Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1660 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση. Στοιχεία αδικημάτων. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Πολιτική αγωγή. Απόλυτη ακυρότητα επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως αυτές που αφορούν την παράσταση και την εκπροσώπηση, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Αν η έφεση δεν έχει αιτιολογία και κριθεί παραδεκτή και καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας. Κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. Αρκεί η αναφορά ότι το εν λόγω έγκλημα τελέστηκε με περισσότερες πράξεις, χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων. Συναυτουργία. Έννοια. Εάν ελλείπει το στοιχείο της συναποφάσεως, τότε έχουμε τυχαία συναυτουργία (παραυτουργία). Απόρριψη λόγων αναίρεσης. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 1660/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων
- χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τη Θεόδωρο Μαντά και
- χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 και 6 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεις τους καθώς και στους από 22 Απριλίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 59/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση της χ1 και να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης της χ
- ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Οι κρινόμενες από 10/12/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως της χ2 και της χ1 (με αρ. πρωτ. 10914/10-12-2007 και 10919/10-12-2007, αντίστοιχα,) στρεφόμενες κατά της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. .Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως αυτές που αφορούν την παράσταση και την εκπροσώπηση, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος της εταιρίας που ζημιώθηκε, δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, και 68 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να έχει αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 3774/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου εμφανίσθηκε ο ψ1 και δήλωσε ότι "παρίσταται ως πληρεξούσιος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Καπνοβιομηχανία Καρέλια" με τον διακριτικό τίτλο ΚΑΡΕΛΙΑ και πολιτικώς ενάγων κατά της κάθε παραπάνω κατηγορούμενης και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν κάθε μία σαράντα τέσσερα
(44)ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί η εταιρία και ειδικότερα, διότι από τις πράξεις των κατηγορουμένων επλήγη η πίστη και αξιοπιστία του νομικού προσώπου". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, το οποίο έκρινε ένοχες τις αναιρεσείουσες, για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 394 ΠΚ κατ' εξακολούθηση, έκανε δεκτή τη δήλωση και επιδίκασε υπέρ της πολιτικώς εναγούσας εταιρίας, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί, το παραπάνω ποσό, που ζητήθηκε σε βάρος της κάθε μίας από τις κατηγορούμενες που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως. Ακολούθως, κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις και από τις ήδη αναιρεσείουσες και, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά την εκδίκαση των εφέσεων αυτών, εμφανίσθηκε και πάλι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ο ψ1, ο οποίος, "ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΕΛΙΑ" και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 20/2007 πρακτικού του ΔΣ της ως άνω εταιρίας, κατά των τριών πρώτων ως άνω κατ/νων, για χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων
(44)ευρώ, ως πρωτοδίκως, με ρητή επιφύλαξη παντός δικαιώματος του, για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί η εταιρία, λόγω της μείωσης του κύρους και της αξιοπιστίας της...". Το Τριμελές Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε και πάλι ένοχες τις αναιρεσείουσες, για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 394 ΠΚ κατ' εξακολούθηση, έκανε δεκτή τη δήλωση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας και επιδίκασε σ' αυτήν το αυτό της χρηματικής ικανοποιήσεως, που ζητήθηκε για την ηθική της βλάβη. Επομένως η παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έγινε όπως και πρωτοδίκως υπό την αυτή ιδιότητα και για την αυτή αιτία, δηλαδή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία και της επιδικάσθηκε όπως και πρωτοδίκως. Η γενόμενη από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία επιφύλαξη, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, δεν αφορά το ποσό το οποίο ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής αυτής βλάβη, αλλά τις επιπλέον αξιώσεις αυτής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (171 αρ. 2 ΚΠΔ), διότι η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη παράνομα σε αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα έγινα δεκτά πιο πάνω απορριπτέος είναι και ο συναφής τέταρτος λόγος της ίδιας αναιρεσείουσας, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η παρασταθείσα ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία δεν ήταν αμέσως ζημιωθείσα από την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αλλά αμέσως ζημιωθέν από την πράξη αυτή ήταν το Ελληνικό Δημόσιο. Τούτο δε διότι, όπως υποστηρίζει, τα αναφερόμενα ως προϊόντα αποδοχής εγκλήματος (λαθραία σιγαρέτα), αφαιρέθηκαν από χώρο του οποίου τον έλεγχο είχε το Δημόσιο . Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως (που εκτίθενται λεπτομερέστερα σε επόμενη παραγραφο), η πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα αφορούσε αποδοχή προϊόντων κλοπής, που ανήκαν στην ιδιοκτησία της πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης η αναιρεσείουσα χ1, με τον πρώτο λόγο της συνεκδικαζόμενης αίτησης αναιρέσεως, προβάλλει τις αιτιάσεις: Α) Ότι, κατά την υποβολή της κατ'αυτής εγκλήσεως, δεν προσκομίστηκαν νομιμοποιητικά έγγραφα της εγκαλούσας εταιρίας "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και συνεπώς, εφόσον δεν υποβλήθηκε νομίμως κατ' αυτής έγκληση, το Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του προέβη στην καταδίκη αυτής. Ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα (άρ. 394 παρ.1 ΠΚ), διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση και Β) Ότι τα προσκομισθέντα εκ μέρους της πολιτικής αγωγής νομιμοποιητικά έγγραφα και δη το πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανωνύμου εταιρίας δεν έφερε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. και ότι ο ψ1, ο οποίος παρείχε την πληρεξουσιότητα στον γ1 να καταθέσει την επίδικη έγκληση και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της Καπνοβιομηχανίας Καρέλια Α.Ε., δεν είχε από το καταστατικό της εταιρείας την προς τούτο αρμοδιότητα, ως υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως αυτό προκύπτει από το καταστατικό της εταιρείας (άρθρο 18) και το 8854/19-8-2003 ΦΕΚ στο οποίο περιγράφεται με σαφήνεια η ανάθεση των εξουσιών στον Γενικό Διευθυντή (ψ1). Συνεπώς, κατά τις αιτιάσεις της εν λόγω αναιρεσείουσας " μη νομίμως και κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλώθηκε εκ μέρους της Καπνοβιομηχανίας Καρέλια Α.Ε., παράσταση πολιτικής αγωγής, ενώ το Δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, αποδεχόμενο αυτήν, δια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψης των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας". Το Τριμελές, όμως, Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία διέλαβε μεταξύ άλλων και τα εξής. "Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που δικάζει την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 3774/14-12-2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Καλαμάτας τόσο των καταδικασθείσων τριών πρώτων κατηγορουμένων (χ3, χ4 και χ2) όσο και την έφεση του Εισαγγελέα κατά του αθωωτικού τμήματος της άνω αποφάσεως αναφορικά με την 4η κατηγορουμένη (χ1), δηλούται παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του Ν.Π. της ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε. ως αμέσως παθόντος από τις πράξεις που αποδίδονται στις κατηγορούμενες (δηλαδή της κλοπής κατ' εξακολούθηση για τις δύο πρώτες και της απόδοσης προϊόντων εγκλήματος για τις λοιπές). Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γίνεται από τον ψ1, μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας, ως πρόσωπο που ενεργεί κατ' ανάθεση της εκπροσώπησης της εταιρίας από το Δ.