδέχθηκε το συμπέρασμα που προέκυπτε από αυτήν, να αιτιολογήσει την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απέκλειαν αυτά που ο πραγματογνώμων έθεσε ως βάση της γνώμης του και δη από πού συμπέρανε ότι η αξία των επιδίκων υπερέβαινε το ποσό που αναγραφόταν στην πραγματογνωμοσύνη. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας διηγηματικά μόνο αναφέρει ότι η κληρονομιαία περιουσία της θανούσας αποτελείτο, εκτός από τα προαναφερθέντα ακίνητα, και από καταθέσεις της στις Τράπεζες ανερχόμενες στο ποσό των 12.000 ευρώ περίπου, αφού οι καταθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ούτε ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε και για οποιοδήποτε όφελος από αυτές ούτε, επομένως, αυτές μπορούν να προστεθούν στην αξία των ακινήτων, όπως, εσφαλμένα, υπολαμβάνουν οι πολιτικώς ενάγοντες στο υπόμνημά τους. Κατά συνέπειαν, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας κρίση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 3407/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου
  4. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου
  5. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.