← Ελλάδα

ΑΠ 166/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 166 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση για επανάληψη διαδικασίας. Μετά την υποβολή της αιτήσεως, θάνατος του δεύτερου των αιτούντων. Η δίκη συνεχίζεται από τους δικαιούχους, νόμιμους κληρονόμους του. Επίκληση νέων στοιχείων μετά την αμετάκλητη καταδίκη τους για πλημμέλημα. Ότι αυτά (σε συνδυασμό με εκείνα της δίκης), αν ήταν γνωστά στους δικαστές που δίκασαν, θα κηρύσσονταν αθώοι. Για να αποτελέσει νέο στοιχείο κατάθεση μάρτυρα ψευδής, απαιτείται αμετάκλητη απόφαση καταδίκης για ψευδορκία. Άλλως, απαράδεκτος ο λόγος επαναλήψεως. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 166/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις (κύρια και συμπληρωματική) των αιτούντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπατσώρη και 2) Χ2, κατοίκου εν ζωή ..., για τον οποίο συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του: α) ΑΑ, β) ΒΒ και γ) ΓΓ, κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 702/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α) 12 Μαρτίου 2007 (κύρια αίτηση) και β) 29 Απριλίου 2007 (συμπληρωματική αίτηση), οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 419/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις α) με αριθμό 227/06.06.2007 πρόταση και β) με αριθμό 227α/08.06.2007 συμπληρωματική πρόταση, του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Λεκκού με αριθμούς 227/06.06.2007 και 227α/08.06.2007, αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α) Στην από 6 Ιουνίου 2007 και με αριθμ. πρωτ. 227/2007 πρόταση: "Εισάγων την νομοτύπως υποβληθείσα από 12/14-3-2007 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 702/2002 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Οι αιτούντες κατεδικάσθησαν, δια της ανωτέρω αποφάσεως, ο μεν Χ1 εις συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα μηνών, δια πλαστογραφία μετά χρήσεως, απάτη επί δικαστηρίου και ηθική αυτουργία εις ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση, ο δε Χ2 εις συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών, δι' απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και ηθική αυτουργία εις ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία αυτοί ήσκησαν κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της υπ' αριθμ. 1998/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε ζητούν, δια της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας και επικαλούνται α) νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, ισχυριζόμενοι ότι δι' αυτών καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι, και β) ότι εις την καταδίκη των ήσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, ληφθείσες υπ' όψη από το δικαστήριο. Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθεντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ' όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντίστοιχ.). Επίσης, κατά το άρθρ. 525 § 1 περίπτ. 3 και § 2 Κ.Π.Δ, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου" και αν αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση δια ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεσθή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67, ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ'/243, ΑΠ 514/1975, εις ΠΧ/ΚΕ'/843). