Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1675 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας, Αποφάσεως συμπλήρωση. Περίληψη: Συμπλήρωση αποφάσεως Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία λήφθηκε απόφαση επί της ουσίας υποθέσεως, πλην δεν περιέχει αυτή διατακτικό γιατί από νομικό σφάλμα, παραπέμφθηκε η υπόθεση αυτή, λόγω λήψεως της αποφάσεως με διαφορά μιας ψήφου, στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την παραπομπή της υποθέσεως σ' αυτήν απαράδεκτη. Η (ελλιπής) απόφαση του Τμήματος δεν έχει ενδοδιαδικαστικό χαρακτήρα, αλλά είναι οριστική. Επανάληψη της διαδικασίας σε όφελος του καταδικασμένου. Ακύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών ως προς όλους τους καταδικασμένους για εσχάτη προδοσία και οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής. Παρέμβαση στην επί της διορθώσεως ή συμπληρώσεως δίκη οποιουδήποτε δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ελλιπής απόφαση είναι απαράδεκτη. Παθών από την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο φερόμενος ως δράστης, ως έχων συμφέρον να διατηρηθεί η καταδίκη, δικαιούται να παρέμβει στο συμβούλιο που κρίνει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχε παραστεί αυτός ως πολιτικώς ενάγων κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Αποβολή πολιτικώς ενάγοντος που παρενέβη το πρώτον στη δίκη περί συμπληρώσεως αποφάσεως και δεν είχε παρασταθεί ούτε στη δίκη, της οποίας ζητείται η επανάληψη. Αριθμός 1675/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάτο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την από 15 Νοεμβρίου 1922, απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών και συμπλήρωση της υπ'αριθ.1533/2009 αποφάσεως του Ζ'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (Σε Συμβούλιο). Το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας (και συμπλήρωση της υπ'αριθ.1533/2009 αποφάσεως του Ζ'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου), για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του με αριθμό 156/22-4-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατόπιν της από 20 Ιανουαρίου 2008 και με ημερομηνία καταθέσεως 12 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεως του ..., συνταξιούχου ..., κατοίκου ..., με Αριθμό Δελτίου Ταυτότητος ... του Αστυνομικού Τμήματος Ασφαλείας ..., Δ.Ο.Υ. ... και Α.Φ.Μ. ..., που κατατέθηκε από τον Δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Γερ. Βασιλάτο, Α.Μ. του Δ.Σ.Α. 5623, κάτοικο Αθηνών, οδός Σόλωνος αριθμ. 34, δυνάμει της από 12-2-2008 εξουσιοδοτήσεως που έχει επικυρωθεί από το Αστυνομικό Τμήμα Νέας Ερυθραίας, με την οποία αιτείται με την ιδιότητα του εγγονού του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους έξι που εκτελέστηκαν για εσχάτη προδοσία σε σύνολο οκτώ καταδικασθέντων, και συγκεκριμένα εκ των εξής έξι
