γ) "Κατά παρέκκλισιν των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ο συντελεστής δομήσεως των οικοπέδων επιφανείας μικροτέρας των 300 τμ ορίζεται ως ακολούθως: Δια τα οικόπεδα επιφανείας μικροτέρας η ίσης των 100 τμ συντελεστής δομήσεως 1,60. Δια τα οικόπεδα επιφανείας μικροτέρας ή ίσης των 300τμ συντελεστής δομήσεως 1,20 δυναμένης εν πάση περιπτώσει της συνολικής επιφανείας των ορόφων να μην είναι μικροτέρας των 160τμ. Δια τα οικόπεδα επιφανείας μικροτέρας ή ίσης των 300τμ συντελεστής δομήσεως ορίζεται εις 1,0 δυναμένης εν πάση περιπτώσει της συνολικής επιφανείας των ορόφων να μην είναι μικροτέρας των 240τμ" (
Με το ΠΔ της 19/28.8.81 αντικ. η παρ 1 του αρθρ 4 του από 2/13-3-1981 Π.Δ/τος και θεωρήθηκαν επί πλέον άρτια και οικοδομήσιμα "ειδικώς οικόπεδα κείμενα εντός οικισμών απομεμακρυσμένων εκ των αστικών κέντρων (ορεινών δυσπρόσιτων κλπ) μη εμφανιζόντων έντονον ανάπτυξιν και εχόντων κατά την τελευταίαν απογραφήν πραγματικόν πληθυσμόν κάτω των 800 κατοίκων, εφ' όσον έχουν εμβαδόν 500 τμ και πρόσωπον επί υφισταμένου κοινοχρήστου χώρου" με την προϋπόθεση ορισμού του οικισμού κατά τη διαδικασία του ιδίου άρθρου (άρθρο 1 §β ΠΔ 19/28.8.81.). Επίσης αντικ το αρθρ 7§1 του αυτού από 2/13.3.1981 ΠΔ και ορίστηκε ότι "δια κατοικίαν και λοιπάς χρήσεις ισχύουν τα εξής Επί οικοπέδου επιφανείας μέχρι των 2000τμ η συνολική επιφάνεια των ανεγερθησομένων ορόφων δεν δύναται να υπερβαίνει τα 400τμ. Εν πάση περιπτώσει η ως άνω συνολική επιφάνεια δύναται να μην είναι μικρότερα των 300τμ". Κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και των διατάξεων του Ν. 1577 της 12/18 Δεκ. 1985 (ΓΟΚ) το ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση και με τα δύο εμβαδά είτε των 276,13 τμ ή είτε των 269,79 τμ (άρθρ 4§3 του ΠΔ της 2/13-3-81), εφόσον είχε είτε το ένα είτε το άλλο εμβαδό την 2-7-1968 και με τη διαφοροποίηση του εμβαδού του δεν μεταπίπτει σε κάποια από τις ως άνω κατηγορίες ως προς τον συντελεστή δόμησης και τη συνολική επιφάνεια των ορόφων. Έχει συντελεστή δόμησης 1,0 και μπορούσαν να ανεγερθούν κτίσματα μεγίστης επιτρεπόμενης συνολικής δόμησης έως 240τμ (
εδ τελευταίο του ως άνω Προεδρικού διατάγματος) με μεγίστη επιτρεπόμενη κάλυψη του οικοπέδου (60%) της επιφανείας ήτοι 165,68 τμ στην πρώτη περίπτωση και 161,87 τμ στη δεύτερη ενώ οι καλυμμένες βεράντες σε πλάτος 2,50 μ και βάθος μικρότερο ή ίσο με το πλάτος δεν προσμετρώνται στο συντελεστή δόμησης με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για εξώστες και ημιυπαίθριους χώρους συνολικής επιφανείας έως 40% αυτής που επιτρέπεται να δομηθεί συνολικά και σε περίπτωση προσθήκης κτιρίου στη συνολική επιφάνεια που προκύπτει από το σ.δ δεν υπολογίζεται η επιφάνεια τους έως 40% της επιφανείας που αντιστοιχεί στην προσθήκη και δεν προσμετράται στην κάλυψη (αρθρ 7§1Βε, 1§2 και 8§3 ΓΟΚ). Στην συγκεκριμένη περίπτωση η δόμηση επί του ακινήτου της πρώτης κατηγορούμενης ανέρχεται σε 206,283 τμ και η κάλυψη σε 122,15 τμ με καλυμμένες βεράντες 36,18τμ μικρότερο του 40% της επιφανείας των προσθηκών (141,665 χ 40% = 56,66). Συνεπώς η αιτούμενη κάλυψη του οικοπέδου υπολείπεται και στις δυο διαφορετικές εμβαδομετρήσεις κατά 43,53 τμ και 30,72 τμ αντίστοιχα της μεγίστης επιτρεπόμενης (276,13 τμ χ 60% = 165,68 τμ ή 269,79 τμ χ 60% = 161,87με πραγματοποιούμενη 122,15) η δε αιτομένη συνολική δόμηση κατά 33,717 τμ (240 τμ-206, 2β3) της μεγίστης επιτρεπόμενης, πράγμα που δηλώνει ότι η διαφοροποίηση του εμβαδού του οικοπέδου μεταξύ των δυο τοπογραφικών διαγραμμάτων δεν εξυπηρετούσε στην αύξηση της προς δόμηση επιφάνειας και επομένως δεν δημιουργείται σχετικό δικαίωμα υπέρ της πρώτης κατηγορούμενης ούτε επιβάρυνση σε βάρος του ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος. Ομοίως και για το όμορο οικόπεδο του πολιτικώς ενάγοντος δεν επηρεάζεται η αρτιότητα και η δόμηση με τυχόν διαφοροποίηση του εμβαδού του από κατάληψη του καθόσον τα διαφορετικού εμβαδού τοπογραφικά διαγράμματα (1005 τμ 1980, 941 τμ 1996 και 996 το 2002) γι' αυτό το οικόπεδο πληρούν τους όρους της αρτιότητας κατά παρέκκλιση (αρθρ. 4§2 εδ. α ΠΔ2/13-3-81) ή κατά κανόνα (αρθρ. 1§1εδ β ΠΔ της 19/28.8.81) με ελάχιστο εμβαδόν 300 τμ ή 500 τμ αντίστοιχα και με συντελεστή δόμησης 0,80 και μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 400 τμ (άρθρ. 7§1 εδ γ ΠΔ2 /13-3-81 ή αρθρ 2§1 εδ γ ΠΔ της 19/28-8-81) και με υπάρχουσα δόμηση 99,16 τμ (49,58 χ 2 ορόφους) ακόμη και μετά την αίτηση για προσθήκη και επέκταση 30,61 τμ η συνολική δόμηση θα έφθανε τα 129,77 τμ η δε υπολειπόμενη σε κάθε περίπτωση θα ήταν 270,23 τμ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα από μηνός Ιουνίου 1996 αποτυπώθηκε η εδαφική λωρίδα όπου ασκείται η δουλεία σε πλάτος που δεν ανταποκρίνεται στο πλάτος της εδαφικής έκτασης του 1,50 μ αλλά αυτή εμφανίζεται με αρχικό πλάτος 5 μ, μεταξύ του τοίχου της οικίας και των ελαιοδέντρων που φύονται σε απόσταση 5 μ απ' αυτήν 1,60 μ κατά την πορεία της όπου υπάρχει παλαιά λιθιά και 2,40 μ στην απόληξη της στην δε από 30-11-1996 τεχνική έκθεση της δεύτερης κατηγορουμένης αναφέρεται ότι η υψομετρική διαφορά μεταξύ της δημοτικής οδού και της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης είναι 1,80 μ και ως εκ τούτου η κατασκευή εισόδου από τη δημοτική οδό δεν είναι τεχνικά και λειτουργικά δυνατή ενώ η υψομετρική διαφορά είναι 1,07 μ. Τα παραπάνω γεγονότα είναι ψευδή διότι το πλάτος της διόδου ήταν πάντα 1,50 μ και σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο της οικίας του πολιτικώς ενάγοντος ουδέποτε δε ασκήθηκε η δουλεία δια μέσου μεγαλύτερης εδαφικής λωρίδας στην έκταση που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα, όπως ισχυριζόταν η πρώτη κατηγορουμένη κατά τη σχετική με την απόσβεση της δουλείας δίκη, εξυπηρετήθηκαν δε μ' αυτή οι ανάγκες του ακινήτου δηλ. μιας μικρής οικίας για τη διέλευση των ενοίκων της σε συνθήκες διαφορετικές από τις σύγχρονες ανάγκες του ακινήτου επειδή όπως κτίσθηκαν προ του 1923 οι οικίες δεν υπήρχε άλλη διέξοδος για το δεσπόζον ακίνητο, αφού ο νότιος τοίχος της οικίας του γειτνίαζε με άλλο ακίνητο και όχι με κοινόχρηστο χώρο. Ήδη όμως το ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης απέκτησε πρόσωπο σε Κοινόχρηστο χώρο και με την οικοδομική άδεια που χορηγήθηκε εγκρίθηκε η ανοικοδόμηση του ακινήτου με κτίσματα συνολικού εμβαδού 206,283 τμ έναντι των 64,62 τμ της παλαιάς οικίας κυρίως δε προβλέφθηκε η ανοικοδόμηση ανωγείου ορόφου πάνω από τη παλαιά οικία με εκτεταμένες εργασίες που θα αλλάξουν τη μορφή της οικίας στην πλευρά αυτή με την ανύψωση