Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1661 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Απόλυση υφ' όρο. Περίληψη: Συγχώνευση ποινών. Από τις διατάξεις των άρθρων 107, 108 και 109 του έκτου κεφαλαίου (ΙΙ) του ΠΚ, προκύπτει ότι προβλέπεται: 1) η ανάκληση της απόλυσης καταδίκου υπό όρο, πάντοτε με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, εφόσον ο κατάδικος που απολύθηκε δεν συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν, και 2) η ‘άρση της απόλυσης’, που επέρχεται αυτοδικαίως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προβλεπόμενη αθροιστική έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει ο κατάδικος κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης, έχει εφαρμογή και όταν η προσωρινή απόλυση ανακλήθηκε υπό τους όρους του άρθρου 107 ΠΚ. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 107, 108, 109 και 110 ΠΚ και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 1661/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καχριμάνη, περί αναιρέσεως της 1/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και εκείνος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθ. 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ.). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 107, 108 και 109 του έκτου κεφαλαίου ( ΙΙ) του ΠΚ, που αφορά την "απόλυση του καταδίκου υπό όρο", προκύπτει ότι στο κεφάλαιο αυτό του ποινικού κώδικα, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, αφενός, η ανάκληση της απόλυσης αυτής, η οποία μπορεί να γίνει μόνο μέσα στο χρονικό διάστημα του άρθρου 109 και, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 2, πάντοτε με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου του τόπου έκτισης της ποινής και έχει ως αποκλειστικό λόγο (μετά το ν. 2207/94) το ότι ο κατάδικος που απολύθηκε δεν συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν και αφετέρου, η "άρση της απόλυσης", που προβλέπεται στο άρθρο 108, και επέρχεται αυτοδικαίως χωρίς τη μεσολάβηση δικαστικής απόφασης από μόνο το γεγονός ότι ο κατάδικος που απολύθηκε, μέσα στο χρόνο της δοκιμασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 109 και είναι ίσος με το κατά την απόλυση υπολειπόμενο για την απότιση της ποινής χρονικό διάστημα σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο της τριετίας ή ίσο με τρία χρόνια αν το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα είναι κατώτερο των τριών ετών, διέπραξε έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προβλεπόμενη αθροιστική έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει ο κατάδικος κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης, έχει εφαρμογή και όταν η προσωρινή απόλυση ανακλήθηκε υπό τους όρους του άρθρου 107, ο δε κατάδικος διέπραξε το έγκλημα που συνεπάγεται την αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας και ενόσω δεν είχε ακόμη συλληφθεί για να εκτίσει μετά την ανάκληση το υπόλοιπο της ποινής του. Και τούτο, διότι από καμία διάταξη νόμου δεν τίθεται, ως προϋπόθεση (αρνητική), να μην έχει προηγουμένως ανακληθεί με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου η απόλυση υπό όρο προκειμένου να επέλθουν τα αποτελέσματα που προβλέπει το άρθρο 108, αν ο κατάδικος μέσα στο χρονικό διάστημα του άρθρου αυτού διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες. Ευλόγως δε, διότι, ενώ οι δύο θεσμοί, της ανάκλησης της απόλυσης υπό όρο και της αυτοδίκαιης άρσης της απόλυσης, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τον επανεγκλεισμό στις φυλακές του κατάδικου για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του, η αυτοδίκαιη άρση για σοβαρό έγκλημα έχει ως συνέπεια, που δικαιολογεί την αυτόνομη λειτουργία της, την αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής με τη νέα ποινή που σημαίνει ότι, η πρώτη δεν συγχωνεύεται με τη νέα ή άλλη μεταγενέστερη για πράξη που τέλεσε έως τη σύλληψή του. Έτσι η άρση της απόλυσης σύμφωνα με το άρθρο 108 δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για το νέο έγκλημα που τελέστηκε μέσα στο χρόνο του άρθρου 109, εξαιτίας της οποίας επέρχεται η άρση της προσωρινής απόλυσης, έχει ήδη ανακληθεί η απόφαση που τη χορήγησε. Η ανάκληση αυτή, που, ας σημειωθεί, έχει ως αποτέλεσμα, όπως και η αυτοδίκαιη άρση, να μην υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής το χρονικό διάστημα από την απόλυση έως τη σύλληψη του καταδίκου συνεπεία της ανάκλησης ή άρσης (άρθρ. 107 παρ. 2 και 108 ΠΚ), δεν καθιστά χωρίς αντικείμενο την αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης κατά το άρθρο 108, διότι ο πρόδηλος σκοπός και η ουσία της διάταξης αυτής είναι να επιβάλει στον κατάδικο, για λόγους αντεγκληματικής πολιτικής, την κύρωση που δικαιολογείται από την βαρειά εκτροπή του, δηλαδή την αθροιστική έκτιση του κατά τον χρόνο της απόλυσης υπό όρο υπολοίπου της ποινής του, για μόνον το λόγο ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται ως χρόνος δοκιμασίας του διέπραξε βαρύ έγκλημα από δόλο, που τιμωρήθηκε οποτεδήποτε με ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες. Η αντίθετη άποψη ότι μετά την ανάκληση της απόλυσης υπό όρο δεν μπορεί πια να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ για αυτοδίκαιη άρση της ανάκλησης και αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής, όχι μόνο είναι αδικαιολόγητη και αντίθετη προς τον προφανή σκοπό του νομοθέτη, αλλά καταλήγει και στο εντελώς παράλογο αποτέλεσμα να αποφεύγει ο κατάδικος την αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής του για μόνο το λόγο ότι έχει επιπλέον παραβεί και τους όρους της περί απολύσεως απόφασης, ώστε να ανακληθεί με απόφαση η απόλυσή του. Επομένως, για μεν το μέρος της ποινής που δεν είχε εκτιθεί κατά την απόλυση υπό όρο θα γίνει και στην παραπάνω περίπτωση αθροιστική έκτιση, ενώ για το τμήμα της ίδιας ποινής που είχε ήδη εκτιθεί κατά το χρόνο της απόλυσης του καταδίκου υπό όρο δεν μπορεί να γίνει καθορισμός συνολικής ποινής κατά το άρθρο 97 του ΠΚ, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 (που αφορά την επιβολή μιας συνολικής ποινής σε περίπτωση περισσότερων στερητικών της ελευθερίας ποινών) εφαρμόζεται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή, και τούτο, διότι ακριβώς το τμήμα της ποινής πριν από την απόλυση υπό όρο έχει εκτιθεί κατά το χρόνο της νέας καταδίκης. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη 1/2008 απόφασή του, αφού, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 105-109 του ΠΚ, κατέληξε στα αυτά κατά βάση συμπεράσματα, δέχτηκε στη συνέχεια τα εξής: "....Ο αιτών κατάδικος με το υπ' αριθ. 1621/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης από τις φυλακές, όπου εξέτιε ποινή κάθειρξης δώδεκα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.