(6)εκτελεσθέντων : 1) Δημήτριο Γούναρη, 2) Νικόλαο Στράτο, 3) Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, 4) Νικόλαο Θεοτόκη, 5) Γεώργιο Χατζηανέστη, 6) Γεώργιο Μπαλτατζή, και από τους 7) Ξενοφώντα Στρατηγό και 8) Μιχαήλ Γούδα εκ των συνολικά οκτώ καταδικασθέντων από τους οποίους οι δύο τελευταίοι δεν εκτελέσθηκαν, με την από 15 Νοεμβρίου 1922 απόφαση του εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου που συνεδρίασε στην Αθήνα από 31 Οκτωβρίου 1922 και δημοσίευσε την πρωΐ της 15 Νοεμβρίου 1922 την σχετική καταδικαστική απόφαση, την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ των καταδικασθέντων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 και 2, 527 παρ. 1 και 3, και, 528 παρ. 1 και 6 του Κωδ. Ποιν. Δικ. δοθέντος ότι με βάση νεότερα γεγονότα και αποδείξεις καταδεικνύεται ότι οι καταδικασθέντες είναι αθώοι. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1533/24 Ιουνίου 2009 απόφαση του Ζ'Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου - σε Συμβούλιο, η οποία δέχθηκε κατά πλειοψηφία και συγκεκριμένα τρεις από τους δικαστές τάχθηκαν υπέρ έναντι δύο οι οποίοι τάχθηκαν κατά, ότι : είναι βάσιμη η εν λόγω αίτηση κατ' ουσία και έπρεπε ως εκ τούτου να γίνει δεκτή. Επειδή όμως κρίθηκε ότι η πλειοψηφία εν προκειμένω λόγω της σπουδαιότητος της υποθέσεως που συγκλόνισε τον Νεώτερο Ελληνισμό ήταν ισχνή, το Δικαστήριο την παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την ως άνω απόφασή του (υπ' αριθμ. 1533/24-6-2009) ώστε να κρίνει αυτή εάν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις για να γίνει δεκτή η εν λόγω αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Η Τακτική Ποινική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, Β' Σύνθεση - σε Συμβούλιο, με την υπ' αριθμ. 2/14 Ιανουαρίου 2010 απόφαση έκρινε ότι το αρμόδιο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου είναι αποκλειστικά αρμόδιο να εξετάσει εάν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525, 527 και 528 του Κωδ. Ποιν. Δικ., αφού δεν προβλέπεται κανένα ένδικο μέσο κατ' αυτής αποφάσεως). Επομένως εφόσον δεν προβλέπεται από τον νόμο δυνατότητα παραπομπής της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και ούτε αναγνωρίζεται σχετική δυνατότητα στην Ολομέλεια να κρίνει την εν λόγω υπόθεση, η προκειμένη παραπομπή δεν είναι παραδεκτή, και ότι το δικαστήριο που επελήφθη της εν λόγω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας όφειλε, μετά την ως άνω κρίση του, να ολοκληρώσει την διαδικασία σύμφωνα με όσα ορίζονται στον νόμο, δηλαδή είτε να διατάξει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας με την διεξαγωγή νέας δίκης, εάν θεωρούσε ότι ήταν αναγκαία, είτε σε αντίθετη περίπτωση να εφαρμόσει τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 370 περ. β Κωδ. Ποιν. Δικ., και 111, 112, 113 του Ποινικού Κώδικα, και για τον λόγο αυτό κήρυξε απαράδεκτη την παραπομπή (βλέπετε σχετικώς) και την ανέπεμψε στο ίδιο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου που την εξέδωσε, Ζ' Ποινικό Τμήμα - σε Συμβούλιο, προς συμπλήρωση. Επειδή, στο σκεπτικό της πλειοψηφίας της εν λόγω υπ' αριθμ. 1533/24-6-2009 αποφάσεως, αντικρούεται μέρος μόνο της κατηγορίας με βάση την οποία καταδικάστηκαν στη ποινή του θανάτου και εκτελέστηκαν οι έξι
(6)από τους οκτώ
