Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1638 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ληστεία, Οπλοφορία. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για ληστεία και οπλοφορία. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη (εκ πλαγίου) εφαρμογή του νόμου. ΑΡΙΘΜΟΣ 1638/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κατσούλα, περί αναιρέσεως της 2135/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 494/2010. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 380 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία, συγχρόνως δε και η ιδιοκτησία, απαι-τείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος ολικώς ή μερικώς ξένου ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παρά-δοση του πράγματος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού. Περαιτέρω, κατά το μεν άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2168/1993 "όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο, με σχετική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, χειροβομβίδα και νάρκη κάθε τύπου όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα" κατά δε το άρθρο 10 §§ 1 και 13α του ιδίου Νόμου, τιμωρείται με την στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος φέρει όπλο (οπλοφορία) χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικό-τερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρα-βιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται, στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτελέσματα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2135/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κηρύχθηκε ένοχος για ληστεία και παράνομη οπλοφορία και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως έξι
(6)ετών και έξι
(6)μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6/12/2005 και περί ώρα 14.30' ο κατηγορούμενος στην ..., με σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής εξανάγκασε άλλον να του παραδώσει ξένα ολικά κινητά πράγματα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα αφού εισήλθε στο υποκατάστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ στην... είπε στον ταμία του ως άνω υποκαταστήματος Γ, "θα σε στενοχωρήσω λίγο", του πρότεινε απειλητικά το όπλο που έφερε παράνομα και του έδωσε μία νάϋλον σακούλα λέγοντας του "βάλε τα λεφτά μέσα πριν ρίξω στην οθόνη", και έτσι τον εξανάγκασε να του παραδώσει το συνολικό χρηματικό ποσό των 10.450 ευρώ, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι τέλεσε την ως άνω ληστεία διατεινόμενος ότι κατά τον παραπάνω χρόνο βρισκόταν στη ... (" συνόδευε οδηγούς φορτηγών στη ..." , τον ισχυρισμό του δε αυτό επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας υπεράσπισης ..., ο οποίος αναφέρει ότι πήγε (ο κατηγορούμενος) στη ... να τον δει όταν μετέβη στη ... συνοδεύοντας έναν φορτηγατζή. Όσα αναφέρει ο παραπάνω μάρτυρας δεν κρίνονται πειστικά, αφού η μετάβαση και παραμονή του κατηγορουμένου στη ..., κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, δεν προκύπτει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Από το προσκομιζόμενο από τον κατηγορούμενο τιμολόγιο το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το ξενοδοχείο "..." του ..., στις 17/4/2007, δηλαδή 20 περίπου μήνες μετά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, στο οποίο αναφέρεται ότι στο πιο πάνω ξενοδοχείο διανυκτέρευσε από 3/12/2005 μέχρι 17/12/2005 ο "Ξ" δεν μπορεί να εξαχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο ... κατά τον παραπάνω χρόνο. Τα στοιχεία που έχουν αναγραφεί στο ως άνω τιμολόγιο δεν μπορούν να "ερμηνευθούν" ως ανήκοντα στον κατηγορού-μενο, καθόσον ο υπάλληλος του ξενοδοχείου που εξέδωσε το ως άνω παραστατικό θα είχε έγγραφο από το οποίο θα προέκυπταν τα ακριβή στοιχεία του ως άνω πελάτη (διαβατήριο ή ταυτότητα κ.λ.π.) και θα ανέγραφε σωστά τα στοιχεία του και ως εκ τούτου αν ο πελάτης του ξενοδοχείου ήταν ο κατηγορούμενος θα αναγράφονταν σωστά τα στοιχεία του ονοματεπωνύμου του με λατινικά στοιχεία Η μετάφραση του ως άνω ονοματεπωνύμου δεν είναι "Χ", όπως αναφέρεται στη προσαρτημένη στο ως άνω τιμολόγιο μετάφραση αλλά "Ξ" Ανεξάρτητα από τα αμέσως παραπάνω από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος εξήλθε της Ελληνικής Επικράτειας συγκεκρι-μένη ημερομηνία και εισήλθε σ' αυτή συγκεκριμένη ημερομηνία που εμπίπτει στο κρίσιμο ως άνω χρονικό σημείο, ενώ ο ισχυρισμός του ότι συνόδευε οδηγούς φορτηγών στη ... είναι αόριστος. Αν πράγματι "συνόδευε οδηγούς φορτηγών στη ..." θα γνώριζε τα ονοματεπώνυμα αυτών και κυρίως θα είχε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία θα προέκυπτε ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εξήλθε από την Ελλάδα με συγκεκριμένο όχημα που οδηγούσε συγκεκριμένο πρόσωπο, με επιβάτη τον ίδιο