Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1674 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Πραγματογνωμοσύνη, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Η γραφολογική πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο, όμως, οφείλει, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμα της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Αιτιολογημένη παραδοχή πορισμάτων ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως, αντιθέτων προς τα πορίσματα δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Απόρριψη λόγου για έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν λήφθηκε η τελευταία υπόψη. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος για διακοπή, άλλως αναβολή, της δίκης λόγω κωλύματος του ενός από τους δύο συνηγόρους υπερασπίσεως του κατηγορουμένου. Αοριστία λόγου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ. Απαράδεκτο λόγων που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Αριθμός 1674/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιράκη, περί αναιρέσεως της 1417/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:
- Ψ1 και
- Ψ2 σύζ. Φ, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Λαμπράκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 14 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1153/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου
- Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση σε βάρος των Ψ2 και Ψ1 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Με σύμβαση που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων, με το από 15-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, στα ..., ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 κατέβαλε στον κατηγορούμενο (λόγω δανείου) το χρηματικό ποσό των 18.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί εντόκως - με τους νόμιμους τόκους τράπεζας - στις 15-11-
- Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι κατά την άνω ημεροχρονολογία (15-11-1999), ο κατηγορούμενος είχε υποχρέωση να επιστρέψει στον Ψ1 το συνολικό ποσό των 20.200.000 δρχ. για το κεφάλαιο και τους τόκους. Για την εξασφάλιση της πληρωμής της απαίτησής του αυτής ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε και πέτυχε να εκδοθεί η 15587/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 20.200.000 δρχ., στο περιγραφόμενο σ` αυτή (απόφαση) ακίνητο του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος είχε παραστεί αυτοπροσώπως, κατά τη συζήτηση της αίτησης στις 19-5-1999, και είχε συνομολογήσει τα πραγματικά περιστατικά της αίτησης, δηλαδή και την ύπαρξη της απαίτησης του πολιτικώς ενάγοντος από τη σύμβαση του δανείου, συναινώντας για τη λήψη του ως άνω ασφαλιστικού μέτρου (ΚΠολΔ 706). Ο κατηγορούμενος όμως μέχρι τις 30-9-2000 δεν είχε αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό που δανείστηκε με τους συμφωνημένους τόκους. Ισχυρίστηκε ότι το παραπάνω από 15-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε με σκοπό να εξασφαλιστεί ο πολιτικώς ενάγων για άλλα χρηματικά ποσά που του δάνεισε στο παρελθόν και ότι, σε κάθε περίπτωση, έχει ήδη εξοφλήσει το μεγαλύτερο μέρος από την οφειλή του αυτή, επικαλούμενος και προσκομίζοντας και τις σχετικές από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις είσπραξης που φέρουν την υπογραφή της μητέρας του πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 - πολιτικώς ενάγουσας κι` αυτής, η οποία λόγω της απουσίας του ενεργούσε για λογαριασμό του ως εξουσιοδοτημένη από αυτόν και του ιδίου. Ο Ψ1 αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπογραφών της μητέρας του στις ως άνω αποδείξεις κατά την εκδίκαση της από 2-12-2002 ανακοπής του κατηγορουμένου με αντικείμενο την ακύρωση της σε βάρος του επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την 25-11-2003 και το δικαστήριο αυτό με την υπ` αριθ. 1642/2004 απόφασή του διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα τη Γ, προκειμένου αυτή να γνωμοδοτήσει για τη γνησιότητα των υπογραφών στις από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις στις οποίες φέρεται να έχει υπογράψει η Ψ
- Η πραγματογνώμονας με την υπ` αριθ. καταθ. ... γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές που εμφαίνονται στις από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις έχουν τεθεί από τη μητέρα του Ψ
