← Ελλάδα

ΑΠ 167/2009 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 167 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απορριπτική απόφαση πέντε συνεκδικασθεισών εφέσεων, ως εκπρόθεσμων, κληθείσας της κατηγορουμένης ως αγνώστου διαμονής. Α΄ Λόγος: Αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο αυθαίρετα συνεκδίκασε τις πέντε εφέσεις του κατά 5 αποφάσεων, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι η συνεκδίκαση έγινε νόμιμα κατ΄ άρθρα 128, 129 του ΚΠΔ, μετά από αίτημα της ίδιας της κατηγορουμένης, λόγω συναφείας. Β΄ Λόγος: Αβάσιμος ο λόγος «ότι είναι άκυρη η επίδοση των αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως αγνώστου διαμονής, με τοιχοκόλληση στο γραφείο του αρμόδιου Δημάρχου χωρίς να αναζητηθεί προηγουμένως η κατηγορουμένη και στην κατοικία της», αφού δεν ήταν γνωστή η διεύθυνση κατοικίας της κατηγορουμένης, μόνη δε γνωστή διεύθυνση ήταν εκείνη της επαγγελματικής της εγκατάστασης, που προέκυπτε από τα σώματα των ακάλυπτων επιταγών, από τις αναφορές των τραπεζών και την εναντίον της έγκληση, όπου αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτή ή κάποιο άλλο πρόσωπο από εκείνα του άρθρου 156 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, ώστε να δηλώσει η κατηγορουμένη κάποια διεύθυνση κατοικίας, το δε όργανο επιδόσεως, στις συνταχθείσες εκθέσεις του βεβαιώνει ότι η αναζητηθείσα στο κατάστημά της κατηγορουμένη, στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 ΚΠΔ πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής (ΑΠ 243/2008, 1363/2006 και ΑΠ 626/2008). Αριθμός 167/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Παπαδηλέρη, περί αναιρέσεως της 11407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.9.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1902/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 128 παρ. 1 του ΚΠοινΔ τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο Δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το Δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μια μόνο απόφαση, δηλαδή, η συνεκδίκαση των συναφών εγκλημάτων μπορεί να γίνει στην κατ' έφεση δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι και σ' αυτήν την περίπτωση δεν προκαλείται βλάβη. Το ενδεχόμενο της προκλήσεως βλάβης ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η απόφαση του οποίου να συνεκδικάσει ή όχι τα συναφή εγκλήματα, είτε στον πρώτο, είτε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Αν όμως υποβληθεί από τους διαδίκους ή τον Εισαγγελέα σαφές και συγκεκριμένο αίτημα συνεκδικάσεως συναφών εγκλημάτων, το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί σχετικώς με αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απόφασή του. Συναφή δε κατά το άρθρο 129 περ. α του ίδιου Κώδικα, θεωρούνται και όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Η μη τήρηση δε των παραπάνω διατάξεων δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητας, ούτε περιλαμβάνεται στις διατάξεις εκείνες που θεμελιώνουν υπέρβαση εξουσίας, απλώς ελέγχεται η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας για συνεκδίκαση αποφάσεως αν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο παραστάς συνήγορος της κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσείουσας) ζήτησε "τη συνεκδίκαση της παρούσας υπόθεσης με τις υπ' αριθμ. πινακίου 12, 15, 16 και 17, ως συναφείς" και στη συνέχεια το Δικαστήριο μετά από θετική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας δέχθηκε το εν λόγω αίτημα και διέταξε τη συνεκδίκαση των πέντε εφέσεων της κατηγορουμένης, με εκτεταμένο και με εμπεριστατωμένο αιτιολογικό, δεχθέν ότι οι πέντε αυτές εφέσεις της ίδιας κατηγορουμένης κατά πέντε διαφορετικών αποφάσεων, καταδικαστικών για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών, ήσαν συναφείς. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995 και 6, 7/1994). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11407/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι λόγω συναφείας συνεκδικασθείσες πέντε εφέσεις της εκκαλούσας κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά των με αριθμούς 31314/1998, 1092/1999, 16322 Α/1999, 32166/1999 και 46906/2000 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες αυτή είχε καταδικασθεί ερήμην, για τις πράξεις της εκδόσεως ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών. Από τις αντίστοιχες σχετικές με αριθμούς 1128, 1131, 1133, 1134, 1135/17-4-2007 πέντε εκθέσεις εφέσεως, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, αναφέρει στις εφέσεις της, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκησή τους, ότι δεν έλαβε γνώση των εκκαλούμενων αποφάσεων και ότι η επίδοση ως άγνωστης διαμονής δεν έγινε νόμιμα, διότι αυτή έχει γνωστή διαμονή και διαμένει με την οικογένειά της μόνιμα από τον Μάρτιο του 1992 στη ....., στην οδό ..... αρ. ... . Επικαλέσθηκε δηλαδή, ακυρότητα των επιδόσεων προς αυτήν των πέντε εκκαλούμενων αποφάσεων ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως των εφέσεων ή παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση από αυτήν των εκκαλούμενων αποφάσεων. Δεν αναφέρει όμως στις άνω εφέσεις της, αν τη φερόμενη από αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία της στη ....., είχε δηλώσει καθοιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει τις επιδόσεις των εκκαλούμενων αποφάσεων, περιοριζόμενη απλώς στην αόριστη αναφορά ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση της κατοικίας της ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Κατά το άρθρο 473 §1 του ΚΠΔ η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιούμενου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ιδίου Κώδικα. Επίσης κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το Δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν ο δικαιούμενος από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος δεν μπόρεσε να ασκήσει αυτό εμπρόθεσμα. Στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής και για τον λόγο αυτόν δεν έλαβε γνώση της επιδοθείσας απόφασης γιατί στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, δικαιολογητικό του εκπροθέσμου της ασκήσεως της εφέσεως. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 και ΚΠΔ, εκείνος (εκκαλών-κατηγορούμενος) που απουσιάζει από τοv τόπο κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοσης έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο είχε δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ, 1 του ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει διενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση ή στην έγκληση (βλ. σχετ. ΑΠ 1635/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία και αναγνώσθηκαν ως άνω σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με τις με αριθμό 31314/26-5-1998, 1092/12-1-1999, 16322Α/22-3-1999, 32166/28-6-1999 και 46906/30-10-2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκαν ερήμην της κατηγορουμένης-εκκαλούσας, καταδικάσθηκε αυτή για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δραχμές, 7 μηνών και χρηματική ποινή 300.000 δραχμές, 12 μηνών και χρηματική ποινή 500.000 δραχμές, 2 ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμές και σε ποινή φυλάκισης δύο ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμές αντιστοίχως, οι ποινές δε αυτές φυλάκισης μετατράπηκαν προς 1500 δραχμές ημερησίως. Από τα από 18-6-99, 14-1-2000, 14-1-2000, 17-3-2000 και 25-5-2001 αποδεικτικά επιδόσεως αντιστοίχως, αποδεικνύεται ότι η επίδοση των άνω αποφάσεων έγινε κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες από τους Δικαστικούς Επιμελητές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., ....., ....., ..... και ....., αντιστοίχως, προς τον υπάλληλο του Δήμου Θεσσαλονίκης Α, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει αποφάσεις και ο οποίος την ίδια ημέρα τοιχοκόλλησε αυτές στο πιο δημόσιο μέρος του Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις αυτού που υπάρχει στα άνω αποδεικτικά. Ακόμη από τα από 3-4-1998, 6-11-1998, 6-11-1998, 26-5-1999 και 22-9-2000 