και ότι εισήλθε στην Ελλάδα συγκεκριμένη ημερομηνία με συγκεκριμένο όχημα και οδηγό. Συνεπώς, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη ... κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Αντίθετα πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που διέπραξε τη ληστεία σε βάρος της ως άνω Τράπεζας στον ως άνω τόπο και κατά τον ως άνω χρόνο. Το γεγονός ότι οι εξετασθέντες ως μάρτυρες υπάλληλοι της πιο πάνω Τράπεζας δεν αναγνωρίζουν με βεβαιότητα στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον άνθρωπο που διέπραξε την ως άνω ληστεία δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το πρόσωπο του κατηγορουμένου ως δράστη της ως άνω ληστείας και τούτο γιατί ο δράστης φορούσε καπέλο τύπου "τζόκεϋ", σκούρα γιαλιά, είχε μουστάκι και ήταν πιο γεμάτος, ενώ το άτομο που αναγνώρισαν οι παραπάνω μάρτυρες από φωτογραφίες ως το δράστη της ως άνω ληστείας αλλά και εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου δεν έχει μουστάκι και είναι πιο αδύνατος. Ο μάρτυρας Γ (ταμίας του ως άνω υποκαταστήματος) κατέθεσε σχετικώς ότι "ο παρών κατηγορούμενος είχε τον ίδιο σωματότυπο με αυτόν τον τύπο που έκανε τη ληστεία. Δεν μπορώ να αναγνωρίσω με σιγουριά τον κατηγορούμενο, ως τον τύπο που έκανε τη ληστεία στην Τράπεζα...Όπως είπα, από φωτογραφίες που μου έδειξαν στην Ασφάλεια, έδειξα ένα άτομο το οποίο έμοιαζε πολύ με το ληστή της Τράπεζας.", ενώ η διευθύντρια του ως άνω υποκαταστήματος ... κατέθεσε ότι, "... στην Ασφάλεια, μέσα από πολλές φωτογραφίες που μας έδειξαν αναγνωρίσαμε ένα άτομο το οποίο προσομοίαζε με τον ληστή της Τράπεζας... Επίσης την άλλη φορά που τον είδαμε στο Δικαστήριο να περπατάει, είδα ότι έμοιαζε το περπάτημά του με το περπάτημα του ληστή. Σήμερα δεν μπορώ να αναγνωρίσω με βεβαιότητα τον κατηγορούμενο ως το δράστη της ληστείας στην Τράπεζα. Επίσης όταν πήγα στην Ασφάλεια είπα στους αστυνομικούς, όταν μέσα από το τζάμι μου έδειξαν πέντε άτομα, ποιο από τα πέντε άτομα έμοιαζε αρκετά με τον ληστή της Τράπεζας. Το ίδιο άτομο είχα προσομοιάσει και στις φωτογραφίες κάποιων ...". Στοιχείο που ενισχύει την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ως άνω πράξη αποτελεί το ότι από την επισκόπηση των δώδεκα
(12)φωτογραφιών του δράστη της ως άνω ληστείας, που ελήφθησαν από τις κάμερες και το σύστημα ασφαλείας της ως άνω Τράπεζας προκύπτει ότι ο δράστης έχει τον ίδιο σωματότυπο και το ίδιο σχήμα και εν γένει χαρακτηριστικά προσώπου με αυτά του κατηγορουμένου, εκτός από το μουστάκι που δεν έχει ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι πιο αδύνατος από το δράστη της ληστείας. Τα τελευταία αυτά χαρακτηριστικά μπορούν εύκολα να αλλάξουν, όταν μάλιστα από την τέλεση της πράξης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό παρήλθε χρονικό διάστημα 18 και πλέον μηνών. Ενόψει των ως άνω εκτεθέντων πλήρως αποδείχθηκε, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 6/12/2005 και περί ώρα 14.30, α) με σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής εξανάγκασε άλλον να του παραδώσει ξένα ολικά κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα εισήλθε στο υποκατάστημα της Τράπεζας "ΠΕΙΡΑΙΩΣ" στην ... και προτείνοντας απειλητικά στον ταμία της Τράπεζας Γ ένα πιστόλι που έφερε παράνομα, του έδωσε μία νάυλον σακούλα και τον απείλησε λέγοντας "βάλε τα λεφτά μέσα πριν ρίξω καμιά στην οθόνη" και έτσι τον εξανάγκασε να του παραδώσει το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα (10.450) ευρώ, που το ιδιοποιήθηκε παράνομα και β) έφερε όπλο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του νόμου 2168/1993 και ειδικότερα έφερε παράνομα ένα πιστόλι άγνωστης ταυτότητας". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 380 § 1 ΠΚ και 1 παρ. 1 εδ. α', 10 § 1 και 13α του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αιτιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, προς δε πλήρως αιτιολογείτο γιατί το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο του Hotel ... δεν αναφέρετο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ενώ, περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αντιθέσεως των μαρτυρικών καταθέσεων του ... και ..., προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήξει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Με τις λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως οι εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δέκα, Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν την προσβαλ-λόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη, εκ πλαγίου, εφαρμογή του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 17/11 Μαρτίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2135/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 14 Οκτωβρίου 2010 Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