της μέχρι το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των 10μ. Συγκεκριμένα οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν για την ανέγερση ορόφου όπως περιγράφονται στην από 20-12-2000 αγωγή αποζημίωσης που άσκησε η πρώτη κατηγορουμένη κατά του πολιτικώς ενάγοντος είναι μεταξύ άλλων η καθαίρεση του συνόλου της στέγης, κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα εξώστη στην αυλή, πλάκας οροφής ισογείου φέρουσας εξωτερικής τοιχοποιίας υπερύψωση νέων αετωμάτων ενίσχυση με περιμετρικά διαζώματα, κατασκευή εσωτερικής τοιχοποιίας, νέα στέγη κλπ δηλ. ότι απαιτείται για την ανέγερση μιας σύγχρονης κατοικίας με διαφορετική όψη από την παλαιά οικία ενώ και τα λοιπά οικοδομήματα που νομιμοποιήθηκαν είναι νέας κατασκευής και εν γένει τα κτίσματα σε σχέση με την παλαιά οικία είναι παντελώς διάφορα. Η κατηγορουμένη είχε πραγματικό ενδιαφέρον να ανοικοδομήσει την ανώγειο οικία όπως εκθέτει και στην ως άνω αγωγή αποζημίωσης ζητώντας να της επιδικαστεί αποζημίωση λόγω της καθυστέρησης που προκάλεσε η εναντίωση του πολιτικώς ενάγοντος στην οικοδομική άδεια. Ενόψει αυτών το ακίνητο προκειμένου να εκδοθεί η οικοδομική άδεια έπρεπε να εμφανίζεται αφενός μεν ότι έχει την αναγκαία από άποψη λειτουργικότητας δίοδο για την προσπέλαση προς αυτό αφετέρου δε ότι υπήρχε η αδυναμία κατασκευής εισόδου από τον κοινόχρηστο χώρο, λόγω της εμφαινόμενης υψομετρικής διαφοράς και κατά συνέπεια της δυσχέρειας προς κατασκευή εισόδου και για το λόγο αυτό εμφανίσθηκε η δίοδος σε μεγαλύτερο πλάτος και η υψομετρική διαφορά σε σχέση με τη στάθμη της οδού, μεγαλύτερη της υπάρχουσας, ώστε να ληφθούν υπόψη των αρμοδίων υπαλλήλων αυτά τα στοιχεία ως δεδομένα για να εκδώσουν την οικοδομική άδεια, διότι σε διαφορετική περίπτωση εάν αποτυπωνόταν το πλάτος της διόδου σε 1,50 μ και η υψομετρική διαφορά σε 1,07 μ θα κρινόταν διαφορετικά η έκδοση της άδειας της πρώτης κατηγορουμένης σε συνάρτηση με την υπό έκδοση άδεια του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία όπως θα εξηγηθεί πιο κάτω, παρέμενε εκκρεμής, διότι η έκδοση της μιας άδειας απέκλεισε την έκδοση της άλλης. Σε παρόμοιες περιπτώσεις όταν τα ακίνητα εξυπηρετούνται από δουλεία διόδου και τίθεται ζήτημα έκδοσης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση κτισμάτων κατά τη συνήθη πρακτική που τηρείται από την Πολεοδομία, ερευνάται ως προϋπόθεση η άσκηση δουλείας επί εδαφικής λωρίδας 1,80 μ, όπως σχετικά καταθέτει ο μάρτυρας υπεράσπισης Μ2 εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου. Δηλ. η καταλληλότητα της διόδου για την προσπέλαση στα κτίρια δεν μπορεί να είναι αυτή των περασμένων δεκαετιών χωρίς βέβαια να είναι απαγορευτική η έκδοση άδειας και για δίοδο πλάτους 1,5 μ όταν όμως είναι αδύνατο να υπάρξει άλλος τρόπος επικοινωνίας ή τυχόν ιδιάζουσα περίπτωση αδυναμίας εξασφάλισης άλλης διόδου. Άλλωστε η άσκηση της δουλείας στο πλάτος του 1,50 μ σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο της όμορης οικίας καθιστά στις σύγχρονες συνθήκες αναποτελεσματική την εξυπηρέτηση του ακινήτου διότι πλείστες ανάγκες του ακινήτου ικανοποιούνται με δυσχέρεια (διέλευση από την αυλή της όμορης οικίας σε επαφή με την θύρα και τα παράθυρα της, διέλευση κατά τις νυκτερινές ώρες, προσέγγιση στην οικία ασθενοφόρων, άλλες έκτακτες ανάγκες πυρκαγιά μεταφορές πραγμάτων, εφοδιασμός της οικίας, διέλευση πολλών ανθρώπων σε περίπτωσης κοινωνικών εκδηλώσεων, μεταφορά υλικών για την ανοικοδόμηση κλπ). Στο τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώθηκε η δουλεία στο μεγαλύτερο πλάτος που καταλάμβανε τον προαύλιο χώρο της όμορης οικίας, εκτός βέβαια από το σημείο που η υπάρχουσα παλαιά λιθιά (όπου κάμπτει) δεν επέτρεπε αυτό, διότι έτσι θα ελεγχόταν η καταλληλότητα της σε σχέση με τις ως άνω ανάγκες των νέων οικιών, γεγονότα που, προφανώς .αντιλαμβανόταν η πρώτη κατηγορουμένη και γι 'αυτό υπέδειξε να αποτυπωθεί η δουλεία σε τέτοιο πλάτος, μετέπειτα δε στην δίκη για την απόσβεση ισχυρίσθηκε, όπως καταθέτει απολογούμενη στο δικαστήριο ότι η πραγματική δουλεία διόδου ασκείτο από το μέσον της απόστασης μεταξύ του τοίχου και των ελαιοδένδρων σε λωρίδα πλάτος 2,00 επί μήκους 10μ στη συνέχεια κυμαινόμενο πλάτος 1,60 έως 2,00μ, μήκους 7μ. Όμως η δουλεία που αποκτήθηκε με χρησικτησία ασκείτο επί λωρίδας 1,50 περιμετρικά της οικίας και σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο του δουλεύοντος ακινήτου. Η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε την ύπαρξη της δουλείας αυτής διότι η μητέρα της που διέμενε στο ακίνητο της είχε υποδείξει τα στοιχεία αυτά ενώ ο μάρτυρας της ανταπόδειξης στη δίκη της απόσβεσης της δουλείας ... κατέθεσε ότι η δουλεία διέτρεχε το δουλεύον σε απόσταση 1 με 1,5 μ περίπου (από τον τοίχο) κρίθηκε δε αμετάκλητα ότι η πραγματική δουλεία ασκείτο επί της εδαφικής λωρίδας των 1,5 μ σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο. Έτσι τόσο στο τοπογραφικό όσο και στην τεχνική έκθεση, η οποία άλλωστε ταυτίζεται ως προς την υψομετρική διαφορά και με το ύψος των τοπογραφικών διαγραμμάτων τομών, αποτυπώθηκαν τα ψευδή στοιχεία, προκειμένου να κριθεί η μοναδικότητα της διόδου για το ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης, υπό την έννοια ότι υφίσταται η μόνη κατάλληλη για την οικοδομησιμότητα του ακινήτου δίοδος επειδή είναι παντεντελώς αδύνατη η διάνοιξη εισόδου από τη δημοτική οδό, λόγω του απαγορευτικού ύψους. Τα ψευδή αυτά περιστατικά καθιστούσαν άφευκτη την ανάγκη του ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης, λόγω στέρησης άλλης διόδου καθώς και της δυνατότητας κατασκευής της ώστε να εξυπηρετείται η διέλευση από την υφιστάμενη δίοδο που εμφανιζόταν μεγαλύτερη κατά το πλάτος της και μοναδική για το υπό νομιμοποίηση και ανοικοδόμηση ακίνητο. Η κατασκευή εισόδου από το πρόσωπο της παλαιάς οικίας είναι βέβαια σε σημαντικό βαθμό δυσχερής διότι η στάθμη του οδοστρώματος, η οποία έχει ανυψωθεί κατά τα τελευταία έτη με υλικά οδοστρωσίας, για να καταστεί βατή και προσπελάσιμη από ανθρώπους και οχήματα, δεν μπορεί να καταβιβασθεί, αφού δεν υπάρχει συναίνεση των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων και επιπλέον απαιτείται τέτοιας έκτασης τεχνικό έργο που μόνο ο Δήμος θα μπορούσε να εκτελέσει και όχι ιδιώτες, ενώ υπάρχει και τάφρος απορροής των ομβρίων, αναγκαία για τη διοχέτευση τους και θα ήταν αδύνατη στη σημερινή κατάσταση της οικίας, λόγω του χαμηλού ύψους της σε σχέση με την όμορη οικοδομή ιδιοκτησία ... όπου έχει γίνει διάνοιξη θύρας με κατασκευή εσωτερικών σκαλοπατιών, καθόσον η διάνοιξη καθ' ύψος του παραθύρου του καθιστικού ως θύρας εισόδου δεν είναι κατασκευαστικά δυνατή με το σημερινό ύψος της οικίας. Όμως με την προβλεπόμενη ανοικοδόμηση του ανωγείου ορόφου της οικοδομής της πρώτης κατηγορουμένης που εγκρίθηκε με την ...