← Ελλάδα

ΑΠ 1641/2008 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1641 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αιτιολογημένα απέρριψε το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, αφού μνημονεύεται σε αυτήν τόσο ο χρόνος της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή, όσο και ο χρόνος ασκήσεως της ως άνω έφεσης. Αόριστος ο ισχυρισμός ότι ήταν γνωστής διαμονής. Ήταν άγνωστης, αφού αναζητήθηκε και δεν ανευρέθη στη διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαμονής στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση κατοικίας του, ενώ δεν γνωστοποίησε στην Εισαγγελία τη νέα του κατοικία. Εφόσον δεν προβλήθηκε με την έφεση ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης ως αγνώστου διαμονής ήταν άκυρη αλλά το πρώτον ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, το τελευταία δε ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία για αυτό. Αριθμός 1641/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της με αριθμό 5073/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1312/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιούμενου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται, όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στη ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης απόφασης αν ο εκκαλών δεν είχε εμφανισθεί ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη αυτή από συνήγορο, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.Α.Π. 6/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5073/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 1435/23.2.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της το' αριθμ. 100/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε

(5)ετών και τριάντα έξι
(36)μηνών και χρηματική ποινή 218.695.631 δραχμών για υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, χρήση ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερο τέχνασμα. Από την σχετική υπ' αριθμ. 1435/23.2.2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος επί της οδού ...... (...... Αττικής) προκειμένου να αιτιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Την 19.2.07 για πρώτη φορά έλαβα γνώση της σε βάρος μου απόφασης αυτής, αφού ούτε την απόφαση αυτή ούτε την κλήση για το Δ/ριο είχα λάβει, δεδομένου ότι δεν κατοικούσα στη διεύθυνση που κλητεύθηκα σαν αγνώστου διαμονής, αλλά στο ..... Αττικής, οδός ....., στην οποία ελάμβανα και όλα τα έγγραφα, Δ/νση που ήταν γνωστή στις Δημόσιες Υπηρεσίες και έτσι νόμιμα εμπρόθεσμα ασκών την παρούσα έφεση". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Εξάλλου, στην αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη υπόθεση από το έγγραφο, που αναγνώσθηκαν και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριό του, καθώς και την απολογία και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος αποδεικνύονται τ' ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, ερήμην, με την 100/7.1.1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ
(8)ετών και χρηματική ποινή 218.695.631 δρχ., για τις αξιόποινες πράξεις της λαθρεμπορίας, υπεξαγωγής εγγράφων, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρονται ότι τελέσθηκαν, κατ' εξακολούθηση τα έτη 1993 και 1994. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 28.6.1999 ως αγνώστου διαμονής κατά το άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αφού όπως αναφέρεται στο οικείο και με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου Επιμελητή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, ........, ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ...... στο Δήμο Αγίου Δημητρίου Αττικής, αλλά ούτε και κανένα από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ πρόσωπα και η διαμονή του ήταν άγνωστη. Να σημειωθεί ότι, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την προανάκριση ούτε είχε προβεί σε δήλωση της κατοικίας του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ. Η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε είχε δηλωθεί ως τόπος κατοικίας του, με την από 6.10.1997 (αρ. πρ. ......) μηνυτήρια αναφορά του Τελωνείου Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον Δήμαρχο Αγίου Δημητρίου και ειδικότερα στην ορισθείσα υπ' αυτού, για τον πιο πάνω σκοπό, υπάλληλο του Δήμου, Γ1, η οποία αυθημερόν (28.6.1999) επιμελήθηκε της τοιχοκολλήσεως της αποφάσεως στο δημοσιότερο σημείο του Δήμου, ενώ υπέγραψε και τη σχετική έκθεση. Και ναι μεν στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι "....παρέδωσα την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο Αγίου Δημητρίου ή στον αρμόδιο από αυτόν υπάλληλο, Γ1", πλην όμως η διαζευκτική αυτή διατύπωση και η μη διαγραφή των λέξεων "...στον Δήμαρχο" που οφείλεται σε προφανή παραδρομή του δικαστικού Επιμελητή, δεν προκαλεί σύγχυση, όσον αφορά το πρόσωπο που παρέλαβε την απόφαση και την ιδιότητα που ενήργησε και συνακόλουθα, δεν επάγεται ακυρότητα της επίδοσης (πρβλ. ΑΠ 830/01 και 591/1994). Άλλωστε, η ιδιότητα αυτής (Τμηματάρχης - Κλάδος, ΠΕ1 Διοικητικού), αποτυπώνεται, με μηχανική σφραγίδα κάτω από την υπογραφή της στην οικεία έκθεση επιδόσεως και τοιχοκολλήσεως και είναι αναμφίβολο ότι ως εντεταλμένη υπάλληλος παρέλαβε την απόφαση και ενήργησε τα όσα αναφέρονται στην έκθεση. Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω διατυπωθείσα ιδιότητα δεν αφορά προφανώς το Δήμαρχο, αλλά εκείνον που είχε ορισθεί απ' αυτόν, για την παραλαβή των εγγράφων αυτών. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, εγκύρως, στον κατηγορούμενο και η επίδοση αυτή ολοκληρώθηκε στις 28.6.1999 και από τότε άρχισε η διαδρομή της προβλεπόμενης από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω, από την με αρ. πρωτ. 1435/2007 έκθεση της κρινομένης έφεσης, προκύπτει ότι αυτή υποβλήθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 23.2.2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη. Στην έκθεση εφέσεώς του ο εκκαλών υποστηρίζει ότι "στις 19.2.07 για πρώτη φορά έλαβε γνώση της σε βάρος του απόφασης, αφού ούτε την απόφαση, ούτε την κλήση για το Δικαστήριο έλαβε, δεδομένου ότι δεν κατοικούσε στη διεύθυνση που κλητεύθηκε σαν αγνώστου διαμονής, αλλά στο ...., οδός ..... στην οποία ελάμβανε και όλα τα έγγραφα. Διεύθυνση που ήταν γνωστή στις Δημόσιες υπηρεσίες....". Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν είναι πλήρης και ορισμένος, και συνακόλουθα απορριπτέος, καθόσον δεν ισχυρίζεται για την πληρότητά του, για να καταστεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας, ότι η διεύθυνσή του αυτή ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που παράγγειλε την επίδοση. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, εφόσον δεν υπόκειται άλλος λόγος, σαφής και ορισμένος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται για την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, αφού εκτίθενται σ'αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, ήτοι ο χρόνος επιδόσεως και το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και ο χρόνος άσκησης της έφεσης κατ' αυτής. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο κατέστησε την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας τους, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο το δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση (.......), την οποία όμως το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε κατά τα ως άνω αναφερόμενα, εκ περισσού δε εξετάσθηκαν σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρες στο ακροατήριο. Επίσης σημειώνεται, ότι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία για την ακυρότητα της επίδοσης της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιατί από το αποδεικτικό επιδόσεως αυτής δεν προέκυψε ότι αυτή έγινε στο Δήμαρχο Αγίου Δημητρίου ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο, αφού αυτή δεν προβαλλόταν με την έφεση, αλλά προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της εφέσεως. Παρόλα αυτά όμως το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σχετικώς πλήρη αιτιολογία κατά τα ως άνω αναφερόμενα. Επομένως, κατόπιν τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5073/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.