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αιτούντες, δια της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθησαν ένοχοι δια τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις (πλημμελήματα) και επεβλήθησαν σ'αυτούς οι ανωτέρω ποινές, διότι ο μεν Χ1, στην ..., κατά το τρίτο δεκαήμερο Ιανουαρίου 1996, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, επί εντύπου φέροντος τον τίτλο "Γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994", συμπληρώσας τα στοιχεία του εργασθέντος στην εταιρία "ΣΕΛΠ-ΑΒΕ" ... και αποτυπώσας την υπογραφή εκείνου, και υπέγραψε τούτο, ως "διευθυντής εργοστασίου", εν συνεχεία δε, την 27-2-1996, παρεπλάνησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ' αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεώς του, ως διευθυντού εργοστασίου, με 6ήμερη εβδομαδαία απασχόληση, από 6.00' έως 20.00' ώρας την ημέρα, με αποτέλεσμα, το ανωτέρω δικαστήριο να διατάξη την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρίας, προς εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεώς του, ο δε Χ2, στην ..., την 27-2-1996 επεχείρησε να παραπλανήση, ανεπιτυχώς, το ανωτέρω δικαστήριο, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ' αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεώς του ως διευθυντού παραγωγής, με καθαρή μηνιαία αμοιβή εκ δραχμών 1.000.000, και οι δύο δε, την 4-10-1996 προεκάλεσαν την απόφαση, εις μεν τους ΒΒ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, να ψευδομαρτυρήσουν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, εις δε την ΒΒ, να ισχυρισθή ενώπιον του ανωτέρω Ειρηνοδίκου, περί του ΖΖ, εν γνώσει ψευδώς, ότι ο τελευταίος είναι ικανός για όλα και ασφαλώς όχι δι'έντιμες πράξεις και εξηφάνισε τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που είχε συντάξει και υπογράψει ο Χ1, συνέταξε δε νέες "τις οποίες πολλές πλαστογράφησε". Στην δίκη, επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο ΖΖ, ατομικώς και ως τελευταίος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας. Οι αιτούντες ισχυρίζονται, ότι μετά την ως άνω καταδίκη των απεκαλύφθησαν τα εξής, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, νέα γεγονότα και αποδείξεις: 1) Το από 27-1-2006 πρακτικό συμβιβασμού, μεταξύ του εκ των αιτούντων Χ1 και του ΗΗ, κατατεθέν στο εκδόσαν την υπ' αριθμ. 758/2006 απόφαση Δ' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο διαλαμβάνεται και ότι "ουδείς εξ αυτών είχε διαπράξει οιονδήποτε από τα μηνυθέντα αδικήματα", όπισθεν δε της σελίδος στην οποία είναι καταχωρημένο το εν λόγω πρακτικό έχουν υπογραφή, από τον ανωτέρω ΖΖ, οι φράσεις: "Συμφωνώ με τα πρόσθεν αναγραφόμενα καθ' όσον αφορά εις τις ιδικές μου διαφορές" και "ο υπογεγραμμένος ΖΖ δηλώνω ότι τα όσα κατελόγισα εις βάρος του Χ1 και επί των οποίων εξεδόθη η υπ' αριθμ. 702/03 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ωφείλοντο εις πλάνη και κακήν πληροφόρηση και δεν τα καταλογίζω εις τους καταδικασθέντες και δεν δέχομαι ότι διεπράχθησαν". 2) η από 5-7-2006 δήλωση του ΗΗ, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι υπήρξε συνήγορος πολιτικής αγωγής επί μηνύσεως του ανωτέρω ΖΖ κατά των ως άνω αιτούντων και υπεστήριξε μετά πάθους την υπόθεση, για την οποία αυτοί κατεδικάσθησαν, δια της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (702/02), και ότι περιήλθον εις γνώση του νεώτερα στοιχεία και πληροφορίες, σύμφωνα με τα οποία όσα κατελογίσθησαν εις βάρος των καταδικασθέντων, δια της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 702/02 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αιτούντων, οφείλοντο εις πλάνην και κακήν πληροφόρησιν υπό τρίτων και δεν θα κατελογίζοντο εις τούτους άλλως και πιστεύει ότι δεν διεπράχθησαν υπ' αυτών. 3) Η από 20-9-2006 δήλωση του ανωτέρω ΖΖ, καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. 6829/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι παραιτείται της μηνύσεώς του κατά των ανωτέρω αιτούντων, για απάτη διακεκριμένη κλπ και θεωρεί ότι αυτοί δεν είχαν δόλο διαπράξεως των καταμηνυθεισών πράξεων, και η εν συνεχεία αυτής δήλωση του ΗΗ, μάρτυρος κατηγορίας στην υπόθεση, ότι "εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οι κατηγορίες δεν ήσαν αληθείς". 