(8)καταδικασθέντες, μεταξύ των οποίων και ο παππούς του αιτούντος Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, και συγκεκριμένα με ό,τι έχει σχέση ως προς την κατάρρευση του Μετώπου της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά την εκδήλωση της Τουρκικής επιθέσεως στις 13 Αυγούστου 1922 και μέχρι το τέλος ιδίου μηνός που αναγκάστηκε η εν λόγω Στρατιά να αποχωρήσει από τα εδάφη της ΙΩΝΙΑΣ. Αλλά και αυτήν ακόμη αποσπασματικά χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία στα υπόλοιπα σκέλη της κατηγορίας τα οποία αναφέρονται σε πράξεις και παραλείψεις όσον αφορά την διαχείρηση των πολιτικών και στρατιωτικών πραγμάτων από τις Μετανοεμβριανές κυβερνήσεις, στις οποίες συμμετείχαν οι εκτελεσθέντες Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, και τους διορισμένους από αυτές στρατιωτικούς ηγήτορες μεταξύ των οποίων και ο διοικητής Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιος Χατζηανέστης, κατά το χρονικό διάστημα από τις 3 Νοεμβρίου 1920 μέχρι και το τέλος Αυγούστου 1922, σε συνδυασμό οπωσδήποτε και με το σκεπτικό της καταδικαστικής αποφάσεως του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου με το οποίο αποτελούν μία ολότητα (σκεπτικό - διατακτικό). Πράγμα που έχει ως συνέπεια να μένει μετέωρη η αντίκρουση της κατηγορίας και ως προς τα σκέλη αυτά της καταδικαστικής αποφάσεως, και να καταλείπονται έτσι σκιές ότι οι εν λόγω καταδικασθέντες δεν εκτέλεσαν ενδεχομένως το καθήκον τους κατά την διαχείριση εθνικών θεμάτων· και ότι ως εκ τούτου είναι υπεύθυνοι ούτως ή άλλως για την Μικρασιατική Καταστροφή. Επιβάλλεται επομένως η συμπλήρωση του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 1533/2009) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 145 παρ. 1 και 2, και, 528 παρ. 1 και 6 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 παρ. 3 του Κωδ. Ποιν. Δικ., καθώς και η συμπλήρωση της αποφάσεως με την προσθήκη του διατακτικού που λείπει από αυτήν. Απαραίτητη προϋπόθεση για την συμπλήρωση του σκεπτικού είναι η ιστορική αναδρομή προκειμένου να κατανοηθούν τα αίτια τα οποία προκάλεσαν την Μικρασιατική περιπέτεια, και την καταστροφή που εν συνεχεία επακολούθησε η οποία κατέληξε σε εθνική τραγωδία με την έξωση των Ελλήνων από την ΙΩΝΙΑ. Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο που ώθησε τους δύο μεγάλους συνασπισμούς ΑΝΤΑΝΤ (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσσία-Ιταλία) και Κεντρικές Αυτοκρατορίες (Γερμανία-Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία) που συγκρούοντο για την κυριαρχία στην Ευρώπη και στον Κόσμο, να αναζητούν με επιμονή συμμάχους και να ερευνούν να βρούν τρόπους που θα έδιναν την δυνατότητα γρήγορης νίκης του ενός συνασπισμού εναντίον του άλλου. Μέσα στα πλαίσια του τρομερού αυτού ανταγωνισμού εντάσσεται και το δέλεαρ της εκχωρήσεως της ΙΩΝΙΑΣ στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Η πίεση που ασκήθηκε στην Ελλάδα προκειμένου να μπει στον πόλεμο υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ ήταν πολύ μεγάλη, και ήταν εκείνη που προκάλεσε τον Εθνικό διχασμό, διότι διαμορφώθηκαν δύο διαμετρικά αντίθετες πολιτικές γραμμές που τις υποστήριζαν φανατικοί οπαδοί. Κορυφαίοι πρωταγωνιστές των αντιθέτων πολιτικών αντιλήψεων ήσαν ο τότε Βασιλεύς Κωνσταντίνος από την μία πλευρά και ο τότε Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος από την άλλη. Ο Κωνσταντίνος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αναμείνει τις εξελίξεις και να πράξει αναλόγως. Ενώ ο Βενιζέλος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να