οικοδομική άδεια και τις σχετικές εργασίες που θα επεκταθούν στο ισόγειο δεν αποκλείεται η δυνατότητα αυτή ούτε τεχνικά ούτε από δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη ενόψει των σημαντικών χρηματικών ποσών που έχουν δαπανηθεί άνω των 15.000.000 το έτος 1996 και θα δαπανηθούν από την πρώτη κατηγορούμενη για την κατασκευή των οικιών συνολικού εμβαδού 206,283 τμ και της μικρής θυσίας που θα υποστεί το ακίνητο, για την κατασκευή μιας σύγχρονης και λειτουργικά προσπελάσιμης εισόδου έναντι της θυσίας του όμορου ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος, το οποίο άλλως δεν μπορεί να ανοικοδομηθεί με την επέκταση του ισογείου του. Πιο συγκεκριμένα η πράγματι υπάρχουσα υψομετρική διαφορά του 1,07μ καταμετρήθηκε και αιτιολογείται στην από 8-9-99 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε η Μ3 που διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας από το ΤΕΕ/ΤΚ μετά από σχετική αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος και μετά από μετρήσεις που έγιναν αναλυτικά και περιγράφονται στο συνημμένο στην έκθεση διάγραμμα κατέληξε ότι η ποδιά του παραθύρου του καθιστικού (αριστερού) από την υψομετρική αποτύπωση έχει υψόμετρο 100,62μ ενώ το οδόστρωμα μπροστά απ' αυτό είναι 100,59, δηλαδή υπάρχει υψομετρική διαφορά 0,03 μ και εσωτερικά στο σπίτι η ποδιά του παραθύρου βρίσκεται σε ύψος 1,10μ από το δάπεδο της οικίας δηλαδή το δάπεδο της οικίας της πρώτης κατηγορουμένης βρίσκεται 1,07 κάτω από τη στάθμη της δημοτικής οδού με εξωτερικό τοίχο πάχους 0,85μ. Εξάλλου στο ίδιο ύψος μετρήθηκε η απόσταση (1,07) μετά από αυτοψία από τον εισηγητή της υπ'αριθμ 1/2003 απόφασης του Πειθαρχικού συμβουλίου του ΤΕΕ με την οποία τιμωρήθηκε η δεύτερη κατηγορουμένη Μηχανικός για πειθαρχικό παράπτωμα με την αιτιολογία ότι το Πειθαρχικό συμβούλιο διαπίστωσε ότι η αναφερόμενη στην από 30-11-96 έκθεση υψομετρική διαφορά του 1,80μ είναι σαφώς μικρότερη από την πραγματική που διαπιστώθηκε από πραγματογνωμοσύνη του Τεχνικού Επιμελητηρίου (1,07) μ αλλά και από τον Εισηγητή κατά την αυτοψία του και άρα η κατασκευή εισόδου από το δρόμο αυτό προς την οικία της Χ2 (πρώτη κατηγορούμενη) δεν είναι τεχνικά και λειτουργικά αδύνατη ούτε απαγορεύεται από την ισχύουσα Πολεοδομική Νομοθεσία. Από τη χρήση του εγγράφου αυτού το οποίο αφορά πειθαρχική και όχι ποινική καταδίκη της δεύτερης κατηγορουμένης, που αναγνώσθηκε ως αναφερόμενο στην υπ'αριθμ 1309/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου δεν επέρχεται προσβολή των ευαίσθητων δεδομένων της δεύτερης κατηγορουμένης στις κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 περ β και 7 παρ2 περ γ του Ν 2472/1997 διότι δεν εμπίπτει στην προστασία του ως άνω νόμου και είναι αναγκαίο για την υπεράσπιση του δικαιώματος του πολιτικώς ενάγοντος (ΑΠ 1445/2005 Ποιν.Λογ2002, 584 , ΕφΑ94/2004 Πχρ.ΝΓ, 59 ΑΠΔΠΥ 75, 110, 116/2001). Περαιτέρω, η κατασκευή εισόδου μπορεί να απαιτήσει και την κατασκευή μικρής εσωτερικής μικρής κλίμακας για την κάλυψη του ύψους του 1,07μ κυρίως όμως, η ανύψωση της οικίας λόγω του επικλινούς του εδάφους μέχρι τα δέκα μέτρα επιτρέπει την διάνοιξη θύρας εισόδου. Στα σχέδια των διαγραμμάτων των τομών της οικοδομής (πρόσωπο) η στάθμη του περβαζιού του παραθύρου [δεξιού] αποτυπώνεται σε απόσταση 0,80 [1,90-1,10] από το επίπεδο του δρόμου δηλ. η απόσταση του παραθύρου αυτού αποτυπώθηκε από το δάπεδο σε ύψος 1,90 μ. [0,80 + 1,10] Το παράθυρο αυτό, βρίσκεται κάπως ψηλότερα μέχρι το 1,10μ όχι όμως 1,80μ διότι ο δρόμος ανηφορίζει όμως και το αριστερό παράθυρο αποτυπώνεται σε παρόμοια απόσταση από τη στάθμη της οδού η οποία κατά τη μέτρηση από την Μ3 βρέθηκε μόνο 0,03μ τα δε παράθυρα με την προβλεπόμενη κατασκευή φαίνονται να βρίσκονται ψηλότερα της οδού, δηλ σε ανάλογη με το συνολικό ύψος της οικοδομής θέση που επιτρέπει τη διάνοιξη της θύρας εισόδου σε ένα παράθυρο μετά την ανύψωση της οικίας με την προσθήκη ορόφου ενώ στα ίδια σχέδια αποτυπώνεται το συνολικό ύψος της οικοδομής κατά την ανέγερση της το οποίο φθάνει τα 10 μέτρα λόγω του επικλινούς του εδάφους. Η κατασκευή αυτή θα επιφέρει αλλαγή της εσωτερικής διαρρύθμισης της παλαιάς οικίας η οποία αν επρόκειτο να εξυπηρετήσει μόνο την ισόγειο οικία είναι μικρή σε περίπτωση που η οικία παρέμενε με τις παλαιές διαστάσεις της. Η μεγαλύτερη θυσία, που επικαλείται η πρώτη κατηγορουμένη ότι υπάρχει, επέρχεται ως συνέπεια της ανέγερσης αυτοτελούς από άποψη δόμησης ορόφου η διέλευση προς τον οποίο δεν συνάγεται ότι αποτελεί περιεχόμενο της δουλείας διότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης του ακινήτου που καθορίζουν την ύπαρξη και την έκταση της υφιστάμενης δουλειάς, κρινόμενης κατά το άρθρο 1124 ΑΚ ανάγονται στον χρόνο σύστασης και σε περίπτωση σύστασης με έκτακτη χρησικτησία στο χρόνο έναρξης της οιονεί νομής διάνοια δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου έτσι ώστε όταν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τις νέες ανάγκες του ακινήτου αυτές δεν περιλαμβάνονται στο εμπράγματο δικαίωμα του κυρίου του δεσπόζοντος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όταν άρχισε η οιονεί νομή των απώτερων δικαιοπάροχων της αιτούσας η διέλευση γινόταν επί της εδαφικής λωρίδας του 1,50μ και έτσι συνεχίσθηκε. Όμως η διαρρύθμιση του ακινήτου της για τη δημιουργία εισόδου (διαδρόμου κλπ) ταυτόχρονα και για τον όροφο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θυσία έναντι της κατάργησης της δουλείας για τη δημιουργία εισόδου για το ισόγειο κτίσμα και για όσα από τα οικοδομήματα της επέκτασης λειτουργούν ως συνεχόμενα της οικίας και όχι αυτοτελώς. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων, είχε υποβάλει την ως άνω υπ'αριθμ.... αίτηση του για την έκδοση δικής του οικοδομικής αδείας, η οποία εκτός άλλων αφορούσε και την επέκταση του ισογείου της οικοδομής με συνεχόμενο κτίσμα, εμβαδού 30,61 τμ για να δημιουργηθούν οι απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι (τουαλέτα και αποθήκη) καθώς και ένα υπνοδωμάτιο στο ισόγειο και επί της οροφής βεράντα στον όροφο, το οποίο δεν μπορούσε να κατασκευασθεί εάν δεν καταργείτο η δουλεία κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 1577/85 [ΓΟΚ], για την εφαρμογή της οποίας προϋπόθεση συνιστά η έκδοση νόμιμης οικοδομικής αδείας στο δουλεύον για κατασκευές που καθιστούν αδύνατη εν όλω η εν μέρει την άσκηση της δουλείας, εφ' όσον η δουλεία δεν είναι μοναδική. Με το αίτημα αυτό επανήλθε πολλές φορές πλην όμως δεν του χορηγείτο η άδεια λόγω της υπάρχουσας δουλείας διόδου. Η αρμόδια για τον έλεγχο των προϋποθέσεων και τη χορήγηση της οικοδομικής αδείας, αρχή σε περίπτωση αμφισβήτησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων κάνει παρεμπίπτοντα έλεγχο και ενεργεί σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτού ενώ η τελική κρίση γίνεται από τα πολιτικά δικαστήρια κατά το υπ' αριθμ. ... έγγραφο της Δ/νσης Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η Γεν.