Σ. αυτής ως καταστατικό όργανο αυτής στα πλαίσια δοθείσης από το τελευταίο προς αυτόν (ψ1) ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας. Κατά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ο ανωτέρω ψ1 προσεκόμισε προς νομιμοποίησή του το υπ' αριθμ. .... πρακτικό του Δ.Σ. της άνω παθούσης ανώνυμης εταιρίας το οποίο φέρει υπογραφές όλων των μελών του Δ. Σ. αυτής με νομότυπη βεβαίωση της γνησιότητάς τους (βλ. προσκομιζόμενο). Δυνάμει του άνω πρακτικού χορηγήθηκε στον ψ1 η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστεί για λογαριασμό του Ν.Π. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής α) για ποσό 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος των τριών πρώτων κατηγορουμένων που καταδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναλυτικά στο ανωτέρω πρακτικό μνημονευόμενες πράξεις και β) προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος της 4ης κατηγορουμένης ενόψει της ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του εισαγγελέα κατά του αθωωτικού σκέλους της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ομοίως προσκομίστηκε και το αντίστοιχο ΦΕΚ (με αριθμ. 8854/19-8-03) απ' όπου προκύπτει η εκπροσώπηση της παθούσης εταιρίας και καθορίζεται η σύνθεση του Δ.Σ. αυτής που ταυτίζεται πράγματι με εκείνη που συντάσσει και υπογράφει το ανωτέρω πρακτικό του Δ.Σ.. Ενόψει των ανωτέρω η δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής από τον ψ1 στο όνομα και για λογαριασμό της παθούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." κρίνεται νόμιμη και παραδεκτή και η τα αντίθετα υποστηρίζουσα σχετική ένσταση της τρίτης κατηγορουμένης χ2 κρίνεται αβάσιμη". Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.δ Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας των πιο πάνω ισχυρισμών της εν λόγω αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως αυτού, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις δεν αμφισβητείται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, ούτε ότι δεν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ και συνακόλουθα η παράσταση της παθούσας εταιρείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν παράνομη. Η αναφερόμενη δε από την αναιρεσείουσα τυχόν πιο πάνω πλημμέλεια παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, συνιστά κακή εκπροσώπηση αυτής και δεν δημιουργεί την κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ.2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει το από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Επομένως και ο από τη διάταξη αυτή λόγος προβαλλόμενος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. III. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996 "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων έφεσης στην οποία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμια Δικαστήριο τη δέχεται κατά τύπους και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 510 παραγρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναίρεσης . Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της ενστάσεως του κατηγορουμένου, περί απαραδέκτου της εφέσεως που ασκήθηκε από τον εισαγγελέα, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 321/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Kαλαμάτας και τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία αυτή εκδόθηκε, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε τυπικά την 268/05 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας κατά της 3774/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα χ1 για το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, κατ' άρθρο 394 παρ. 1 Π.Κ.. H αναιρεσείουσα χ1, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο, δια του συνηγόρου της, υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου της 268/2005 εφέσεως, που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας κατά της 3774/14-12-2005 αθωωτικής υπέρ αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, για το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, κατ' άρθρο 394 παρ. 1 Π.