μπει αμέσως στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ καθόσο προέβλεπε ότι επρόκειτο να είναι ο βέβαιος νικητής στη παγκόσμια αυτή σύρραξη, διότι έτσι μόνο κατά τον Βενιζέλο μπορούσε να επεκτείνει την εθνική της κυριαρχία στις ακτές και στην ενδοχώρα της ΙΩΝΙΑΣ στη Μικρά Ασία σε βάρος της Τουρκίας, η οποία από εσφαλμένο υπολογισμό είχε συνταχθεί με το μέρος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, από το οποίο σφάλμα οι Έλληνες έπρεπε να επωφεληθούν οπωσδήποτε. Ο Κωνσταντίνος αντιθέτως υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε να αποφύγει τον πειρασμό αυτό για να μην μπει σε περιπέτειες. Επομένως εφόσον ο Εθνικός Διχασμός θεωρείται ως μία από τις βασικές αιτίες της Μικρασιατικής Καταστροφής, είναι αναγκαία η εξιστόρηση των γεγονότων από την έναρξη τούτου μέχρι την έξωση των Ελλήνων από την ΙΩΝΙΑ με την οποία ουσιαστικά τερματίζεται ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, δοθέντος ότι η Μικρασιατική εκστρατεία συνδέεται αναπόσπαστα με αυτόν του οποίου άλλωστε αποτελεί φυσική προέκταση. Διότι έτσι μόνο μπορεί να καταδειχθεί η αθωώτητα των καταδικασθέντων λόγω του ότι δεν άσκησε ο Εθνικός Διχασμός την νομιζόμενη γενικώς επιβλαβή επιρροή του στη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά άλλα γεγονότα ανεξάρτητα εκείνου επέδρασαν αποφασιστικά στη δυσμενή για τους Έλληνες τροπή των πραγμάτων. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως ακολούθως: Τον Ιούνιο του 1914 κανένας ευρωπαίος ακόμη και ο πλέον απαισιόδοξος δεν μπορούσε να φαντασθεί ότι η ΕΙΡΗΝΗ που απολάμβαναν μακάρια από το τέλος του μεγάλου πολέμου μεταξύ Γαλλίας - Πρωσσίας κατά τα έτη 1870 - 1871 ευρίσκετο στο χείλος της Αβύσσου. Οι σφαίρες όμως από το πιστόλι ενός νεαρού Σερβοβόσνιου ονόματι Γαβρήλο Πρίντσιπ που έκοψαν το νήμα της ζωής του Διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας του Οίκου των Αψβούργων Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του Σοφίας, στις 11 και 37'ακριβώς της 28ης Ιουνίου 1914 στο Σεράγεβο της Βοσνίας κατά την εκεί επίσημη επίσκεψή τους, άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου σε έναν πολεμικό αρμαγεδδώνα που επρόκειτο να σαρώσει την Ευρώπη πρωτίστως από το ένα έως το άλλο άκρο, την Μέση Ανατολή αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο που πήρε το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς των κυρίως εμπλεκομένων μερών στη παγκόσμια σύρραξη μεταξύ της Τριπλής Συνεννοήσεως : Αγγλίας - Γαλλίας - Ρωσσίας (ΑΝΤΑΝΤ) αφενός και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, Γερμανίας - Αυστροουγγαρίας αφετέρου. Στις 3 Αυγούστου 1914 με την εισβολή των Γερμανών στο ουδέτερο Βέλγιο, ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός. Η κήρυξη του πολέμου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το σύνολο σχεδόν των κατοίκων της υπαίθρου και των πόλεων των εμπολέμων κρατών, οι οποίοι πίστευαν πεπλανημένα ότι ο πόλεμος επρόκειτο να διαρκέσει το πολύ μέχρι τα Χριστούγεννα του ιδίου έτους
(1914). Ο πόλεμος όμως επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι τις 11 Νοεμβρίου
- Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών στρατιωτών του πολέμου ανήλθε περίπου σε 9.500.