4) Η από 2-2-2007 ένορκη κατάθεση του ΗΗ, ενώπιον της 3ης Τακτικής Ανακριτρίας, κατά την οποία, μεταξύ των ανωτέρω Χ1 και ΖΖ "δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις και εμφανίστηκαν και από τις δύο πλευρές νεώτερα στοιχεία από τα οποία, καίτοι η μήνυση όταν υποβλήθηκε ήταν αληθής κατά τις γνώσεις και τις απόψεις του κ. ΖΖ, ότι οι δύο συμβάσεις της 5-1-1995 έγιναν από τον κ. Χ1, ο οποίος ως διευθυντής του εργοστασίου πίστευε χωρίς δόλο ότι μπορούσε να υπογράψει και για την εργοδοσία τις συμβάσεις αυτές, βάσει προγενεστέρων παγίων εντολών του κ. ΖΖ, στις οποίες με καλή πίστη πίστευε ο κ. Χ1 ότι του είχε δοθεί και το δικαίωμα να υπογράφει συμβάσεις πρόσληψης υπαλλήλων. Υπ' αυτή την έννοια εκ των υστέρων και ο μηνυτής αντελήφθη πως δεν υπήρχε δόλος στον κ. Χ1 για να συντάξει αναληθούς περιεχομένου και πλαστές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας. Γι' αυτό και παρετήθη της πολιτικής αγωγής αυτού και δεν επιθυμεί πλέον την ποινική δίωξη των δύο κατηγορουμένων", κατά των οποίων και κατά την αντίληψη τούτου μετά τις αμοιβαίες εξηγήσεις, που και αυτός (ΗΗ) δέχεται κατ' ουσίαν, "δεν θα πρέπει να γίνει κατηγορία". Όμως, τα ως άνω έγγραφα είναι μεν νέα γεγονότα και αποδείξεις, αφού αναφέρονται εις χρόνο μεταγενέστερο της ανωτέρω αμετακλήτου καταδίκης των αιτούντων, αλλ' είναι προφανές ότι, υπό το ως άνω περιεχόμενό των, κατά τα ουσιώδη μέρη των, είτε μόνα των, είτε εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των ανωτέρω πλημμελημάτων δια τα οποία κατεδικάσθησαν, ούτε ότι αυτοί κατεδικάσθησαν δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσαν. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα έγγραφα περιέχουν απόψεις των προσώπων εκ των οποίων προέρχονται, περί μη τελέσεως από τους αιτούντες, των εγκλημάτων δια τα οποία αυτοί κατεδικάσθησαν αμετακλήτως, χωρίς όμως να διαλαμβάνουν συγκεκριμένα στοιχεία, εκ των οποίων να συνάγεται βεβαιότης ότι οι αιτούντες δεν διέπραξαν τα εγκλήματα αυτά. Εξ' άλλου, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι εις την καταδίκη των ήσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Όμως, εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη δια ψευδορκία, εκ της καταθέσεως μάρτυρος, η οποία ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο το οποίο κατεδίκασε, ως άνω, τους αιτούντες και ούτε προβάλλεται από αυτούς, ούτε προκύπτει, ότι δεν απηγγέλθη αμετάκλητη απόφαση δια ψευδορκία ένεκα νομίμων λόγων κωλυόντων την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή αναστειλάντων την ποινική δίωξη. Αλλ' υπό τα δεδομένα αυτά, ο μεν πρώτος των επικαλουμένων λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος, ο δε δεύτερος είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - προτείνω Να απορριφθή η από 12/14 Μαρτίου 2007 αίτηση των α) Χ1, κατοίκου ..., και β) Χ2, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης δια της υπ'αριθμ. 702/2002 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 15 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Β) Στην από 8 Ιουνίου 2007 με αριθμ. πρωτ. 227α/2007 (συμπληρωματική) πρόταση: Εν συνεχεία της από 15-5-2007 προτάσεώς μου, εισάγω το κατωτέρω υπόμνημα, μετά των συνημμένων σ' αυτό εγγράφων, εκθέτων τα εξής: Υπό του εκ των αιτούντων Χ1 ενεχειρίσθη, την 30-5-2007, στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, το από 29-5-2007 υπόμνημα επί της υπό κρίση αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας, δια του οποίου γίνεται επίκληση νέων στοιχείων, περιελθόντων εις χείρας των μετά την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως, και ζητείται η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αιτούντων, ή δια πληρεξούσιου δικηγόρου, ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, προς περαιτέρω διευκρινίσεις και αποσαφηνίσεις επί της υποθέσεως. Επειδή, κατά το άρθρ. 527 § § 1 και 3 Κ.