Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1641 / 2009 (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Έγκληση, Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Καταδολίευση δανειστών. Χρόνος έγκλησης. Αιτιολογία απόφασης και ορθή εφαρμογή νόμου από Δικαστήριο της ουσίας. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για μη έγκαιρη - έγκυρη υποβολή έγκλησης, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Αριθμός 1641/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βραχιώτη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3133/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) ... σύζυγο Ψ1 το γένος ... κατοίκους... που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 825/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 29.5.2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3133/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση που δημοσιεύθηκε στις 10.4.2009 με την παρουσία του κατηγορουμένου καταχωρίσθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο στις 21.5.2009, όπως προκύπτει από την από 29.5.2009 σχετική βεβαίωση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Ο Δικαστήριο αυτό προχωρεί στη συζήτηση της κρινόμενης ως άνω αίτησης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καίτοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιόν του κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης αμφότεροι οι πολιτικώς ενάγοντες, ήτοι: 1) ο Ψ1 και 2) η ... σύζυγος Ψ1 παρότι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 10.6.2009 αποδεικτικά επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ρόδου ...(άρθρο 515 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 397 του Π.Κ. "ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του βλάπτοντος, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο ανταλλαγής οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή, σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, υποκειμενικός δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως ενοχής του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχεία, ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 Π.Κ.), αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το μη καταλογισμό της πράξης του στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Ακόμη οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβάλλουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοση τους εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια ή την ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Επομένως, η αιτιολογία αυτή, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται και στην παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης: α) για να προσκομιστούν έγγραφα, κρίσιμα για την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου και β) να κληθεί και εξετασθεί, ως μάρτυρας, ο προκύψας από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσει ή διαψεύσει κρίσιμα για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικά. Προϋπόθεση, όμως, για την υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει σε ένα τέτοιο αίτημα είναι η παραδεκτή προβολή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το Δικαστήριο δεν έχει τέτοιας υποχρέωση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετ' αναίρεση με την υπ' αριθμ. 2672/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου της προηγουμένης υπ'αριθμ. 9036/2007 απόφασής του, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3.133/2009 απόφασή του, απέρριψε χωρίς ειδική αιτιολογία το αίτημα που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου για διακοπή ή αναβολή της δίκης με σκοπό να προσέλθουν οι πολιτικώς ενάγοντες, χωρίς όμως να προσδιορίσει σαφώς και ορισμένως το λόγο της κλήτευσης και προσέλευσης των πολιτικώς εναγόντων (βλ. 3η σελίδα των εν λόγω πρακτικών), περαιτέρω δε όταν ζήτησε ο Προεδρεύων Εφέτης πριν την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας εάν χρειάζεται κάποιος καμμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση σε σχέση με την αποδεικτική διαδικασία, δεν επανέφερε στο Δικαστήριο το ως άνω αίτημά του (βλ. σελίδα 15η των ιδίων πρακτικών) με σαφές περιεχόμενο. Έτσι το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω ασαφούς και αορίστου αιτήματος του κατηγορουμένου και συνεπώς απορρίπτοντας χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία το αίτημα αυτό δεν υπέπεσε σε καμμία πλημμέλεια και ειδικώτερα στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, δηλ, της στέρησης της απόφασης ως προς το μέρος αυτό της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος των εγκαλούντων Ψ1 με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ακινήτου εκμίσθωσε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ1 (εκκαλούντα) ένα ισόγειο κατάστημα, με υπόγειο και τον αύλειο χώρο, που βρίσκεται στο... και στην οδό .... Ο τελευταίος χρησιμοποιούσε το ακίνητο αυτό μέχρι και την 19.7.2001, για την άσκηση επιχείρησης γενικού εμπορίου ευφλέκτων και αναφλέξιμων προϊόντων και υλικών, όπως μπαταρίες, βαρελάκια με ασετόν, φιάλες με αναφλέξιμο περιεχόμενο, με ένδειξη "νεκροκεφαλή" και σήμανση "απαγορεύεται άνω των 20 βαθμών C" κ.λ.π. Στις 19.7.2001 και περί ώρα 00.40' προκλήθηκε μεγάλης έκτασης πυρκαϊά με επαναλαμβόμενες εκρήξεις, από την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς ακίνητο των εγκαλούντων από το υπόλοιπο μέχρι το δώμα του Α' πάνω από το ισόγειο ορόφου. Η πυρκαγιά αυτή όπως προκύπτει από την συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, οφείλεται σε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα που εκδηλώθηκε σε πρόχειρη, παράνομη και επικίνδυνη σύνδεση ενός μικρού δωματίου στον ημιώροφο του παταριού από το δίκτυο του διαμερίσματος του Α' ορόφου μέσω του κλιμακοστασίου, την οποία έκανε ο πρώτος εγκαλών, σε γνώση του πρώτου κατηγορουμένου. Ακολούθως η φωτιά από πτώση των φλεγομένων καλωδίων και μέσω της μεταλλικής περιστροφικής σκάλας μεταφέρθηκε διαδοχικά στους χώρους του ισογείου και του υπογείου, όπου υπήρχαν τα προαναφερόμενα εύφλεκτα και αναφλέξιμα υλικά. Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι η πρόκληση της ζημιογόνου πυρκαϊάς οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα πυρασφαλείας και να εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού και πυρόσβεσης για την αποτροπή και την αντιμετώπιση πυρκαγιάς από οποιαδήποτε αιτία και τον περιορισμό των σχετικών ζημιών, παρά την ύπαρξη στο χώρο του μισθίου πολλών ευφλέκτων και αναφλεξίμων υλικών. Μετά από αυτό οι εγκαλούντες κατέθεσαν στις 2.8.2001, εναντίον του πρώτου κατηγορουμένου, αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μον.Πρωτ.Πειραιώς, το οποίο με την με αριθμό 3782/2002 απόφασή του διέταξε την συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου κατηγορουμένου, για την εξασφάλιση των απαιτήσεων αποζημίωσης των εγκαλούντων, ποσού 97.938 και 103.711 ευρώ, αντίστοιχα. Όμως, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ο πρώτος κατηγορούμενος, αναμένοντας την προβολή απαιτήσεων αποζημιώσεως των εγκαλούντων εναντίον του και με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτών, μεταβίβασε πραγματικά και όχι κατά το φαινόμενο μόνον (εικονικά), με το με αριθμό ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ραΐση, λόγω γονικής παροχής στις κόρες του ... και ... τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, δηλαδή το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται στην... (οδός ...) και την ψιλή κυριότητα ενός αγροκτήματος δέκα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.