- Κατά την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου τόσο ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και ο τότε Βασιλεύς της Ελλάδος Κωνσταντίνος διακήρυξαν ότι η Ελλάδα σκοπεύει να παραμείνει Ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος όμως πίστευε ότι η Ουδετερότητα δεν είναι πολιτική, έτσι έπεισε τον Κωνσταντίνο να δηλώσουν προς τις Δυνάμεις της Τριπλής Συνεννόησης ή άλλως Εγκαρδίου Συνεννοήσεως (Αγγλίας - Γαλλίας - Ρωσσίας) ότι αποφάσισαν να προσχωρήσουν στο Συνασπισμό τους. Πράγματι στις 18 Αυγούστου 1914 από κοινού ο Πρωθυπουργός και ο Βασιλεύς της Ελλάδος ανακοίνωσαν στο Παρίσι και στο Λονδίνο ότι από την στιγμή εκείνη έπρεπε να θεωρούν την Ελλάδα ως σύμμαχό τους. Το Παρίσι όμως και το Λονδίνο απάντησαν ότι αποδέχονται την προσφορά της Ελλάδος, μόνο εφόσον συνοδεύεται και από όμοια προσφορά της Βουλγαρίας, Τουρκίας και Ρουμανίας. Εφοβούντο προφανώς ότι εάν σε αυτό το στάδιο αποδέχοντο την προσφορά μόνο της Ελλάδος υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ, η Βουλγαρία και η Τουρκία που είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα τόσο με την Ελλάδα όσο και μεταξύ τους, και συγκεκριμένα τότε η Βουλγαρία επωφθαλμιούσε την Μακεδονία και την Ανατολική Θράκη, υπήρχε κίνδυνος να προσχωρήσουν είτε η Βουλγαρία είτε η Τουρκία είτε αμφότερες στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Έτσι η προσφορά της Ελλάδος για συμμαχία με την ΑΝΤΑΝΤ κατά το στάδιο αυτό παρέμεινε μετέωρη. Στο μεταξύ στις 11 Αυγούστου 1914 το γερμανικό θωρηκτό "Γκαίμπεν" και το εύδρομο (ελαφρύ ταχύπλοο) καταδρομικό "Μπρεσλάου" αφού κατόρθωσαν να διαφύγουν από την καταδίωξη ισχυρών αγγλικών και γαλλικών πολεμικών, μπόρεσαν να εισέλθουν έγκαιρα στα Στενά των Δαρδανελλίων και να αγκυροβολήσουν μπροστά στη Κωσταντινούπολη. Για να μην τα παραδώσουν οι Νεότουρκοι Ταλαάτ, Εμβέρ, Τζεμάλ, Τζαβήτ κ.λ.π. που τότε είχαν τον πολιτικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο συμμαχικό στόλο της ΑΝΤΑΝΤ που απαιτούσε την άμεση παράδοσή τους, διότι η Τουρκία ήταν τότε σε κατάσταση Ενόπλου Ουδετερότητος, ισχυρίσθηκαν ότι τα αγόρασαν από τους Γερμανούς. Προκειμένου μάλιστα να πείσουν τους Άγγλους - Γάλλους ότι η φημολογούμενη πώληση είχε συντελεσθεί πράγματι, μετωνόμασαν το μεν θωρηκτό "Γκαίμπεν" σε Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ" και το ελαφρύ καταδρομικό "Μπρεσλάου" σε "Μιδιλλί", αλλά όμως και τα δύο εξακολουθούσαν να έχουν γερμανικά πληρώματα και να τελούν υπό τις διαταγές του ναυάρχου Φον Ουζεδόμ. Παρά την σημαντική ενίσχυση του τουρκικού στόλου με τα πολεμικά αυτά, η Τουρκία δίσταζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Για να δώσει ένα τέλος στην εκκρεμότητα που είχε δημιουργηθεί και στο εντεύθεν