Δ/νση Πολεοδομίας (Διεύθυνση Ο.Κ.Κ) με το υπ' αριθμ.... έγγραφο της εξέφρασε την άποψη ότι στην περίπτωση που υπάρχει η δυνατότητα εισόδου από την ίδια ιδιοκτησία υπέρ της οποίας έχει συσταθεί η δουλεία δεν νοείται η διατήρηση της δουλείας σε όμορο αυτοτελές και ανεξάρτητο ακίνητο και αυτό ανεξάρτητα από τα όποια λειτουργικά εμπόδια υπάρχουν από κτίσματα της ίδιας ιδιοκτησίας για τη δημιουργία διόδου κατά το άρθρ 25 παρ. 1.ΓΟΚ. Επίσης η Δ/νση Νομοθετικού Έργου του ΥΠΕΧΩΔΕ με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της εξέφρασε την άποψη ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία μπορεί να πρέπει να κρίνει το πραγματικό θέμα του αν η δουλεία διόδου αποτελεί ή όχι τη μοναδική δίοδο του οικοπέδου σε κοινόχρηστο χώρο. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση για τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της διοίκησης που έγινε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος, λήφθηκαν υπόψη τα ψευδή στοιχεία για το πλάτος της δουλείας και την αδυναμία κατασκευής εισόδου λόγω της υψομετρικής διαφοράς και έτσι η Πολεοδομική αρχή κατέληξε στην έκδοση της αδείας της πρώτης κατηγορουμένης και ταυτόχρονα στη μη χορήγηση της αδείας του πολιτικώς ενάγοντος αφού με τα ως άνω στοιχεία η δίοδος εμφανιζόταν μοναδική. Έτσι με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της η Δ/νση ΠΟ και ΠΕ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας απαντώντας στα έγγραφα της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, η οποία με το υπ'αριθμ. ... έγγραφο της εξέφρασε την άποψη ότι στην περίπτωση διαπίστωσης ότι η δίοδος δεν είναι η μοναδική πρέπει να χορηγηθεί η άδεια στον πολιτικώς ενάγοντα, εξέφρασε την άποψη της ότι η υπηρεσία μετά από εξέταση των φακέλων α]του Ψ1 [αρ. πρωτ.... και ...] καθώς επίσης και β] της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας με αρ.... στο όνομα της Χ2 υπέρ της οποίας υπάρχει η εν λόγω δουλεία διόδου και αφού έλαβε υπόψη την πραγματική υφιστάμενη κατάσταση κρίνει ότι η συγκεκριμένη δουλεία διόδου αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς "αυτοτελή όροφο ή κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου" διότι η πραγματική κατάσταση έγκειται στο γεγονός ότι το οικόπεδο Χ2 έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο αλλά όχι δίοδο από αυτόν και ως εκ τούτου η ύπαρξη της δουλείας παρεμποδίζει την έκδοση οικοδομικής άδειας. Η κρίση για τη μη μοναδικότητα της διόδου από την αρμόδια πολεοδομική αρχή δεν θα ερχόταν σε αντίθεση με την αμετάκλητη απόφαση επί της αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος περί μη απόσβεσης της πραγματικής δουλείας όπως είχε συσταθεί και ασκείτο, διότι στη σχετική δίκη κρίθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1136 ΑΚ ενώ η έννοια της μοναδικότητας συναρτάται με την ερμηνεία του άρθρου 25 Ν. 1577/1985 σε συνδυασμό με την ερμηνεία των άρθρων 1012-1017 ΑΚ από το σκοπό και το πνεύμα των οποίων συνάγεται ότι για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης οικοδομικής ανάπτυξης, που επιβάλλεται χάρη οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων μόνο σε εξαιρετικές και ακραίες περιπτώσεις άφευκτης ανάγκης είναι ανεκτή η ύπαρξη σχέσεων που περιορίζουν την κυριότητα ακινήτων και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι στέρηση διόδου, που αποτελεί προϋπόθεση διατήρησης της δουλείας, υπάρχει όταν η επικοινωνία με τον κοινόχρηστο χώρο είναι παντελώς αδύνατη από λόγους τεχνικούς ή όταν απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δαπάνη, την οποία δεν είναι σε θέση να καταβάλει ο ιδιοκτήτης όχι δε και όταν μπορεί να πραγματοποιηθεί με κάποιες δυσχέρειες ή μικρές θυσίες, το κόστος των οποίων υπολογίζεται άλλωστε στην καταβλητέα αποζημίωση [ΑΠ 1028/1988 Δνη 31,328, Εφ. Αθ. 2833/1986 Δνη 27,1168, Εφ. Αθ. 9111/1982 Δνη 24,253, Πολ. Πρωτ. Θεσ. 20626/1995 Αρμ. 1996, 1219 Πρωτ. Ναυπλ. 34/1988 ΝοΒ 1989,762]. Ο πολιτικώς ενάγων μετά τη δημοσίευση της υπ' αρ. 1/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας έλαβε την υπ' αριθμ. ... άδεια για επέκταση του ισογείου επί του εδάφους της διόδου η οποία τελικά με το υπ'αριθμ. ...έγγραφο της Δ/νσης ΠΟ και ΠΕ ΝΑ Κέρκυρας μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 408/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου ανακλήθηκε για το λόγο ότι διατηρείται η δουλεία στο ακίνητο του πολιτικώς ενάγοντος. Η αρμόδια Δ/νση ΠΟ και ΠΕ με το υπ' αριθμ 14330/16-11-01 έγγραφο της απαντώντας σε αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης κατά το χρόνο που ίσχυε η ανάκληση της άδειας της και είχε τεθεί θέμα διεκδίκησης από τον πολιτικώς ενάγοντα, την οποία θεώρησε λόγο ανάκλησης της άδειας, είχε την άποψη ότι το πλάτος της υφιστάμενης δουλείας και η υψομετρική διαφορά που αναγράφεται στην από 30.11.96 τεχνική έκθεση της δεύτερης κατηγορουμένης δεν επηρέαζαν την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Το έγγραφο αυτό ακολούθησε την κρίση της ίδιας υπηρεσίας, όπως εκφράστηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. .... έγγραφο της κατά τον επανέλεγχο της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας που επιβεβαίωσε την έκδοση της, εκτός από την ανάκληση της για άλλο λόγο ότι η δίοδος ήταν μοναδική διότι το οικόπεδο της εν λόγω άδειας έχει πρόσωπο στον κοινόχρηστο χώρο αλλά όχι δίοδο από αυτόν και κατέληξε τότε ότι η έκδοση της οικοδομικής άδειας παρεμποδίζει την έκδοση της άδειας του πολιτικώς ενάγοντος. Επίσης και ο Αρχιτέκτων Μηχανικός Μ2 στην από 3-5-2007 σχετική αναφορά του, αναφέροντας ότι η από 30-11-1996 τεχνική έκθεση δεν αποτελούσε απαραίτητο δικαιολογητικό για την έκδοση της άδειας συμπεραίνει ότι η δίοδος είναι μοναδική για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή ήτοι α) απόσταση της εξωτερικής τοιχοποίας από το όριο του δρόμου που δεν επιτρέπει την κατασκευή εξωτερικής κλίμακας β) ανυπαρξία θύρας εισόδου κατά το παρελθόν, πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο που δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη τη διαμόρφωση εισόδου γ) αναγκαία αλλαγή διαρρύθμισης της κατοικίας προς όφελος της όμορης δ) αναγνώριση δουλείας ως από την τελεσίδικη απόφαση 47/2004 του Εφετείου Κερκύρας. Ωστόσο, στα παραπάνω έγγραφα της Δ/νσης ΠΟ και ΠΕ της Ν.