Κ., διότι αυτή δεν περιείχε την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, σχετικά με το λόγο απαλλαγής της και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της πράξεως της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, ενώ δεν αντικρούει, με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα, την αθωωτική για αυτήν κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, επιπλέον δε, όλως απαραδέκτως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Καλαμάτας για να θεμελιώσει το λόγο της εφέσεώς του επικαλείται την από 17-2-2005 κλήση της χ2 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δεν ελήφθη υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η ένσταση αυτή της κατηγορουμένης- απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την εξής αιτιολογία: " ......Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελημάτων Καλαμάτας μεταξύ των άλλων κηρύχθηκε αθώα η 4η κατηγορούμενη (Β. Λόντου) κατά πλειοψηφία, του ότι κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2000 έως 12-3-2001 με πρόθεση δέχθηκε στη κατοχή της πράγματα που προήλθαν από αξιόποινη πράξη ......... Κατά του ως άνω αθωωτικού σκέλους της προσβαλλόμενης αποφάσεως ασκήθηκε η κρινόμενη υπ' αριθμ. 268/05 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας με λόγο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την συγκεκριμένη πράξη που αποδίδεται στη 4η κατηγορούμενη (χ1). Στην άνω έφεση του Εισαγγελέως εκτίθενται τα εξής: "Από την εκτίμηση και αξιολόγηση του προανακριτικού υλικού αλλά και την στο ακροατήριο εξέταση των μαρτύρων, την ανάγνωση των εγγράφων, αποδείχθηκε ότι η πιο πάνω κατηγορουμένη (χ2) έλαβε στη κατοχή της μαζί με την κατηγορουμένη χ2 τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια στο κατηγορητήριο 112 πακέτα τσιγάρων παραγωγής της εγκαλούσας ανώνυμης "Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο ΚΑΡΕΛΙΑ, που εδρεύει στην Καλαμάτα - Ασπρόχωμα επί της οδού Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα από το γενικό διευθυντή της ψ1, ενώ τελούσε σε πλήρη γνώση ότι αυτά αποτελούν προϊόν κλοπής, πράξη για την οποία και καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενες χ3 και χ4 σε ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)μηνών με τριετή αναστολή. Αναλυτικότερα τα γεγονότα αυτά προέκυψαν και από το περιεχόμενο της από 17.2.2005 κλήσης της χ2 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και κυρίως από τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων ψ1, ζ1, ....., αλλά και από την απολογία της ίδιας στο Δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει αβίαστα ότι η χ1 έλαβε στην κατοχή της παρανόμως τα προαναφερόμενα πακέτα τσιγάρων ενώ γνώριζε ότι ήταν προϊόντα κλοπής, απλά δεν το ανέφερε φοβούμενη τις συνέπειες των πράξεων της. Από τα παραπάνω προκύψαντα γεγονότα το Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική σε βάρος της απόφαση, παρά ταύτα από κακή εκτίμηση των αποδείξεων αθώωσε αυτήν για την αποδιδόμενη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, μολονότι θεμελιώθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος.......". Έτσι όπως έχει η έκθεση αυτή της έφεσης, περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ απαιτούμενη για την άσκηση της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας, στη συνταχθείσα ως άνω έκθεση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η 4° κατηγορούμενη (χ1 ) κηρύχθηκε αθώα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και, επιπλέον, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ενοχή της κατηγορουμένης και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ας σημειωθεί εδώ ότι πράγματι ο ασκήσας την έφεση Εισαγγελέας προς θεμελίωση της καταδικαστικής γνώμης του και κατ' επέκταση προς απόδειξη της βασιμότητας της εφέσεως του επικαλέσθηκε και την από 7-3-05 κλήση της 3ης κατηγορουμένης (χ2) ενώπιον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας στην οποία συνημμένως υπεβλήθη και σχετική αποζημιωτική αγωγή της τελευταίας, η οποία κλήση δεν αποτέλεσε αναγνωστέο έγγραφο κατά την Πρωτοβάθμια δίκη, πλην όμως, από το περιεχόμενο της ανωτέρω κλήσης και της συνημμένης σε αυτή