αδιέξοδο για τα γερμανικά συμφέροντα, ο ναύαρχος Φον Ουζεδόμ όπως ο ίδιος λέει πήρε την απόφαση και την ευθύνη φυσικά να οδηγήσει τα πράγματα σε τέτοιο σημείο από το οποίο να μην μπορεί να υπάρξει για την Τουρκία καμία επιστροφή. Έτσι στις 16 Οκτωβρίου 1914 αφού τέθηκε επί κεφαλής του θωρηκτού "Γκαίμπεν" που είχε μετωνομασθεί σε "Σουλτάν Γιαβούζ Σελίμ" και του ελαφρού καταδρομικού "Μπρεσλάου" που είχε μετωνομασθεί σε "Μιδιλλί" καθώς επίσης και των τορπιλλοβόλων του τουρκικού στόλου που τελούσαν υπό γερμανική διοίκηση, σήκωσαν τις άγκυρες και κατευθύνθηκαν στη Μαύρη θάλασσα. Σύντομα ο κόσμος επρόκειτο να μάθει συνταρακτικά νέα : Το θωρηκτό "Γκαίμπεν" βομβάρδισε την Οδησσό και το καταδρομικό "Μπρεσλάου" αποθήκες πετρελαίου στο Νοβορωσίσκ. Δύο ημέρες αργότερα ο Οθωμανός Σουλτάνος Μεχμέτ Ρεσάτ ο Ε' είχε στα χέρια του την κήρυξη του πολέμου εκ μέρους της Ρωσσίας, την οποία ακολούθησαν εντός ολίγου χρόνου και οι αντίστοιχες της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Με τον τρόπο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία σύρθηκε εκούσα - άκουσα στη Παγκόσμια Σύρραξη, στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Μετά την εξέλιξη αυτή η Μεγάλη Βρεταννία για αντίποινα προσάρτησε οριστικά στη Βρεταννική Αυτοκρατορία την νήσο Κύπρο, η οποία της είχε εκχωρηθεί από την Τουρκία ως εκδήλωση ευαρέσκειας για την σθεναρή στάση της να εμποδίσει την Ρωσσία να διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τον Μεγάλο Ρωσσοτουρκικό Πόλεμο των ετών 1877 -
- Για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία σχετικά με τις ήδη εξωτερικευθείσες προθέσεις τους, τα πολεμικά της Μεγάλης Βρεταννίας και Γαλλίας βομβάρδισαν με σφοδρότητα τον μήνα Οκτώβριο 1914 τα εξωτερικά οχυρά της εισόδου των Δαρδανελλίων. Παρά την επίδειξη ισχύος εκ μέρους των ναυτικών δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, η κατάσταση παρέμεινε στο μέτωπο αυτό στάσιμη. Στις αρχές όμως Ιανουαρίου 1915 οι Ρώσσοι ζήτησαν επειγόντως από την Βρεταννία να παραβιάσει τα Δαρδανέλλια για να την ανεφοδιάσει με όπλα και πολεμικό υλικό, διότι ευρίσκετο σε δεινή θέση πιεζόμενη από τους Γερμανούς στο ανατολικό ευρωπαϊκό θέατρο πολέμου και από τους Τούρκους στο μέτωπο του Καυκάσου. Τι είχε συμβεί; Με την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στο Δυτικό Μέτωπο στις αρχές Αυγούστου 1914, και συγκεκριμένα με την μαζική εισβολή 1.500.000 Γερμανών στο Βέλγιο του οποίου παρεβίασαν την Ουδετερότητα, προκειμένου να παρακάμψουν τα Γερμανο - Γαλλικά σύνορα, τα οποία λόγω της στενότητος του Μετώπου και του τεράστιου αριθμού οχυρών θέσεων προς την γαλλική πλευρά ήσαν αδιαπέραστα, αφού σάρωσαν τις δυνάμεις των Βέλγων καθώς και τις ενισχύσεις που έστειλαν οι Γάλλοι για να τους