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, ....., ....., ....., ..... και ....., αποδεικνύεται ότι τα με αριθμούς ....., ....., ....., ..... και ..... κλητήρια θεσπίσματα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω εκκαλούμενες αποφάσεις κατά τις προαναφερθείσες ημεροχρονολογίες, επιδόθηκαν επίσης στον προαναφερθέντα υπάλληλο του Δήμου ....., ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει κλητήρια θεσπίσματα και ο οποίος την ίδια ημέρα τοιχοκόλλησε αυτά στο πιο δημόσιο μέρος του Δήμου ....., όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση αυτού που υπάρχει στα παραπάνω αποδεικτικά. Οι επιδόσεις έτσι των παραπάνω αποφάσεων και κλητηρίων θεσπισμάτων έγιναν από το άνω όργανο προς κατηγορούμενο άγνωστης διαμονής διότι αυτή, αφού αναζητήθηκε από τα εν λόγω όργανα που ενήργησαν τις επιδόσεις, στην οδό ..... αριθ. ... του Δήμου ....., όπου κατά το χρόνο εκδόσεως των ακαλύπτων επιταγών, για τις οποίες καταδικάσθηκε ως άνω, ασκούσε επιχείρηση πωλήσεως τσιγάρων κλπ ζαχαρωτών και διατηρούσε σχετικό κατάστημα (βλέπε υπ' αριθμ. ....., ....., ..... επιταγές της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης, ..... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας και ..... επιταγής της Τράπεζας Κύπρου, όπου στη θέση του εκδότη υπάρχει η υπογραφή και σφραγίδα της κατηγορουμένης με την άνω διεύθυνση αλλά και την κατάθεση των άνω μαρτύρων της), δεν ανευρέθη (η κατηγορούμενη) στην εν λόγω διεύθυνση ούτε κάποιο άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ.1 του ΚΠΔ. Μόνη δε γνωστή αυτής κατοικία ήταν η προαναφερθείσα που προέκυπτε από τις άνω επιταγές ως και τις σχετικές αναφορές των άνω Τραπεζών προς τη Εισαγγελία Θεσσαλονίκης και την από 27-2-97 έγκληση του τελευταίου κομιστή της τελευταίας ως άνω επιταγής, που αναγνώσθηκαν, με βάση τις οποίες ασκήθηκαν κατά της εκκαλούσης ποινικές διώξεις για τις άνω πράξεις, επί των οποίων και εκδόθηκαν οι άνω αποφάσεις. Κατά των τελευταίων η κατηγορούμενη άσκησε την 17-4-2007 τις με αριθμό 1133/17-4-2007, 1128/17-4-2007, 1134/17-4-2007, 1135/17-4-2007 και 1131/17-4-2007 εφέσεις, αντιστοίχως, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατά τα προαναφερθέντα. Στις εφέσεις αυτές αναφέρει, ότι αυτές ασκούνται εμπροθέσμως, διότι κατά το χρόνο επιδόσεως των εκκαλουμένων, ως άνω, αποφάσεων και κλήσεων δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής, καθόσον διέμενε στην οδό ..... αριθ. ... στη ..... . Προβάλλει δηλαδή η εκκαλούσα με τις εφέσεις της ακυρότητα των γενομένων προς αυτήν επιδόσεων των εκκαλουμένων αποφάσεων και ενδεχομένως των κλητηρίων θεσπισμάτων. Όμως όπως προαναφέρθηκε, μόνη γνωστή κατοικία της εκκαλούσας - κατηγορουμένης, κατά τον άνω χρόνο επιδόσεως των εκκαλουμένων αποφάσεων και κλητηρίων θεσπισμάτων, ήταν η οδός ..... αριθ. ... του Δήμου ....., τα δε ενεργούντα τις επιδόσεις ως άνω όργανα δεν είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν κατά τον άνω χρόνο της επίδοσης ότι η εκκαλούσα - κατηγορουμένη είχε αποχωρήσει από το άνω κατάστημα που διατηρούσε στην παραπάνω διεύθυνση και διέμενε πλέον στη ....., στην οδό ..... αριθ. ..., αφού αυτή δεν είχε φροντίσει να αναγγείλει στην Εισαγγελική αρχή Θεσσαλονίκης, που ήταν αρμόδια και είχε παραγγείλει τις άνω επιδόσεις, την ως άνω αλλαγή της διεύθυνσής της, ώστε να κληθεί και επιδοθούν οι αποφάσεις που ήδη εκκαλεί, ως γνωστής διαμονής. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η ως άνω διεύθυνση που επικαλείται η εκκαλούσα, ήταν γνωστή στο ΤΕΒΕ, στην ΔΟΥ Νεάπολης Θεσσαλονίκης και στην Η' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης κατά το χρόνο της επίδοσης, αφού αυτά είναι τρίτα πρόσωπα μη αρμόδια να παραγγείλουν ως άνω επιδόσεις, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη. Κατ' ακολουθία αυτών, νόμιμα και εμπρόθεσμα έγινε η επίδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων και των ανωτέρω κλητηρίων θεσπισμάτων ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, και ο περί του αντιθέτου ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσάς απορρίπτεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, οι κρινόμενες εφέσεις ασκήθηκαν εκπροθέσμως στις 17-4-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της προβλεπομένης από την άνω διάταξη της παρ.1 του άρθρου 473 ΚΠΔ, προθεσμίας των 30 ημερών κατά 8 έτη περίπου, 7,5 έτη περίπου, 7,5 έτη περίπου, 7 έτη περίπου και 6 έτη περίπου, αφού οι εκκαλούμενες αποφάσεις επιδόθηκαν νομίμως στην εκκαλούσα τις 18-6-1999, 14-1-2000, 14-1-2000, 17-3-2000 και 25-5-2001, κατά τα προαποδειχθέντα. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες, κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, όπως στο διατακτικό. Επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας (άρθρο 476 ΚΠΔ)". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής των πέντε εφέσεων ως εκπρόθεσμων και ως εκ τούτου απαράδεκτων, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα των επιδόσεων των εκκαλούμενων πέντε αποφάσεων ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, τα αποδεικτικά από τα οποία αυτές προκύπτουν και το χρόνο ασκήσεως των πέντε εφέσεων. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με τις εφέσεις, ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει τις επιδόσεις των εκκαλούμενων αποφάσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της και περιορίστηκε στην αόριστη αναφορά ότι αυτή ήταν γνωστή, νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση της επαγγελματικής της μισθίας κατοικίας, στην οδό ..... αρ. ... της ....., που διατηρούσε κατάστημα και αναφέρεται στα παραδεκτώς αναγνωσθέντα σώματα των εκδοθεισών από την κατηγορουμένη πέντε αντίστοιχων ακάλυπτων τραπεζικών επιταγών που αποτελούν στοιχεία του εγκλήματος, ενώ δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, ώστε η κατηγορουμένη να δηλώσει, κατά το άρθρο 273 παρ.1 ΚΠοινΔ την κατοικία της. Εξάλλου και η συναφής αιτίαση, που προβάλλεται για την ακυρότητα της γενομένης κατά τα άνω επιδόσεως για το λόγο ότι η κατηγορουμένη αναζητήθηκε στο κατάστημά της αντί της κατοικίας της και ως μη ανευρεθείσα, η επίδοση έγινε με τοιχοκόλληση στο γραφείο του Δημάρχου του Δήμου ....., χωρίς προηγουμένως να αναζητηθεί αυτή και στην κατοικία της, είναι απορριπτέα για τους προεκτεθέντας λόγους, ενώ, βεβαιουμένου από το όργανο επιδόσεως στη συνταχθείσα έκθεση ότι η αναζητούμενη στο κατάστημά της κατηγορουμένη, στη τελευταία γνωστή διεύθυνση της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, δε βρέθηκε εκεί αυτή ή κάποιο από τα αναφερόμενα στην παραπάνω διάταξη πρόσωπα και ότι από έρευνα διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει αλλού γνωστή κατοικία της και είναι πλέον άγνωστης διαμονής, δεν είχε υποχρέωση το όργανο αυτό επιδόσεως, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, αφού δεν προβλέπεται από το άρθρο 155 και 156 του ΚΠοινΔ ή άλλη διάταξη, να αναζητήσει και τη συγκεκριμένη ως άνω διεύθυνση της κατοικίας της, αφού αυτή η διεύθυνση ήταν κατά τα πιο πάνω άγνωστη στην Εισαγγελική Αρχή και το όργανο επιδόσεως, μόνη δε γνωστή ήταν η διεύθυνση ως άνω της επαγγελματικής της εγκαταστάσεως, όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας της και επομένως οι ως άνω επιδόσεις ως άγνωστης διαμονής είναι σύννομες. Επομένως οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, για ελλιπή αιτιολογία και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ο λόγος αναιρέσεως, ότι επήλθεν ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το 171 ΚΠοινΔ, εκ του ότι "το άνω Δικαστήριο δεν έδωσε το λόγο στον εισαγγελέα να αποφανθεί και την ευκαιρία στην κατηγορουμένη να ανταπαντήσει και δεν εξέδωσε απόφαση επί της ποινής", διότι μετά την απόρριψη των εφέσεων ως απαράδεκτων, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, το Δικαστήριο δε μπορούσε να προχωρήσει περαιτέρω τη διαδικασία και να αποφανθεί επί της επιβληθείσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποινής. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 77/25-9-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 11407/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.