αγωγής, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ουδέν επιπλέον στοιχείο εισέφεραν προκειμένου να διατυπωθεί η καταδικαστική γνώμη του εκκαλούντος Εισαγγελέως αλλά απλά ο τελευταίος κατά την διατύπωση της ανωτέρω εφέσεως του ανέφερε ως εκ περισσού και τη μη αναγνωστέα κλήση της 3ης κατηγορουμένης προ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας προς επίρρωση και μόνον αυτών των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν, κατά τη γνώμη του, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που παραδεκτώς ετέθη υπ' όψη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της εφέσεως του ότι αυτός προκειμένου να διατυπώσει την καταδικαστική άποψη του στηρίχθηκε αποκλειστικώς στο ανωτέρω μη αναγνωσθέν έγγραφο. Συνεπώς, πρέπει η σχετική ένσταση περί απαράδεκτης εφέσεως του Εισαγγελέως να απορριφθεί ως αβάσιμη". Με τις πιο πάνω σκέψεις το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα διαλαμβανόμενα στην έφεση του Εισαγγελέα στοιχεία, τα οποία καθιστούν αυτήν πλήρως αιτιολογημένη, με την πιο πάνω έννοια του άρθρου 486 παρ.3 του ΚΠΔ. Πράγματι, στην έφεση του Εισαγγελέα, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει, κατά την γνώμη του εκκαλούντος, η ενοχή της κατηγορουμένης, η μνεία δε σε αυτήν του μη αναγνωσθέντος εγγράφου (από 7/3/2005 κλήσεως), όπως και στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, έγινε εκ περισσού, αφού, τα όσα σε αυτό αναφέρονται προέκυψαν και από τα λοιπά μνημονευόμενα στην έφεση αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, απέρριψε με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του την ένσταση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της αθωωτικής πρωτόδικης απόφασης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας χ1 είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω δε, εφόσον η πιο πάνω έφεση της Εισαγγελέα έχει την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ αιτιολογία, το Τριμελές Εφετείο, με το να μη την απορρίψει ως απαράδεκτη, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο διαλαμβανόμενος, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, , λόγος αναίρεσης είναι και αυτός αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Κατά τη διάταξη του 394 παρ.1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε . Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειουσών κατηγορουμένων, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 589/2004 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...: Στην Καλαμάτα Μεσσηνίας, στις 12-3-2001, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΕ", ψ1, επιθυμώντας να διερευνήσει ανώνυμες καταγγελίες αλλά και τα όσα μετέφερε το ήδη αποβιώσαν στέλεχος της επιχειρήσεως, γ1, σχετικά με την ύπαρξη ποσοτήτων σιγαρέτων στο κυλικείο του εργοστασίου (όπου σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της εταιρίας απαγορεύεται η πώληση σιγαρέτων), τα οποία είχαν παρανόμως μεταφερθεί εκεί εξαχθέντα από το χώρο παραγωγής, χωρίς τη προηγουμένη τήρηση των νομίμων φορολογικών διατυπώσεων, μετέβη στο χώρο του κυλικείου προκειμένου να πιστοποιήσει και ο ίδιος την αλήθεια των καταγγελιών, συνοδευόμενος από τον Διευθυντή παραγωγής μάρτυρα ζ1. Ο χώρος του κυλικείου είναι ανεξάρτητος του χώρου παραγωγής και αποθήκευσης σιγαρέτων και η εποπτεία του ανήκε στις 3η και 4η των κατηγορουμένων. Κατά την επίσκεψη στο κυλικείο ήταν παρούσα η 4η κατηγορουμένη η οποία, όταν ρωτήθηκε σχετικά με την ύπαρξη σιγαρέτων στο κυλικείο, καταρχήν αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, όμως, παρουσία της τελευταίας ανακαλύφθηκε πίσω από το μπαρ του κυλικείου σε προθήκη μη εκτεθειμένη σε κοινή θέα όπου τόσο η 4η όσο και η 3η κατηγορουμένη εναπέθεταν προσωπικά τους αντικείμενα, ένα χάρτινο κιβώτιο με 112 πακέτα τσιγάρων, απ' τα οποία άλλα ήταν σφραγισμένα και άλλα ανοικτά και επί των οποίων δεν υπήρχε επικολημμένη η ένσημη ταινία φορολόγησης, γεγονός που αποδείκνυε ότι τα συγκεκριμένα πακέτα ευρίσκοντο παρανόμως εκεί και είχαν λάθρα εξαχθεί από το χώρο παραγωγής χωρίς προηγούμενο έλεγχο. Τα αναφερθέντα τσιγάρα ήταν παραγωγής της εν λόγω Καπνοβιομηχανίας και συγκεκριμένα 26 πακέτα CΑΜΕL, 4 πακέτα GR ΚΑΡΕΛΙΑΣ, 81 πακέτα SLIMS (εξωτερικής αγοράς) και 1 πακέτο ULTRA LOW 100s), συνολικής αξίας 78.000 δρχ. Τα συγκεκριμένα σιγαρέτα που ανευρέθησαν είχαν εκφύγει από το χώρο αποθηκεύσεως μετά τη παραγωγή τους, κατά παράκαμψη της διαδικασίας φορολογήσεώς τους που διεξάγεται μετά την παραγωγή και πριν αποθήκευση, με αποτέλεσμα αυτά να ευρίσκονται ως προϊόντα κλοπής σε χώρο στον οποίο οποιοσδήποτε μπορούσε να τα διαθέσει ελεύθερα σε τρίτους. Τη κατοχή των ανωτέρω 112 πακέτων τσιγάρων είχαν αποκλειστικά οι 3η και 4η των κατηγορουμένων, αφού αυτές είχαν την αποκλειστική ευθύνη του κυλικείου. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι τα ανωτέρω πακέτα ευρέθησαν σε χώρο εκτός της φορολογικής αποθήκης και χωρίς να φέρουν την ειδική ένσημη ταινία φορολόγησης τους, αποτελούν προϊόντα κλοπής. Οι ισχυρισμοί της 3ης και 4ης των κατηγορουμένων ότι τα ανωτέρω πακέτα δεν ήταν προϊόντα κλοπής αλλά επρόκειτο για πακέτα σιγαρέτων ξεχασμένα από διάφορους θαμώνες του κυλικείου (εργάτες εργοστασίου ή οδηγούς φορτηγών) δεν κρίνεται πειστικός, αφού από την ανευρεθείσα ποσότητα δεν δικαιολογείται η εκδοχή αυτή να γίνεται κατά σύστημα, πέρα από το ότι στα περισσότερα πακέτα ήσαν πακέτα που προορίζονταν για κατανάλωση στο εξωτερικό (SLIM) και δεν ήσαν απ' αυτά που η Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑ διέθετε στους εργαζόμενους της ανά μήνα. Περαιτέρω και ο ισχυρισμός των αυτών ως άνω κατηγορουμένων ότι δεν γνώριζαν ότι τα ανευρεθέντα στο χώρο του κυλικείου πακέτα ήταν προϊόντα κλοπής δεν αποδείχθηκε βάσιμος αφού και μόνη η ανυπαρξία της ένσημης ειδικής ταινίας φορολόγησης απ' αυτά απεδείκνυε ότι αποτελούσαν παραγόμενα τσιγάρα που είχαν εκφύγει των φορολογικών διατυπώσεων μετά τη παραγωγή τους και πριν την αποθήκευση τους, γεγονός γνωστό - όπως αποδείχθηκε- σε όλους τους εργαζόμενους στη Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑΣ. Άλλωστε από το είδος της πρώτης αντίδρασης των παραπάνω κατηγορουμένων (η μεν χ1 αρνήθηκε την ύπαρξη σιγαρέτων στο κυλικείο παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι υπήρχαν αποθηκεμένα σε ερμάριο προσωπικής χρήσεώς της η δε χ2 ζήτησε συγνώμη από τον κ. ψ1) αποδεικνύει τη γνώση τους ότι αυτά είχαν λάθρα αφαιρεθεί παράνομα από το χώρο παραγωγής τους χωρίς τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω παραγωγού ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ και παρά ταύτα αποδέχονταν κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2000 έως και 12-3-2001 να τα κατέχουν και να τα αποκρύπτουν σε ερμάριο του κυλικείου που συνεπόπτευαν τοποθετώντας τα ανάμεσα σε αντικείμενα προσωπικής τους χρήσεως. Κατά συνέπεια πρέπει η 3η και 4η απ' τις κατηγορούμενες να κηρυχθούν ένοχες της πράξης της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. ......" Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Εφετείο κήρυξε ένοχες τις κατηγορούμενες αναιρεσείουσες, για αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος " κατ' εξακολούθηση (26 παρ.1α, 27, 98, και 394 παρ.1 του ΠΚ) και ειδικότερα του ότι: στην Καλαμάτα, κατά το χρονικό διάστημα του Δεκεμβρίου 2000 έως 12-3-2001, με πρόθεση δέχθηκαν στην κατοχή τους πράγματα που προήλθαν από αξιόποινη πράξη και πιο συγκεκριμένα έχουσες την ιδιότητα της υπεύθυνης κυλικείου στην προαναφερθείσα καπνοβιομηχανία με πρόθεση δέχθηκαν στην κατοχή τους και δη στον αποθηκευτικό χώρο του κυλικείου 112 πακέτα τσιγάρων παραγωγής της εν λόγω καπνοβιομηχανίας και δη 26 πακέτα CΑΜΕL, 4 πακέτα GR ΚΑΡΕΛΙΑΣ, 81 πακέτα SLIMS (εξωτερικής αγοράς) και 1 πακέτο ULTRA LOW 100s), συνολικής αξίας 78.000 δρχ., τα οποία προηγουμένως είχαν αφαιρεθεί παράνομα και άνευ τινός δικαιώματος από τον χώρο παραγωγής του εργοστασίου, παρότι τελούσαν σε πλήρη γνώση ότι τα εν λόγω πακέτα τσιγάρων αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, ως αφαιρεθέντα παρανόμως". Επέβαλε δε σε κάθε μία ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. V. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενες και ήδη αναιρεσείουσες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με όσα εκθέτει στο σκεπτικό και διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι, οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες τέλεσαν την πράξη της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, κατ'εξακολούθηση. Συγκεκριμένα η κατ' εξακολούθηση τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει ιδιαίτερα από τις παραδοχές του σκεπτικού ότι οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες, ενώ γνώριζαν ότι οι πιο πάνω ποσότητες σιγαρέτων ήταν προϊόντα κλοπής "··· παρά ταύτα αποδέχονταν κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2ΟΟΟ έως και 12-3-2001 να τα κατέχουν και να τα αποκρύπτουν σε ερμάριο του κυλικείου που συνεπόπτευαν τοποθετώντας τα ανάμεσα σε αντικείμενα προσωπικής τους χρήσεως", σε συνδυασμό με την ρητή αναφορά στο διατακτικό ότι αυτές πρέπει "να κηρυχθούν ένοχες της πράξης των αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ'εξακολούθηση",χωρίς να προκύπτει ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια από το ότι δεν αναφέρεται και στο σκεπτικό ότι κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2ΟΟΟ έως και 12-3-2001 οι πράξεις αποδοχής τελέστηκαν "κατ'εξακολούθηση", αρκεί η αναφορά ότι το εν λόγω έγκλημα τελέστηκε με περισσότερες πράξεις, χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των επιμέρους αυτών πράξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της χ2, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 394 παρ. 1 ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 98 ΠΚ, πρέπει, να απορριφθεί, ως αβάσιμος. VI. Kατά το άρθρο 45 ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης" συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη, ταυτόχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος ενεργεί με δόλο τέλεσης της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με την δράση των άλλων. Εάν ελλείπει το στοιχείο της συναποφάσεως τότε έχουμε τυχαία συναυτουργία (παραυτουργία). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις αυτές πιο πάνω αλλησυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες ούτε παραπέμφθησαν, αλλά ούτε και καταδικάστηκαν για αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, κατά συναυτουργία, αλλά κατά τυχαία συναυτουργία, αφού πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτές συνέπραξαν στην εκτέλεση της πράξεως αυτής μετά από συναπόφαση, οπότε και μόνο θα υπήρχε συναυτουργία. Ειδική αναφορά και αιτιολογία θα απαιτείτο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτό ότι οι αναιρεσείουσες είχαν ενεργήσει "από κοινού". Είναι δε προφανές ότι αφού στην απόφαση δεν γίνεται παρόμοια αναφορά (ούτε άλλωστε αυτές είχαν κατηγορηθεί ως συναυτουργοί), δεν ήταν ανάγκη να διευκρινισθεί ότι αυτές δε είχαν κοινό δόλο(συναπόφαση). Επίσης το γεγονός ότι αυτές ενήργησαν κατά τον πιο πάνω τρόπο, η απόφαση δε στερείται αιτιολογίας από την μη "αναφορά και εξειδίκευση των συγκεκριμένων πράξεων που ενήργησε" κατ' εξακολούθηση η κάθε μία, καθώς και "η έκταση (ποσό) της φυσικής εξουσιάσεως που κατείχε από τη συνολική ποσότητα των σιγαρέτων κλπ". Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, όλες πράξεις αυτές τελέστηκαν και από τις δύο αναιρεσείουσες (χωρίς όμως να έχει υπάρξει "συναπόφαση" προς τούτο). Συνεπώς, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος της αναιρέσεως της χ2, καθώς και ο πρόσθετος αυτής λόγος της ίδιας, με τους οποίους αυτή, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. VII. Μετά από αυτά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και ο από 22-4-2008 πρόσθετος λόγος της Σ.Κουλελέ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στο σύνολό τους και να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, που παραστάθηκε (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ και 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 10/12/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως 1) της χ2 και 2) της χ1 (με αρ. πρωτ. 10914/10-12-2007 και 10919/10-12-2007, αντίστοιχα), κατοίκων Καλαμάτας, καθώς και τον από 22-4-2008 πρόσθετο λόγο της πρώτης, στρεφόμενες κατά της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για την καθεμία και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε.", που ορίζει σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