αναχαιτίσουν όρμησαν ακάθεκτοι στις πεδιάδες της βόρειας Γαλλίας με σκοπό σύμφωνα με το Σχέδιο ΣΛΗΦΕΝ, που είχε καταστρωθεί πολλά έτη πριν από την παγκόσμια σύρραξη να υπερκεράσουν το Παρίσι από τα δυτικά ώστε να εγκλωβίσουν με έναν ελιγμό γιγαντιαίας τανάλιας ό,τι είχε απομείνει από τον γαλλικό στρατό και να κερδίσουν έτσι τον πόλεμο. Μπροστά στον τρομερό αυτό κίνδυνο που αντιμετώπιζαν οι Γάλλοι ο πρεσβευτής τους στη Πετρούπολη Μωρίς Παλεολόγκ πίεζε τον Ρώσσο Τσάρο Νικόλαο τον Β' να επισπεύσει την προώθηση του Ρωσσικού οδοστρωτήρα στην καρδιά της Γερμανίας. Πράγματι οι Ρώσσοι από τις πρώτες κιόλας ημέρες που άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Δυτικό Μέτωπο εισέβαλαν με δύο στρατιές στο έδαφος της ανατολικής Πρωσσίας. Η 1η στρατιά υπό τον Ρώσσο στρατηγό με το γερμανικό όνομα Παύλος Φον Ρέννενκαμπφ εισέβαλε αρχές Αυγούστου του 1914 στην Ανατολική Πρωσσία από το Νιέμεν. Ενώ η 2η στρατιά υπό τον Ρώσσο στρατηγό Αλέξανδρο Βασίλιεβιτς Σαμσόνωφ εισέβαλε στην Ανατολική Πρωσσία από το νότιο αυτής μέρος στο Νάρεβ. Οι δύο ρωσσικές στρατιές συνολικά 500.000 κατευθύνοντο προς το Καίνισμπεργ (Konigsberg) για να συντρίψουν μέσα σε ένα τεράστιο θύλακα την 8η (όγδοη) γερμανική στρατιά υπό τον στρατηγό Μαξ Φον Πρίττβιτς (Max von Prittwitz) της οποίας η αριθμητική δύναμη δεν υπερέβαινε τις 180.000 και η οποία παρεμβαλλόταν ανάμεσα στις δύο. Κατόπιν και οι δύο ρωσσικές στρατιές θα εστρέφοντο προς το Βερολίνο. Έτσι συνέβη το εξής παράδοξο : την στιγμή που οι Γερμανοί απειλούσαν το Παρίσι, οι Ρώσσοι απειλούσαν το Βερολίνο. Αλλά ενώ ο διοικητής της όγδοης γερμανικής στρατιάς, Μαξ Φον Πρίττβιτς έχει σχεδόν καταφέρει να αναχαιτίσει την προέλαση της 1ης ρωσσικής στρατιάς υπό τον Παύλο Φον Ρέννενκαμπφ στη μάχη του Γκουμπίννεν, το νευρικό του σύστημα εντούτοις λόγω του ότι ήταν συνεχώς σε υπερένταση ευρίσκετο στα πρόθυρα καταρρεύσεως. Έτσι όταν έφθασε η είδηση ότι και η 2η ρώσσικη στρατιά υπό τον Αλέξανδρο Βασίλιεβιτς Σαμσόνωφ κινείται και αυτή εναντίον του από τον νότο, χάνει την ψυχραιμία του και μαζί με αυτήν και την ικανότητά να αναλύει τα πραγματικά δεδομένα με νηφαλιότητα και να παίρνει τις σωστές αποφάσεις και δίνει εντολή να υποχωρήσει η όγδοη γερμανική στρατιά πίσω από τον Βιστούλα. Την στιγμή κατά την οποία η 1η ρωσσική στρατιά υπό τον Ρέννενκαμπφ ήταν έτοιμη να διαλυθεί με λίγη σχετική πίεση ακόμη και ενώ η 2η ρωσσική στρατιά υπό τον Σαμσόνωφ ευρίσκετο ακόμη μακρυά. Υποχώρηση εκείνη την στιγμή πίσω από τον Βιστούλα θα προκαλούσε ένα κλίμα γενικευμένης ηττοπάθειας στην όγδοη γερμανική στρατιά, που θα οδηγούσε στην απώλεια της Ανατολικής Πρωσσίας και του Βερολίνου φυσικά - στην απώλεια του πολέμου δηλαδή για την Γερμανία. Την κατάσταση που ήταν εξαιρετικά κρίσιμη για την