Α Κέρκυρας λαμβάνονται υπόψη τα ψευδή στοιχεία και ως εκ τούτου δεν αιτιολογείται η καταλληλότητα και η μοναδικότητα, υπό την έννοια της παντελούς αδυναμίας επικοινωνίας με τον κοινόχρηστο χώρο από λόγους τεχνικούς και θυσίας ούτε γίνεται σύγκριση αυτών με τα αληθή στοιχεία ώστε να εξηγηθεί το εάν θα εθεωρείτο επαρκής η δίοδος για την ανέγερση κτισμάτων συνολικής δόμησης 206,283τμ πλέον των βεραντών εμφανιζόμενη αυτή στο πραγματικό της πλάτος και ταυτόχρονα χωρίς να υπάρχει αδυναμία άλλης εισόδου, αφού τα δυο αυτά τελευταία στοιχεία αλληλοεξαρτώνται ούτε και στην ως άνω από 3-5-2007 αιτιολογείται η επικαλούμενη αδυναμία κατασκευής θύρας εισόδου σε σχέση με την ανύψωση της οικίας που εγκρίθηκε με την άδεια. Εξάλλου το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών δημόσιας διοίκησης με τη σχετική από 26-7-2005 έκθεση του στην οποία αναφέρονται διεξοδικά όλα τα έγγραφα των φακέλων των υπ'αριθμ. ... και ... αδειών, η διαδικασία και ενέργειες μετά την έκδοση αδειών τα έγγραφα με τα οποία εκφράστηκαν οι απόψεις της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων [Δ/νση ΠΕ.ΧΩ]., ΥΠΕΧΩΔΕ ΓΕΝΙΚΗΣ Δ/ΝΣΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ Δ/ΝΣΗ Ο.ΚΚ, ΥΠΕ.ΧΩ.ΔΕ - Δ/ΝΣΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες της Ελεγχόμενης Δ/νσης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. Ν.Α. Κέρκυρας υπαγορεύονται και είναι σύμφωνες με τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις και θεώρησε αναγκαία τη δικαστική επίλυση του προβλήματος. Πλην όμως, από το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται η εξαπάτηση του δημοσίου υπάλληλου κατά την έκδοση τις υπό κρίση άδειας με τα ψευδή στοιχεία διότι ακόμη και αν η δουλεία σε πλάτος 1,5 μ δεν θεωρήθηκε αποσβεσθείσα το πλάτος αυτό δεν λήφθηκε υπόψη από την Πολεοδομία κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας για την έγκριση και την έκδοση της οποίας άλλωστε δεν απαιτείται κατά το νόμο (αρθρ. 5ΠΔ/τος της 9-7-93 περί του τρόπου έκδοσης των οικοδομικών αδειών) αυτοψία, η οποία έγινε μετά την έκδοση της άδειας αλλά κατά το χρόνο αυτό τα επίμαχα ζητήματα ήταν εκκρεμή στα πολιτικά Δικαστήρια. Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι η πρώτη κατηγορουμένη ως ιδιοκτήτρια ακινήτου έκτασης 269,79 τμ ενδιαφερόμενη να νομιμοποιήσει τα ισόγεια κτίσματα του που είχαν ανεγερθεί χωρίς οικοδομική άδεια (εμβαδού 20,10+17,545+19,85) ανερχόμενα με την παλαιά ισόγειο οικία των 64,62 τμ στο συνολικό εμβαδόν των 122,15 τμ καθώς και τους μαντρότοιχους του οικοπέδου και να εγκριθεί η προσθήκη ορόφου 84,17τμ ήτοι σε συνολικό εμβαδά δόμησης 206,283 με καλυμμένες βεράντες ισογείου και ορόφου 36,18τμ αφού ανέθεσε την εντολή έκδοσης άδειας προσθήκης ορόφου και νομιμοποίησης στη δεύτερη κατηγορουμένη Αρχιτέκτονα Μηχανικό συνυπέβαλε στη Δ/νση Πολεοδομίας ΝΑ Κέρκυρας με την υπ' αριθμ. ...αίτηση της το από Ιουνίου 96 ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα και ακολούθως από 30-11-96 ψευδή τεχνική έκθεση της ως άνω δεύτερης κατηγορουμένης, έχοντας υποδείξει η ίδια τα όρια του ακινήτου εμφαινόμενου με ψευδή έκταση 276,13τμ αντί της αληθούς 269,79 τμ (στο τοπογραφικό της άδειας φέρεται να τα υποδεικνύει ο σύζυγος της πρώτης κατηγορουμένης πλην όμως σε ταυτόσημο καθ' όλα τα στοιχεία του τοπογραφικό τα υποδεικνύει αυτή, όπως πράγματι και έγινε) και την έκταση της εδαφικής λωρίδας του όμορου ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος επί της οποίας ασκείται η πραγματική δουλεία διόδου με πλάτος 5 μ περί την αρχή της στα όρια της Δημοτικής οδού 1,60μ κατά το σημείο που κάμπτει και 2,40μ αντί του αληθούς πλάτους του 1,50μ και σε επαφή σχεδόν με τον τοίχο της όμορης οικίας καθώς επίσης και υπέδειξε την υψομετρική διαφορά μεταξύ της στάθμης της δημοτικής οδού και της οικίας 1,80 μ περίπου και επομένως ότι η κατασκευή εισόδου από την οδό αυτή δεν ήταν τεχνικά και λειτουργικά δυνατή αντί της αληθούς υψομετρικής διαφοράς 1,07μ (περβαζιού αριστερού παραθύρου), η οποία έδινε τη δυνατότητα σε συνδυασμό με την ανύψωση της οικίας και της εξ' αυτού του λόγου και της ανύψωσης της οικίας δυνατότητας κατασκευής εισόδου από τη δημοτική οδό και πέτυχε έτσι με εξαπάτηση του αρμοδίου για την έκδοση της οικοδομικής άδειας δημοσίου υπαλλήλου της Δ/νσης Πολεοδομίας της ΝΑ Κέρκυρας να βεβαιωθεί στην υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδεια περί προσθήκης α' ορόφου και νομιμοποίησης τμήματος ισογείου που εγκρίθηκε και εκδόθηκε με το αναληθές περιεχόμενο ότι α) τα όρια του ακινήτου των 276,13 τμ ήταν αναμφισβήτητα και τα εγκριθέντα από την οικοδομική άδεια κτίσματα είχαν ανεγερθεί εντός του περιγράμματος του οικοπέδου και συγκεκριμένα οι μαντρότοιχοι της κοινής εφαπτομένης πλευράς των όμορων ακινήτων τα τοιχία αντιστήριξης αυτών στη θέση της καλυμμένης βεράντας εμβαδού 15,05 τμ επί των ορίων απόληξης της διόδου, ότι ο ανατολικός τοίχος του υπό ανέγερση πρώτου ορόφου επρόκειτο να ανεγερθεί επί ολόκληρου του παλαιού τοίχου μεταξύ των δυο ακινήτων η δε απόσταση μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών στο σημείο απόληξης της διόδου ήταν μικρότερη των 2,50μ και β) ότι η αποτυπούμενη δίοδος ήταν κατάλληλη για την οικοδομησιμότητα του ακινήτου και ταυτόχρονα μοναδική και κατ' επέκταση τα υπό νομιμοποίηση κτίσματα είχαν ανεγερθεί και ο υπο ανέγερση όροφος όπως θα ανοικοόομειτο θα είχαν πρόσβαση από τη δίοδο αυτή. Τα παραπάνω περιστατικά βεβαιώθηκαν αναληθώς στην υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια, που συνιστά δημόσιο έγγραφο ως ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών σε οικόπεδο εκδιδόμενη από αρμόδιο υπάλληλο της Πολεοδομίας και προοριζόμενη για εξωτερική χρήση και απόδειξη έναντι πάντων των αναφερομένων σ' αυτή προϋποθέσεων της ανεγειρόμενης μ' αυτή οικοδομής. Η άδεια εγκρίθηκε και εκδόθηκε, δίνοντας το δικαίωμα στην πρώτη κατηγορουμένη να προβεί σε προσθήκη α' ορόφου επί της παλαιάς οικίας και σε νομιμοποίηση τμημάτων του ισογείου ενώ α) εάν αποτυπωνόταν το πραγματικό εμβαδά του οικοπέδου δεν θα περιλαμβανόταν στην νομιμοποίηση τα ανεγερθέντα εντός των αμφισβητουμένων ορίων του ακινήτου τμήματα των μαντρότοιχων τοιχίων αντιστήριξης στη θέση της