Π.Δ., η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους επιβεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξ'άλλου κατά το άρθρ. 476 § 1 Π.Κ., εφαρμοζόμενο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην επανάληψη της διαδικασίας, η περί αυτής αίτηση κηρύσσεται απαράδεκτη αν ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή της (βλ. ΑΠ 239/1990, εις ΠΧ/Μ'/1023). Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι νέοι λόγοι και στοιχεία, εκτός των περιεχομένων εις ήδη υποβληθείσα αίτηση, μόνο δια νέας αιτήσεως, νομοτύπως υποβαλλομένης, δύνανται να προβληθούν. Άλλως, αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη, ως απαραδέκτως υποβληθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, δια του ανωτέρου υπομνήματος γίνεται επίκληση νέων στοιχείων, εν σχέσει προς τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αίτηση, αλλά τούτο δεν υπεβλήθη, ως νέα αίτηση, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά απαραδέκτως, κατά τα προεκτιθέμενα, ενεχειρίσθη στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επομένως, τα δι' αυτού προβαλλόμενα ως νέα στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη, ως απαραδέκτως υποβληθέντα. Αλλά, αν κριθή ότι αυτά παραδεκτώς υποβάλλονται προς κρίση, δια του ανωτέρω υπομνήματος, εκθέτω επί της ουσίας τα εξής: Τα επικαλούμενα νέα στοιχεία είναι, η από 14-6-2002 μήνυση του ΖΖ κατά των αιτούντων, συνεπεία της οποίας ησκήθη ποινική δίωξη κατ' αυτών, οι σχετικές από 30-6-2006 και 30-4-2007 προτάσεις του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια των οποίων προτείνεται να μη γίνη κατηγορία κατ'αυτών, και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ΣΤ, ΕΕ και ΘΘ, ως αυτές διαλαμβάνονται στην υπό στοιχ. ΕΓ 34-06/60/10 πρόταση του ανωτέρω εισαγγελέως και δια των οποίων, ο μεν ΕΕ ισχυρίζεται: "... είχα ακούσει το μηνυτή, να λέει στους κατηγορούμενους να φτιάξουν τις συμβάσεις κατ' εντολή του όπως θέλουν", ο δε ΣΤ ισχυρίζεται: "τις συμβάσεις της είδα ο ίδιος στο γραφείο του Χ1 τον Ιανουάριο του 1995 ... Γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις", και η ΘΘ ισχυρίζεται: "γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις". Όμως, και από τα ως άνω στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πλημμελημάτων δια τα οποία κατεδικάσθησαν, ούτε ότι αυτοί κατεδικάσθησαν δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσαν, αφού, ιδίως εκ των ως άνω καταθέσεων των ΣΤ και ΘΘ, δεν προκύπτει η πηγή της ανωτέρω γνώσεώς των, εκ δε του ως άνω ισχυρισμού του ΕΕ δεν συνάγεται βεβαιότης ότι οι αιτούντες δεν ετέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις δια τις οποίες κατεδικάσθησαν. Υπό τα δεδομένα αυτά, εμμένω στην από 15-5-2007 πρότασή μου στην οποία εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. Ως προς το δια του υπομνήματος υποβαλλόμενο ως άνω αίτημα, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως των αιτούντων, λεκτέον ότι εκ περισσού υποβάλλεται αυτό, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 528 § 1 Κ.Π.Δ, το αρμόδιο για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας Συμβούλιο αποφασίζει αφού ακούσει και τον αιτούντα. Επομένως, οι ως άνω αιτούντες θα κληθούν προς τούτο υπό του εισαγγελέως. Για τους λόγους αυτούς Αναφέρομαι στην από 15-5-2007 πρότασή μου. Αθήναι 5 Ιουνίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις (κύρια και συμπληρωματική) και τον πληρεξούσιο των αιτούντων ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525, 527 και 528 ΚΠΔ νόμιμα φέρονται προς εξέταση στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) οι από 14-3-2007 και η συμπληρωματική αυτής από 29-5-2007 (βλ. σχ. ΑΠ 514/1975) αιτήσεις των: Χ1 και β) Χ2, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 702/2002 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτοί (αιτούντες) κατεδικάσθηκαν και συγκεκριμένα: ο μεν Χ1 σε συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα

(11)μηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως, απάτη επί δικαστηρίου και, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, ο δε Χ2 σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα
(9)μηνών, για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία αυτοί άσκησαν κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της υπ' αριθμ. 1998/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε ζητούν, δια της υπό κρίση αιτήσεως (κυρίας και συμπληρωματικής), την επανάληψη της διαδικασίας και επικαλούνται: α) νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, ισχυριζόμενοι ότι δι' αυτών καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι και β) ότι εις την καταδίκη τους άσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, ληφθείσες υπ' όψη από το δικαστήριο. Μετά την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων, και συγκεκριμένα, στις 30-6-2007 πέθανε ο δεύτερος των αιτούντων Χ2. Μετά το θάνατό του, η δίκη συνεχίζεται από τους δικαιούχους κατά την ΚΠΔ 527 § 1, νομίμους κληρονόμους του: 1) ΑΑ, σύζυγό του και 2) ΓΓ και 3) ΒΒ, θυγατέρες του. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές, ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού. Επομένως η υπό κρίση (κυρία και συμπληρωματική) αίτηση με την οποία οι αιτούντες: 1) Χ1 και 2) Χ2, ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 702/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τους καταδίκασαν, γίνεται φανερό ότι ήταν αθώοι, παραδεκτώς και αρμοδίως, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αιτούντες, δια της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, κηρύχθηκαν ένοχοι για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις (πλημμελήματα) και επιβλήθηκαν σ' αυτούς οι ανωτέρω ποινές, διότι ο μεν Χ1, στην ..., κατά το τρίτο δεκαήμερο Ιανουαρίου 1996, κατάρτισε πλαστό έγγραφο, επί εντύπου φέροντος τον τίτλο "Γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994", συμπληρώσας τα στοιχεία του εργασθέντος στην εταιρία "ΣΕΛΠ-ΑΒΕ", ..., αποτυπώσας την υπογραφή εκείνου, και υπογράψας τούτο, ως "διευθυντής εργοστασίου", στη συνέχεια δε, την 27-2-1996, παραπλάνησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ'αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεώς του, ως διευθυντού εργοστασίου, με 6ήμερη εβδομαδιαία απασχόληση, από 6.00' έως 20.00' ώρας την ημέρα, με αποτέλεσμα, το ανωτέρω δικαστήριο να διατάξει τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρίας, προς εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεώς του, ο δε Χ2, στην ..., την 27-2-1996 επιχείρησε να παραπλανήσει ανεπιτυχώς, το ανωτέρω δικαστήριο, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ' αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεως του ως διευθυντού παραγωγής, με καθαρή μηνιαία αμοιβή εκ δραχμών 1.000.000 και οι δύο δε, την 4-10-1996 προεκάλεσαν την απόφαση, εις μεν τους ΒΒ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, να ψευδομαρτυρήσουν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, εις δε την ΒΒ, να ισχυρισθεί ενώπιον του ανωτέρω Ειρηνοδίκου, περί του ΖΖ, εν γνώσει ψευδώς, ότι ο τελευταίος είναι ικανός για όλα και ασφαλώς όχι δι' έντιμες πράξεις και εξαφάνισε τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που