- Γραφολογική εξέταση, κατ` εντολή του ίδιου του κατηγορουμένου, διενήργησε και ο ..., ο οποίος, εξετάσας τις υπογραφές στα κρίσιμα ως άνω έγγραφα με τις δειγματικές υπογραφές της Ψ2, γνωμοδοτεί με την από 28-2-2009 έκθεσή του ότι οι υπογραφές σ` αυτά είναι γνήσιες υπογραφές της τελευταίας (Ψ2). Αντίθετα, ο γραφολόγος Γ2 που διενήργησε γραφολογική κατ` εντολή του Ψ1, με το σκεπτικό ότι και οι δύο ελεγχόμενες υπογραφές επί των αντιστοίχων αποδείξεων που αποδίδονται στην Ψ2 αποτελούν μεν ταχείας χάραξης υπογραφικό τύπο, ο οποίος όμως στη δομή των επιμέρους γραμμάτων και σχηματισμών εμφανίζει σοβαρές αποκλίσεις από το γνήσιο υπογραφικό τύπο της Ψ2, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τη στενότητα των περιθωρίων παραλλαγής του. Ότι αυτή ακριβώς η σύμπτωση, δηλαδή η χάραξη χωρίς αντικειμενικά ευρήματα, αλλά σε σοβαρή απόκλιση από τις ειθισμένες γραφικές συνήθειες του προσώπου που φέρεται ότι υπέγραψε, αποτελεί την τυπική περίπτωση της αποτυχημένης ελεύθερης απομίμησης, ότι και οι δύο
(2)ελεγχόμενες υπογραφές εμφανίζουν μια σοβαρή παράλειψη στην οποία ουδέποτε θα υπέπιπτε η Ψ2, αν πράγματι είχε υπογράψει τις αποδείξεις αυτές, ότι πρόκειται για τον ευκρινή σχηματισμό του μικρού "σ", το οποίο απαντάται σε όλες τις γνήσιες υπογραφές που εξετάστηκαν (πάνω από 200 γνήσιες υπογραφές). Και οι δύο
(2)ελεγχόμενες υπογραφές στις παραπάνω αποδείξεις (και που αφορούν εν προκειμένω αφού μόνο γι` αυτές έχει κηρυχθεί ένοχος με την εκκαλουμένη απόφαση ο κατηγορούμενος) αποτελούν μία "νεκρή" σχηματική υπογραφική παράσταση η οποία μπορεί να έχει χαραχθεί με ταχύτητα, πλην όμως στερείται αυθεντικότητας και των ιδιαιτέρων γραφολογικών γνωρισμάτων των γνησίων υπογραφών της Ψ2, όπως αυτά απομονώθηκαν στους συγκριτικούς πίνακες. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενες υπογραφές της Ψ2 στις από 29-4-2001 και 26-9-2001 αποδείξεις δεν έχουν χαραχθεί από το χέρι της, αλλά πλαστογραφήθηκαν από άλλο άγνωστο πρόσωπο με αποτυχημένη ελεύθερη απομίμηση του γνήσιου υπογραφικού της τύπου. Η τελευταία αυτή γραφολογική γνωμοδότηση με ημερομηνία 23-10-2007 κρίνεται πιο πειστική σε σχέση με τις προηγούμενες (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδότηση) και σε συνδυασμό με τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου και εν γένει αποδεικτική διαδικασία) αποδεικνύεται κατά τρόπο απόλυτο, με το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που πλαστογράφησε τις υπογραφές της Ψ2, με σκοπό, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, να παραπλανήσει το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου συνεζητείτο στις 5-12-2002 η από 2-12-2000 αίτησή του περί αναστολής εκτελέσεως της σε βάρος του επισπευδόμενης αναγκαστικής κατασχέσεως. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ το λογικό και εύλογο και το συνήθως συμβαίνον στις συναλλαγές είναι ότι με την εξόφληση γραμματίου να ζητείται από τον οφειλέτη η παράδοσή του ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι δεν του αποδόθηκαν τα αντίστοιχα γραμμάτια, χωρίς να επικαλείται οποιαδήποτε εξήγηση...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που αναφέρθηκε παραπάνω, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστά έγγραφα (δύο αποδείξεις και ένα χειρόγραφο σημείωμα) με σκοπό την παραπλάνηση άλλου (του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) με τη χρήση τους, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, είχε εξοφλήσει το δανειστή του Ψ1 και, επομένως, η από 2.12.2000 αίτησή του περί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπευδόταν σε βάρος του ήταν βάσιμη) και ότι, στη συνέχεια, έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων. Εκτίθεται δε, με εκτενή σκέψη, γιατί κρίθηκε πιο πειστική η γραφολογική γνωμοδότηση του Γ2 έναντι της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Γ και της γνωμοδοτήσεως του .... Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συγκεκριμένα γιατί δεν λήφθηκε υπόψη η έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Γ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκε η από 29 Νοεμβρίου 2009 "εξώδικη εντονότατη διαμαρτυρία, κατεπείγουσα πρόσκληση άμεσης παράδοσης τραπεζικών αποδείξεων και προσκόμισή τους στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 9ης Δεκεμβρίου 2009 - μηνυτήρια αναφορά - του αναιρεσείοντος και του επίσης κατηγορουμένου αδελφού του Ζ, που απευθύνεται προς το δευτεροβάθμιο Δ` Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθήνας δια του Εισαγγελέα Εφετών Αθήνας" είναι απαράδεκτη, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν προσκόμισε ο αναιρεσείων (και μοναδικός κατηγορούμενος) τέτοιο έγγραφο, ώστε να αναγνωσθεί αυτό και να συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ο αυτός λόγος, κατά τα λοιπά, συνοψιζόμενες, όπως εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, γιατί βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349§1 εδ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες". Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σημαντικά αίτια πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ρ υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης για μια εβδομάδα λόγω ασθενείας του δευτέρου συνηγόρου υπερασπίσεως Τ, άλλως αναβολής για τη συντομότερη δυνατή δικάσιμο, ενώ ο ίδιος είχε διορισθεί πρόσφατα και δεν είχε προλάβει να ενημερωθεί πλήρως για την υπόθεση. Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Κατά τη δικάσιμο της 1-2-2000 που είχε προσδιοριστεί να δικαστεί η υπόθεση ο κατηγορούμενος ζήτησε τη διακοπή της συζήτησης (άρθρ. 375 ΚΠΔ), άλλως την αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο, λόγω ασθενείας του ετέρου (δευτέρου) συνηγόρου του Τ. Πράγματι από τα σχετικά έγγραφα που προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν στο Δικαστήριο προέκυπτε η ασθένεια του δικηγόρου αυτού και το Δικαστήριο, λόγω κινδύνου παραγραφής του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο εγκλήματος με χρόνο τέλεσης 5-12-2002, έκρινε επιβεβλημένη τη διακοπή της συνεδρίασης για την 8-2-2010 οπότε και είχε αρθεί το κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου. Κατά τη συνεδρίαση της 8.2.2010 και παρόντος του κατηγορουμένου και του εκ των συνηγόρων του Ρ ζητήθηκε νέα διακοπή της συνεδρίασης ή αναβολή της δίκης, λόγω νέου (διαφορετικού του πρώτου) προβλήματος υγείας του δικηγόρου Τ (οξεία εμπύρετη λοίμωξη). Λόγω όμως του χρόνου τέλεσης του αποδιδόμενου εγκλήματος και του κινδύνου παραγραφής του και λαμβανομένου υπόψη ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη διορίσει και τον υπερασπίζεται ο επιλογής του δικηγόρος Ρ, το δικαίωμα για διακοπή ή αναβολή της δίκης υποχωρεί και το υποβληθέν σχετικό αίτημα να καθίσταται αβάσιμο και απορριπτέο". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα (νέας) διακοπής, άλλως αναβολής της δίκης ως αβάσιμο και στην οποία, πάντως, εκ περισσού αναφέρεται η επικείμενη παραγραφή της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούσε να διακοπεί και πάλι ή να αναβληθεί η δίκη και δη ότι η επικαλουμένη ασθένεια του συνηγόρου του κατηγορουμένου Τ ήταν διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε διακοπεί η δίκη την πρώτη φορά (κατά τη συνεδρίαση της 1.2.2010), ενώ ο κατηγορούμενος δεν θα στερείτο, από την απουσία του ως άνω συνηγόρου του, τα δικαιώματά του, εφόσον είχε διορίσει και δεύτερο δικηγόρο, τον Ρ, ο οποίος και τον εκπροσωπούσε. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι διορίστηκε πρόσφατα και δεν είχε πλήρη γνώση της υποθέσεως προβλήθηκε εντελώς αορίστως και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ` αυτού. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ και Α ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 15.9.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), είναι δε παραδεκτοί ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως (της ελλείψεως αιτιολογίας), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος και για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αφού στερήθηκε αυτός του δικαιώματος να εκπροσωπηθεί και από δεύτερο δικηγόρο της επιλογής του (το Τ), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το κυρίως δικόγραφο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510§1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ), χωρίς, όμως, να αναφέρει ποια διάταξη παραβιάσθηκε και τη μορφή της παραβιάσεώς της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτος και απορριπτέος. Τέλος, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, στα πλαίσια του ιστορικού της ουσίας της υποθέσεως (που, όπως αναφέρθηκε, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), υποβάλλει, με τα δικόγραφα της κυρίας αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, αίτημα να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, ώστε να σχηματισθεί έκθεση με τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από τους Ψ1 και Ψ2. Το αίτημα αυτό είναι αβάσιμο, εφόσον κανένα απολύτως γεγονός, το οποίο να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, δεν ανέκυψε κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης, όσα δε υποστηρίζει ο αναιρεσείων, όπως και παραπάνω έχει εκτεθεί, άπτονται της ουσίας της υποθέσεως και απαραδέκτως προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. πρωτ. 122/8 Απριλίου 2010) αίτηση του Χ μετά των από 14/15 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1417/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