καλυμμένης βεράντας, οπότε η απόσταση από την όμορη οικοδομή του πολιτικώς ενάγοντος θα ήταν μεγαλύτερη των 2,50μ ενώ δεν θα είχε δικαίωμα να ανεγείρει τον ανώγειο όροφο επί ολοκλήρου του παλαιού τοίχου με συνακόλουθη αμφισβήτηση της νομιμότητας του ανεγερθέντος κτίσματος του πολιτικώς ενάγοντος επί του ίδιου τοίχου β) εάν αποτυπωνόταν η πραγματική έκταση της λωρίδας του όμορου ακινήτου όπου ασκείτο η πραγματική δουλεία διόδου καθώς και η αληθής υψομετρική διαφορά θα εξεταζόταν με αυτά τα στοιχεία οι προϋποθέσεις προσπέλασης προς τα συνολικώς δομούμενα ακίνητα από είσοδο δημιουργούμενη επί του κοινόχρηστου χώρου και δεν θα παρεμποδιζόταν η έκδοση της οικοδομικής άδειας του πολιτικώς ενάγοντος για την επέκταση της οικοδομής του για τη θεμελίωση του δικαιώματος του προς κατάργηση της δουλείας και κατά συνέπεια η έκδοση της υπ' αριθμ. ... άδειας της πρώτης κατηγορουμένης επηρεάζει την κάλυψη του ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος δεν έχει τη δυνατότητα επέκτασης της οικοδομής του. Η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε ότι τα βεβαιούμενα περιστατικά είναι αναληθή και μπορούσαν να έχουν τις παραπάνω έννομες συνέπειες για τον εαυτό της και για τον πολιτικώς ενάγοντα και ότι η βεβαίωση αυτή έγινε σε δημόσιο έγγραφο. Η ίδια άρχισε τη διαδικασία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας αφότου ο πολιτικώς ενάγων ήγειρε το θέμα κατάργησης της δουλείας ενημερώθηκε δε από τη μηχανικό της για τα ζητήματα που αφορούσαν τη νομιμοποίηση των κτισμάτων και την κατάργηση της δουλείας και τον τρόπο διευθέτησης των σχετικών ζητημάτων με την έκδοση της άδειας. Επίσης η πρώτη κατηγορούμενη γνώριζε από τη μητέρα της τα σχετικά με την τοπογράφηση του ακινήτου της θέματα κατά το παρελθόν και γι' αυτό κατά την απόκτηση του ακινήτου της χρησιμοποίησε το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα που είχε συνταχθεί το έτος 1985, θεωρώντας το ακριβές. Όταν, όμως, τέθηκε το ζήτημα έκδοσης της άδειας, επειδή η πραγματική κατάσταση ήταν διαφορετική λόγω της περιτοίχησης του ακινήτου αποτυπώθηκε το ίδιο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση με τα όρια που είχαν ήδη υλοποιηθεί με τις κατασκευές. Ο πολιτικώς ενάγων κατά τις αρχικές συζητήσεις του με την πρώτη κατηγορουμένη δεν έθεσε θέμα διεκδίκησης, προκρίνοντας ότι η διευθέτηση του ζητήματος της δουλείας ήταν αυτή που έβλαπτε ιδιαίτερα το ακίνητο του ενώ παράλληλα η πρώτη κατηγορουμένη δεν τον εμπόδισε να ανεγείρει τον ανώγειο όροφο σε τμήμα του παλαιού τοίχου. Όμως η πρώτη κατηγορουμένη θέλησε με την έκδοση της άδειας να περιληφθούν σ' αυτήν όλα τα παραπάνω ζητήματα (των διεκδικήσεων και της δουλείας) αφού γνώριζε ότι είχε γίνει η υλοποίηση των ορίων του ακινήτου της σε διαφορετικό εμβαδό και κυρίως να εγκριθεί η άδεια της ως προς το επίμαχο ζήτημα της δουλείας προκειμένου να ανοικοδομηθεί το ακίνητο της, όπως εγκρίθηκε με την άδεια για να εισέρχεται από την εδαφική λωρίδα αυτής τόσο στο ισόγειο της οικίας όσο και στον αυτοτελή από άποψη δόμησης όροφο με ταυτόχρονο αποκλεισμό του πολιτικώς ενάγοντος να εκδώσει αυτός άδεια επέκτασης του ισογείου του και να δημιουργηθεί έτσι μια πραγματική κατάσταση η οποία με την ανοικοδόμηση του ακινήτου της θα ίσχυε για το μέλλον αφού τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν πρόκειται να καθαιρεθούν για να γίνουν νέα οικοδομήματα, ώστε να τεθεί εξ' αρχής το θέμα της δουλείας, το δε ακίνητο της πρώτης κατηγορουμένης με την ανοικοδόμηση του στο δομούμενο εμβαδό των 206,283 τμ θα καταστεί πλέον μια σύγχρονη οικία ενώ η έκδοση της οικοδομικής άδειας της εμποδίζει εσαεί την επέκταση της οικοδομής του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος δεν μπορεί να επεκτείνει το ισόγειο της οικοδομής του διότι δεν υπάρχει σχετική τεχνική λύση, εφ 'όσον δεν καταργείται η δουλεία και κατά συνέπεια αποκλείεται η δυνατότητα κάλυψης του οικοπέδου του. Ακόμη η πρώτη κατηγορουμένη είχε την πρόθεση εξαπάτησης του υπαλλήλου της Πολεοδομικής αρχής για την έγκριση και έκδοση της οικοδομικής άδειας με το αναληθές περιεχόμενο που, είχε τις παραπάνω έννομες συνέπειες για την ίδια και για τον πολιτικώς ενάγοντα, οι οποίες μόνο με την έκδοση της άδειας θα επέρχονταν. Η παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων εντοπίζεται στη νομιμοποίηση των εκτός του εμβαδού των 269,79 τμ κτισμάτων που εμπεριέχονταν σε αμφισβητούμενα όρια και στη δυνατότητα διέλευσης από εδαφική λωρίδα μεγαλύτερη του 1,50μ λόγω της μοναδικότητας της διόδου αυτής εφόσον φαινόταν ταυτόχρονα λόγος αδυναμίας άλλης εισόδου από τον κοινόχρηστο χώρο. Η αρμόδια αρχή εάν λάμβανε υπόψη της τα αληθή περιστατικά δεν θα εξέδιδε την άδεια με το ως άνω εγκριθέν περιεχόμενο της για τη νομιμοποίηση των κτισμάτων της ανατολικής πλευράς του ακινήτου της πρώτης κατηγορουμένης, ήτοι τη νομιμοποίηση του μαντρότοιχου και των τοιχίων αντιστήριξης στη θέση της καλυμμένης βεράντας εμβαδού 15,05 τμ. και σε απόσταση μικρότερη των 2,5μ. από την όμορη οικία, καθώς και την ανέγερση του τοίχου του ανωγείου ορόφου της πλευράς αυτής ούτε θα ενέκρινε τις προϋποθέσεις της οικοδομησιμότητας του ακινήτου για το συνολικώς δομούμενο τμήμα των 205,283 τμ από την εμφανιζόμενη ως μοναδική κατάλληλη και λειτουργική από άποψη προσπέλασης δίοδο και ταυτόχρονα θα εξέδιδε την άδεια του πολιτικώς ενάγοντος αφού στην αρμόδια υπηρεσία οι δυο φάκελοι των αδειών εξετάζονταν παραλλήλως. Η δεύτερη κατηγορουμένη κατά το χρόνο έκδοσης της άδειας (...), ως αρχιτέκτων μηχανικός , στην οποία η πρώτη κατηγορουμένη είχε αναθέσει την εντολή έκδοσης άδειας με πρόθεση παρείχε στην εντολέα της συνδρομή κατά την από εκείνη τέλεση της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, καταρτίζοντας το τοπογραφικό διάγραμμα και την τεχνική έκθεση στα οποία εν γνώσει της ανέγραψε τα ψευδή περιστατικά, που εγκρίθηκαν με την έκδοση της άδειας γνωρίζοντας την από την πρώτη κατηγορουμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και έχοντας τη θέληση να της παράσχει τη συνδρομή της με τη σύνταξη εν γνώσει της του ψευδούς τοπογραφικού διαγράμματος και της τεχνικής έκθεσης. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν η πρώτη κατηγορουμένη και η δεύτερη κατηγορουμένη ένοχες, η μεν πρώτη της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και η δεύτερη κατηγορουμένη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της άμεσης συνέργειας, της πράξης της απλής συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, για την οποία καταδικάστηκε η πρώτη αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα, οι έννομες συνέπειες της πράξεως της πρώτης αναιρεσείουσας, προσδιορίζεται και αιτιολογείται ο τρόπος παραπλάνησης απ' αυτήν των υπαλλήλων του τμήματος εκδόσεως οικοδομικών αδειών, επαρκώς αιτιολογείται και το στοιχείο του δόλου στο πρόσωπο της και ακόμη βεβαιώνεται ότι προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα και συνεπώς συνεκτίμησε και τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και ειδική μνεία τι προκύπτει από καθένα απ' αυτά, ενώ η αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων και του περιεχομένου ορισμένων εγγράφων δεν σημαίνει ότι τα λοιπά έγγραφα(μεταξύ των οποίων, δίχως αμφιβολία, συμπεριλαμβάνονται και οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων) και οι καταθέσεις των μαρτύρων δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά απλώς, ότι εξαίρονται οι καταθέσεις αυτές και το αντίστοιχο περιεχόμενο των εγγράφων, λόγω της βαρύνουσας, προδήλως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σημασίας τους. Επομένως οι, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, αιτιάσεις της ίδιας αναιρεσείουσας ότι 1) στην απόφαση δεν προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες της πράξεως της και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή της, 2) δεν αιτιολογείται ειδικά ο τρόπος παραπλάνησης των υπαλλήλων του τμήματος εκδόσεως αδειών, δεν διευκρινίζεται αν η προσκόμιση της από 30-11-1996 τεχνικής έκθεσης αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων τις οποίες ανέγνωσε, είναι αβάσιμες. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι στο σκεπτικό της απόφασης υπάρχει η παραδοχή ότι το ακριβές εμβαδόν του ακινήτου της ουδεμία είχε έννομη συνέπεια για την ίδια και τον πολιτικώς ενάγοντα και στο διατακτικό η παραδοχή ότι τούτο έχει έννομες συνέπειες για την ίδια ως προς την νομιμοποίηση της οικοδομής της και για τον πολιτικώς ενάγοντα, ως προς την επέκταση του ισογείου της οικοδομής του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, ως προς τα πραγματικά δεκτά γενόμενα, διότι, από το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει η παραδοχή ότι τα βεβαιούμενα πραγματικά περιστατικά (εμβαδόν οικοπέδου και πλάτος διόδου) είχαν ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση των υπαλλήλων και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, εξ αιτίας της οποίας μπορούσαν να επέλθουν έννομες συνέπειες για την πρώτη αναιρεσείουσα ως προς τη νομιμοποίηση της οικοδομής και την οικοδομησιμότητα του ακινήτου της, αφού αυτό είχε τη δυνατότητα προσπέλασης από τη μοναδική δίοδο και για τον πολιτικώς ενάγοντα, ως προς το δικαίωμα του να λάβει οικοδομική άδεια για την επέκταση του ισογείου της οικίας του και την κατάργηση της υφισταμένης δουλείας διόδου. Τέλος, η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς της ότι "η έκδοση βεβαίωσης από αρμόδια αρχή ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφαρπάχθηκε ψευδής τέτοια, συνιστά διοικητική πράξη, η διοικητική αυτή πράξη που είναι η ... οικοδομική άδεια δεν προσβλήθηκε από το μηνυτή στα διοικητικά δικαστήρια άρα παραμένει ισχυρή... εάν το οικόπεδο είναι 276,13 τμ ...δεν υπάρχει σχέση αίτιου αιτιατού ...η έκδοση οικοδομικής άδειας από την πολεοδομία συνιστά διοικητική πράξη και όχι βεβαίωση αρχής)" είναι αβάσιμη, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς αλλά αρνητικοί της κατηγορίας και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη τους, αφού με την καταδικαστική απόφαση απορρίφθηκαν. Ενόψει των όσων εκτέθηκαν ανωτέρω, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ' και Ε' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι, τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος και δέκατος στο δικόγραφο της αίτησης και τρίτος στους πρόσθετους, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που, με την κατ' επίφαση επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 82 παρ.1, 83 παρ. 1 εδάφ. πρώτο και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι όποιος έχει δικαίωμα να ασκήσει πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο, μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, με δήλωσή του είτε στην έγκληση είτε με άλλο έγγραφο μέχρι την περάτωση της ανακρίσεως, χωρίς η παράλειψη της ανωτέρω δήλωσης να επηρεάζει το δικαίωμα να ασκήσει την πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα. Τέτοιο δικαίωμα, ειδικότερα, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, έχει όποιος υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και όχι αυτός που ζημιώθηκε εμμέσως από αυτή. Έτσι, ειδικότερα, επί του προβλεπομένου από το άρθρο 242 παρ.1, 3 του ΠΚ εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' ακολουθία δε και της υφαρπαγής αυτής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και ιδιώτης, όταν αυτά στρέφονται και κατ' αυτού, με την έννοια, ότι το ψευδές γεγονός που στοιχειοθετεί το έγκλημα, μπορεί να έχει έννομες συνέπειες ως προς εκείνον (ατομικώς) σε βάρος του οποίου θα χρησιμοποιηθεί ή ότι είναι εκείνος που υφίσταται τη σκοπούμενη βλάβη (ο παράνομα βλαβείς). Η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της σχετικής δηλώσεώς του, η οποία, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ, πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, εκτός από άλλα στοιχεία και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμά του. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που εξέδωσε την 4696/2005 απόφαση, εμφανίστηκε ο Ψ1 και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα των κατηγορουμένων, για ποσό 40 ευρώ. Οι συνήγοροι των τελευταίων ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής γιατί δεν ενομιμοποιείτο ενεργητικά, αφού, όπως ισχυρίστηκαν, δεν έχει θιγεί άμεσα ο πολιτικώς ενάγων. Το Μονομελές Πλημ/κείο Κέρκυρας, με την παραπάνω απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, απέρριψε την ένσταση και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 40 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη συνέχεια και κατά την εκδίκαση της έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης ο ίδιος πολιτικώς ενάγων παραστάθηκε και ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας και το δικαστήριο εκείνο, με την 1309/2006 απόφαση του, αφού απέρριψε και πάλι την ένσταση των κατηγορουμένων, επιδίκασε το ίδιο ποσό. Η τελευταία απόφαση αναιρέθηκε με την 562/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά την ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, μετά την παραπομπή της υπόθεσης, νέα συζήτηση, εμφανίστηκε ο αυτός, ως άνω, πολιτικώς ενάγων και δήλωσε ότι συνεχίζει την παράσταση της πολιτικής αγωγής κατά των κατηγορουμένων, για το ποσό των 40 ευρώ, με επιφύλαξη, για το οποίο παραστάθηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το οποίο ζήτησε να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία των κατηγορουμένων. Οι κατηγορούμενες, δια του συνηγόρου τους, ζήτησαν την αποβολή της πολιτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως στρέφεται κατά της δημόσιας τάξης και συνεπώς ο πολιτικώς ενάγων δεν είναι άμεσα παθών. Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και δέχθηκε ότι νομίμως παρέστη ο πολιτικώς ενάγων, αφού, σύμφωνα με τα συνιστώντα την κατηγορία πραγματικά περιστατικά ( ...λόγω της έκδοσης της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας εστερείτο του δικαιώματος να λάβει ο ίδιος οικοδομική άδεια για την επέκταση του ισογείου της οικίας του... ) ζημιώθηκε άμεσα, με ειδική δε αιτιολογία, η οποία αναφέρεται παραπάνω και διαλαμβάνεται στο σκεπτικό του, δέχθηκε ότι το δικαίωμα του είναι και κατ' ουσία βάσιμο και επιδίκασε το παραπάνω ποσό. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ο πολιτικώς ενάγων ενομιμοποιείτο ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων και είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την παράσταση της πολιτικής αγωγής, δεύτερος, στο δικόγραφο της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, λόγος αναιρέσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επιπλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αν τα έγγραφα αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, αναφορικά με την συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και αν τα έγγραφα αυτά συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης αναφέρεται ότι, το Τριμελές Πλημ/κείο Κέρκυρας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες τέλεσαν την παραπάνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται σ' αυτό 1) την ... και από... διορθωτική συμβολαιογραφική πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Παρασκευουδάκη - Ημέλλου, η οποία, από τα πρακτικά, δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε και 2) "πέντε φωτογραφίες ιδιοκτησίας Ψ1 -Ψ2 και δύο ιδιοκτησίας ..." και "2 φωτογραφίες εσωτερικού οικίας και μία φωτογραφία προσώπου", οι οποίες όπως αναφέρεται στο πρακτικά, "αναγνώσθηκαν". Από το σύνολο, όμως, του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι την παραπάνω πράξη (...), διορθώσεως του με αριθμό ... συμβολαίου, δυνάμει του οποίου, όπως έγινε δεκτό, απέκτησε την κυριότητα του στο ακίνητο ο πολιτικώς ενάγων, δεν έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικό στοιχείο το Δικαστήριο, αλλά το έγγραφο αυτό αναφέρεται διηγηματικά. Εξάλλου το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλο έγγραφο (47/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας), το οποίο αναγνώστηκε. Περαιτέρω η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώρηση των φωτογραφιών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε. Προκειμένου, εξάλλου, για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα. Συνεπώς οι αιτιάσεις ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τη μη ανάγνωση της συμβολαιογραφικής πράξεως που προαναφέρθηκε και τη μη αναφορά στα πρακτικά ότι οι φωτογραφίες που αναγνώστηκαν επισκοπήθηκαν από την αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμη. Επομένως και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρώτος και έκτος στο δικόγραφο των πρόσθετων, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ 1 του ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγούμενη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Συνεπώς, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιας απόφασης δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' εδ. α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Ενόψει τούτων και του ότι η αναιρεσείουσα πριν την ανάγνωση των δεν προέβαλε αντίρρηση, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας (και όχι ότι το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η πρώτη αναιρεσείουσα) διότι αναγνώσθηκαν η υπ' αριθμ. 47/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και η 305/06 ποινική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι αυτές κατέστησαν αμετάκλητες και ότι ήταν χρήσιμες, είναι απαράδεκτος. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ ΚΠΔ ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τη χρησιμότητα των παραπάνω αποφάσεων, γιατί ελλείπει νόμιμη προϋπόθεση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν, και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα του αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας ο ...., ο οποίος είχε κλητευθεί από αυτόν και βρισκόταν στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, στους οποίους δόθηκε ο λόγος από την πρόεδρο του δικαστηρίου, προέβαλλαν αντίρρηση για την εξέταση του και στη συνέχεια το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση του, απέρριψε τον ισχυρισμό τους και επέτρεψε την εξέταση του μάρτυρα. Επομένως δεν προκλήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο και ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, τέταρτος στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγος είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η απόφαση και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης νόμιμης προϋπόθεσης. Με τους πρώτο και τέταρτο στο δικόγραφο της αίτησης λόγους η πρώτη αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ, ότι: 1) με την πληττόμενη απόφαση επιβλήθηκε σ' αυτήν ποινή μικρότερη από το ελάχιστο προβλεπόμενο από το νόμο 2) δεν αναφέρεται στην απόφαση αν πριν από την εξέταση των μαρτύρων η μάρτυρας Μ1 ήταν παρούσα, οι οποίες όμως είναι απαράδεκτες διότι, α) η ίδια δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή της πρώτης και β) η επικαλούμενη πλημμέλεια με τη δεύτερη δεν θεμελιώνει κάποιο από τους αναφερόμενους στην διάταξη του άρθρου 510 λόγους. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικαστεί δε και η αναιρεσείουσα αυτή στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Ιουνίου 2007 κοινή αίτηση των 1) Χ2 και 2) Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 741/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας και τους από 8-4-2009 πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν από την πρώτη. Καταδικάζει καθεμία από τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.