← Ελλάδα

ΑΠ 1645/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1645 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια. Περίληψη: Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 1645/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 16/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον X2. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 918/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα

(10)ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Με την παραπάνω διάταξη τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής πρακτικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο. Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, υπό περιστάσεις ιδιαίτερης επικινδυνότητας και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος X2, την 5.12.2003, στη ..... Ιωαννίνων, κατελήφθη από άνδρες του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων να κατέχει 4 κιλά ηρωίνης, μέσα σε 8 δέματα, επιμελώς συσκευασμένη και τοποθετημένη σε ειδική προς τούτο κρύπτη στο μασπιέ του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου του, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος. Την ανωτέρω ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, ο κατηγορούμενος την εισήγαγε από την Αλβανία και την μετέφερε με το ως άνω αυτοκίνητο του με προορισμό την Αθήνα. Μόλις συνελήφθη ο κατηγορούμενος, δέχθηκε να συνεργαστεί με τα αστυνομικά όργανα, προκειμένου να συλληφθούν εκείνοι που θα παραλάμβαναν την εν λόγω ναρκωτική ουσία. Έτσι, την 16.12.2003, συνοδεία της Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Εκεί, παρουσία των παραπάνω αστυνομικών, τηλεφώνησε στη δεύτερη κατηγορουμένη X1 και κανόνισε μ' αυτή να της παραδώσει την ηρωίνη. Ακολούθως, όλοι μαζί, ήτοι ο πρώτος κατηγορούμενος και οι ανωτέρω αστυνομικοί, μετέβησαν στην οικία της δεύτερης κατηγορουμένης. Φθάνοντας στο μέρος αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος εισήλθε εντός της ανωτέρω οικίας και παρέδωσε τα ναρκωτικά στην δεύτερη κατηγορουμένη. Σχεδόν αμέσως επακολούθησε και η είσοδος των αστυνομικών οργάνων, οι οποίοι συνέλαβαν την τελευταία, που είχε πλέον στην κατοχή της την προαναφερόμενη ποσότητα ηρωίνης. Ο πρώτος κατηγορούμενος ομολογεί τις πράξεις του, η δε δεύτερη κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι αυτή δεν έχει καμία σχέση με τα ναρκωτικά, ούτε γνώριζε ότι τα πράγματα που θα της παρέδιδε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ναρκωτικά. Τα ανωτέρω όμως υποστηριζόμενα απ' αυτήν κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, διότι, από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της ο πρώτος κατηγορούμενος, παρουσία των αστυνομικών οργάνων, γινόταν λόγος για την παράδοση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας και φάνηκε από την συνομιλία της αυτή ότι ήταν γνώστης της υποθέσεως και το πρόσωπο που θα παραλάμβανε την ηρωίνη. Την ίδια δε κατονομάζει, ως παραλήπτη των παραπάνω ναρκωτικών, από την στιγμή της συλλήψεως του και ο πρώτος κατηγορούμενος, της οποίας γνώριζε και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της για την κατά τα ανωτέρω επικοινωνία τους. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ο μεν πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων την εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, η δε δεύτερη κατηγορουμένη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες κατηγορούνται, δεδομένου ότι η τελευταία από τη στιγμή της παραδόσεως σ' αυτή της ηρωίνης είχε και τη φυσική εξουσίασή της και θα μπορούσε να τη διαθέσει σε τρίτους, εάν δεν μεσολαβούσε το γεγονός της συλλήψεως της, απορριπτόμενου ως αβασίμου του επικουρικού ισχυρισμού της ότι η τελεσθείσα απ' αυτή αξιόποινη πράξη, φέρει το χαρακτήρα της απλής συνέργειας στην πράξη της κατοχής που τελέστηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού δεν αποδείχτηκε ότι τελικός παραλήπτης των ναρκωτικών θα ήταν ο κατονομαζόμενος απ' αυτή ομοεθνής της ..... και ότι εκείνη με την παραλαβή αυτών (ναρκωτικών) απλώς διευκόλυνε τον ως άνω κατηγορούμενο σε τρόπο ώστε να περιέλθει η εν λόγω ναρκωτική ουσία στα χέρια του ως άνω παραλήπτη". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Πλήρως επίσης αιτιολογείται και η απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί απλής συνέργειας (και όχι συναυτουργίας της/ και περί συνδρομής και άλλης ελαφρυντικής περίστασης, πέραν εκείνης που της αναγνωρίστηκε, και αυτό ανεξάρτητα από την αόριστη διατύπωση του δεύτερου ισχυρισμού. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2007 αίτηση της X1 για αναίρεση της αποφάσεως 16/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.