← Ελλάδα

ΑΠ 1647/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απόφαση παρεμπίπτουσα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1647 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απόφαση παρεμπίπτουσα. Περίληψη: Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Δέχεται την αναίρεση και παραπέμπει. Αριθμός 1647/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Στ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μπέλτσιο, περί αναιρέσεως της 203/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 13 Μαρτίου 2008 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά τη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 349, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, μέχρι μεν την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά δε την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφαση του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, στα οποία είναι ενσωματωμένη και η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα Χ, κατά την έναρξη συζητήσεως της υποθέσεως της ενώπιον του Πενταμελούς εφετείου Πειραιώς, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, προέβαλε το ακόλουθο αίτημα: "Ζητάω αναβολή, διότι ο συνήγορος μου Α, που τον είχα στην προδικασία, σήμερα υπερασπίζεται πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να έρθει σήμερα στο παρόν δικαστήριο και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας η Β". Συγχρόνως προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 22.5.2007 βεβαίωση του ανωτέρω δικηγόρου, την από 21.5.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως της έδρας του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών ... και την από 22.5.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως της έδρας του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ..., οι οποίες αναγνώσθηκαν. Ακολούθως εξετάσθηκε η προταθείσα από την αναιρεσείουσα μάρτυς Β, δικηγόρος Αθηνών, η οποία κατέθεσε ενόρκως τα ακόλουθα: "Είμαι συνεργάτης του Α. Έχει ξεκινήσει δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών από τις 14.5.2007 και συνεχίζεται σήμερα, επίσης σήμερα ξεκίνησε άλλο Δικαστήριο στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, που εισάγεται σήμερα μετά από δύο αναβολές. Για το λόγο αυτό ζητά αναβολή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης". Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε το παραπάνω αίτημα της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι "Από την κατάθεση της μάρτυρος Β, που εξετάστηκε στο ακροατήριο και από τις προσκομιζόμενες από την κατηγορουμένη έγγραφες βεβαιώσεις, που αναγνωστηκαν, προκύπτει ότι η εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, στις 14.5.2007, ήταν γνωστή για την πολυπλοκότητά της και το χρονοβόρο της διαδικασίας στον ανωτέρω συνήγορο της κατηγορουμένης και κατ' επέκταση και στην ίδια. Επίσης, στον ανωτέρω συνήγορο, αλλά και κατ' επέκταση και στην τελευταία -κατηγορουμένη ήταν γνωστή και η εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κατά τη σημερινή ημέρα και ότι αυτή παρουσίαζε τα επικαλούμενα προβλήματα και είχε επανειλημμένως αναβληθεί. Παρά ταύτα, όμως, η κατηγορουμένη, αποσκοπώντας την παρέλκυση της προκειμένης δίκης, που έχει ως αντικείμενο εκδίκαση αδικήματος (πλαστογραφία μετά χρήσεως σε βαθμό πλημμελήματος), που διαπράχθηκε στις 16, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2002, παρέλειψε να διορίσει άλλο συνήγορο υπεράσπισης, που να μην αντιμετωπίζει τα ως άνω προβλήματα, που ήδη αντιμετωπίζει ο επικαλούμενος από αυτήν συνήγορος της Α. Άλλωστε, είχε τη δυνατότητα να επιμεληθεί για τον διορισμό άλλου συνηγόρου για την υπεράσπιση της, δεδομένου ότι από την αρχική της κλήτευση (6.2.2006) έως σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα 16 περίπου μηνών, ήτοι αρκετό για να φροντίσει για την αναπλήρωση του. Υπόψη ότι κατ' αίτηση της είχε και πάλι αναβληθεί στη δικάσιμο της 6.2.2006 για τη σημερινή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ (βλ. σχ. την υπ' αριθ. 251/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού). Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απουσία του κατά την επίκληση της κατηγορουμένης διορισμένου δικηγόρου, δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, ενόψει της δυνατότητας αναπληρώσεώς του. Πρέπει να επισημανθεί, ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η κατηγορουμένη είχε και πάλι επιδείξει παρελκυστική συμπεριφορά, στο οποίο υπόψη δεν είχε διορίσει τον ανωτέρω δικηγόρο Α. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης περί αναβολής της δίκης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του παραπάνω αιτήματος, οι συλλογισμοί, (με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι το κώλυμα του δικηγόρου της αναιρεσείουσας ήταν γνωστό στην ίδια πολλές ημέρες πριν την έναρξη της συγκεκριμένης δίκης και ήταν σε θέση αυτή να αναθέσει την υπεράσπιση της σε άλλο δικηγόρο και ότι είχε επιδείξει η ίδια παρελκυστική συμπεριφορά και κατά την εκδίκαση της αυτής υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, δεν καθίσταται σαφές, αν το εφετείο δέχθηκε ή όχι ότι το προβληθέν από την αναιρεσείουσα κώλυμα του μοναδικού συνηγόρου υπερασπίσεως της ήταν πραγματικό (υπαρκτό) και παρεμπόδιζε την εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου προς υπεράσπιση της, κατά τη συγκεκριμένη συνεδρίαση, δεδομένου ότι η επιλογή του προσώπου του συνηγόρου αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου. Το γεγονός δε ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει και άλλη αναβολή για την ίδια υπόθεση δεν αποτελεί λόγο απορρίψεως του νέου αιτήματος αναβολής, η επίκληση δε και του γεγονότος αυτού από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής της αναιρεσείουσας. Μετά όμως την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί στη συνέχεια και η καταδικαστική για την αναιρεσείουσα απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, διότι το τελευταίο, προχωρώντας στην εκδίκαση της υποθέσεως και την έκδοση της κύριας προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να έχει αιτιολογήσει επαρκώς την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής της δίκης, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, κατά τον επίσης βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως (οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, κύριων και πρόσθετων). Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείο Πειραιώς. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου
  2. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου
  3. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.