είχε συντάξει και υπογράψει ο Χ1, συνέταξε δε νέες "τις οποίες πολλές πλαστογράφησε". Στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο ΖΖ, ατομικώς και ως τελευταίος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας. Ήδη, με την υπό κρίση αίτησή του, οι αιτούντες ζητούν την προς το συμφέρον τους επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση, επικαλούμενοι ως λόγο αυτής μετά την οριστική καταδίκη τους αποκάλυψη, νέων, άγνωστων στους δικαστές που δίκασαν γεγονότων και αποδείξεων, οι οποίες σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι είναι αθώοι για τις πράξεις που καταδικάσθηκαν. Προς απόδειξη αυτών επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) To από 27-1-2006 πρακτικό συμβιβασμού, μεταξύ του εκ των αιτούντων Χ1 και του ΗΗ, κατατεθέν στο εκδόσαν την υπ' αριθμ. 758/2006 απόφαση Δ' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εκτός άλλων, διαλαμβάνεται και ότι "ουδείς εξ αυτών είχε διαπράξει οιονδήποτε από τα μηνυθέντα αδικήματα", όπισθεν δε της σελίδος στην οποία είναι καταχωρημένο το εν λόγω πρακτικό έχουν υπογραφεί, από τον ανωτέρω ΖΖ, οι φράσεις: "Συμφωνώ με τα πρόσθεν αναγραφόμενα καθ' όσον αφορά εις τις ιδικές μου διαφορές" και "ο υπογεγραμμένος ΖΖ δηλώνω ότι τα όσα κατελόγισα εις βάρος του Χ1 και επί των οποίων εξεδόθη η υπ' αριθμ. 702/03 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ωφείλοντο εις πλάνη και κακήν πληροφόρηση και δεν τα καταλογίζω εις τους καταδικασθέντες και δεν δέχομαι ότι διεπράχθησαν". 2) Την από 5-7-2006 δήλωση του ΗΗ, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι υπήρξε συνήγορος πολιτικής αγωγής επί μηνύσεως του ανωτέρω ΖΖ κατά των ως άνω αιτούντων και υπεστήριξε μετά πάθους την υπόθεση, για την οποία αυτοί κατεδικάσθησαν, δια της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (702/02), και ότι περιήλθον εις γνώση του νεώτερα στοιχεία και πληροφορίες, σύμφωνα με τα οποία όσα κατελογίσθησαν εις βάρος των καταδικασθέντων (δια της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 702/02 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών), αιτούντων, οφείλοντο σε πλάνη και κακή πληροφόρηση υπό τρίτων και δεν θα κατελογίζοντο εις τούτους, άλλως και πιστεύει ότι δεν διεπράχθηκαν υπ' αυτών. 3) Την από 20-9-2006 δήλωση του ανωτέρω ΖΖ, καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. 6829/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι παραιτείται της μηνύσεώς του κατά των ανωτέρω αιτούντων, για απάτη διακεκριμένη κλπ και θεωρεί ότι αυτοί δεν είχαν δόλο διαπράξεως των καταμηνυθεισών πράξεων, και την εν συνεχεία αυτής δήλωση του ΗΗ, μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση, ότι οι "εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οι κατηγορίες δεν ήσαν αληθείς". 4) Την 2-2-2007 ένορκη κατάθεση του ΗΗ, ενώπιον της 3ης Τακτικής Ανακρίτριας, κατά την οποία, μεταξύ των ανωτέρω Χ1 και ΖΖ "δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις και εμφανίστηκαν και από τις δύο πλευρές νεώτερα στοιχεία από τα οποία, καίτοι η μήνυση όταν υποβλήθηκε ήταν αληθής κατά τις γνώσεις και τις απόψεις του κ. ΖΖ, ότι οι δύο συμβάσεις της 5-1-1995 έγιναν από τον κ. Χ1, ο οποίος ως διευθυντής του εργοστασίου πίστευε χωρίς δόλο ότι μπορούσε να υπογράψει και για την εργοδοσία τις συμβάσεις αυτές βάσει προγενεστέρων παγίων εντολών του κ. ΖΖ, στις οποίες με καλή πίστη πίστευε ο κ. Χ1ότι του είχε δοθεί και το δικαίωμα να υπογράφει συμβάσεις πρόσληψης υπαλλήλων. Υπ' αυτή την έννοια εκ των υστέρων και ο μηνυτής αντελήφθη πως δεν υπήρχε δόλος στον κ. Χ1 για να συντάξει αναληθούς περιεχομένου και πλαστές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας. Γι' αυτό και παρετήθη της πολιτικής αγωγής αυτού και δεν επιθυμεί πλέον την ποινική δίωξη των δύο κατηγορουμένων", κατά των οποίων και κατά την αντίληψη τούτου μετά τις αμοιβαίες εξηγήσεις, που και αυτός (ΗΗ) δέχεται κατ' ουσίαν, "δεν θα πρέπει να γίνει κατηγορία". Επίσης, με τη συμπληρωματική αίτηση τα επικαλούμενα νέα στοιχεία είναι, η από 14-6-2002 μήνυση του ΖΖ κατά των αιτούντων, συνεπεία της οποίας ησκήθη ποινική δίωξη κατ' αυτών, οι σχετικές από 30-6-2006 και 30-4-2007 προτάσεις του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια των οποίων προτείνεται να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών, και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ΣΤ, ΕΕ και ΘΘ, ως αυτές διαλαμβάνονται στην υπό στοιχ. ΕΓ 34-06/60/10 πρόταση του ανωτέρω εισαγγελέως και δια των οποίων, ο μεν ΕΕ ισχυρίζεται: "... είχα ακούσει το μηνυτή, να λέει στους κατηγορούμενους να φτιάξουν τις συμβάσεις κατ' εντολή του όπως θέλουν", ο δε ΣΤ ισχυρίζεται: "τις συμβάσεις τις είδα ο ίδιος στο γραφείο του Χ1 τον Ιανουάριο του 1995... Γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ, ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις", και η ΘΘισχυρίζεται: "γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις". Τα ως άνω έγγραφα είναι μεν νέα γεγονότα και αποδείξεις, αφού αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο της ανωτέρω αμετάκλητης καταδίκης των αιτούντων. Όμως, είναι προφανές ότι, με το παραπάνω περιεχόμενό τους, κατά τα ουσιώδη μέρη τους, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των ανωτέρω πλημμελημάτων για τα οποία κατεδικάσθηκαν, ούτε ότι αυτοί καταδικάστηκαν για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα τα οποία πραγματικά τέλεσαν. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα έγγραφα περιέχουν απόψεις των προσώπων εκ των οποίων προέρχονται, περί μη τελέσεως από τους αιτούντες, των εγκλημάτων δια τα οποία αυτοί κατεδικάσθηκαν αμετακλήτως, χωρίς όμως να διαλαμβάνουν συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται η βεβαιότητα, ότι οι αιτούντες δεν διέπραξαν τα εγκλήματα αυτά. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος. Επίσης, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι στην καταδίκη τους άσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Όμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη για ψευδορκία, για την κατάθεση του μάρτυρα, η οποία λήφθηκε υπ' όψη από το δικαστήριο το οποίο κατεδίκασε, ως άνω, τους αιτούντες και ούτε προβάλλεται από αυτούς, ούτε προκύπτει, ότι δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση για ψευδορκία, ένεκα νομίμων λόγων κωλυόντων την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή αναστειλάντων την ποινική δίωξη. Επομένως, ο σχετικός λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, το δια του υπομνήματος υποβαλλόμενο αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αιτούντων, εκ περισσού υποβάλλεται, διότι κατά το άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ, το αρμόδιο για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας Συμβούλιο αποφασίζει αφού ακούσει και τους αιτούντες, οι οποίοι άλλωστε παρέστησαν κατά την παρούσα συζήτηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση και τη συμπληρωματική αυτής από 29-4-2007 αίτηση των καταδικασμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 702/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. και Καταδικάζει καθέναν από τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα και ειδικότερα, τον πρώτο από αυτούς, Χ1, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ και τους συνεχίζοντες τη δίκη για τον ήδη αποβιώσαντα, δεύτερο των αιτούντων, Χ2, κληρονόμους του, ΑΑ, ΓΓ και ΒΒ, εκ διακοσίων είκοσι
(200)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.