Γερμανία έσωσε τότε η ευφυΐα και το θάρρος - ή μάλλον θράσος - ενός νεαρού επιτελικού αξιωματικού που ανήκε στο επιτελείο του Φον Πρίττβιτς, του Αντισυνταγματάρχη Μαξ Χόφμαν (Max Hoffman), ο οποίος τόλμησε ερήμην του προϊσταμένου του Φον Πρίττβιτς να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το Γερμανικό Αρχηγείο στο Κόμπλεντς και να ζητήσει να μιλήσει στον ίδιο τον μεγάλο Γενικό Επιτελάρχη Στρατάρχη Φον Μόλτκε, ομώνυμο εκείνου που στον Γαλλο - Γερμανικό πόλεμο του 1870 - 1871 συνέτριψε στη μάχη του Σεντάν τον γαλλικό στρατό του Ναπολέοντα του Γ'. Ο Στρατάρχης Φον Μόλτκε άκουσε με μεγάλη προσοχή τον αντισυνταγματάρχη Χόφμαν να του διεκτραγωδεί την κρισιμότητα της καταστάσεως στο μέτωπο της Ανατολικής Πρωσσίας, τα μέτρα που έπρεπε άμεσα να ληφθούν για την αντιμετώπιση της κρίσεως, και την εισήγησή του για άμεση απομάκρυνση από την διοίκηση ης 8ης στρατιάς του προϊσταμένου του στρατηγού Φον Πρίττβιτς καθώς και του επιτελάρχη του υποστράτηγου Άλφρεντ Βαλδέρζεε για έλλειψη ικανότητος στη διαχείρηση κρίσεων. Πρωτοφανής εισήγηση ενός κατώτερου αξιωματικού για ανωτέρους του, ενέργεια η οποία επισύρει σε καιρό πολέμου στρατοδικείο. Εντούτοις όμως ο Στρατάρχης Φον Μόλκε την άκουσε με ενδιαφέρον. Και αφού επικοινώνησε τηλεφωνικά και με τον στρατηγό Φον Πρίττβιτς και άκουσε και εκείνου την γνώμη, την επομένη απέλυσε και τους δύο τηλεγραφικά (Φον Πρίττβιτς και Άλφρεντ Βαλδέρζεε). Συγχρόνως δε ανέθεσε στον αντισυνταγματάρχη Μαξ Χόφμαν την διοίκηση της όγδοης στρατιάς έως ότου αφιχθούν ο νέος διοικητής της στρατιάς και ο νέος επιτελάρχης. Ο Αυτοκράτωρ της Γερμανίας Γουλιέλμος ο Β' και ο Στρατάρχης του Φον Μόλτκε έκριναν ως καταλληλότερο πρόσωπο για την διοίκηση της όγδοης γερμανικής στρατιάς τον υποστράτηγο Έριχ Λούντεντορφ (Erich Ludendorff), ο οποίος είχε διακριθεί πρόσφατα στη μάχη της Λιέγης στο Βέλγιο. Η επιλογή όμως αυτή είχε δύο μειονεκτήματα: Πρώτον είχε σχετικά μικρή ηλικία και δεν ήταν πρέπον να τεθεί υπεράνω αρχαιοτέρων στρατιωτικών ηγετών που είχαν επίσης διακριθεί στις μάχες και δεύτερον ήταν παροιμιώδης ο ασυμβίβαστος και εριστικός χαρακτήρας του. Την ιστορική αυτή στιγμή ο Μόλτκε θυμήθηκε έναν στρατηγό που είχε αποστρατευθεί το 1911 σε ηλικία 64 ετών και που τώρα έτρωγε την σύνταξή του ήσυχος στο Αννόβερο. Ο στρατηγός αυτός ήταν ο Παύλος Φον Χίντενμπουργκ (Paul von Hindenburg). Ο πραγματικός λόγος της αποστρατείας του ήταν ότι σε κάποια γυμνάσια είχε το θάρρος να ασκήσει κριτική στον ίδιο τον Κάιζερ για τον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε ωρισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Φον Χίντενμπουργκ επελέγη διότι κατά τα έτη της ειρηνικής περιόδου είχε γίνει πασίγνωστος στο στράτευμα για την μονομανία του να διεξάγει στρατιωτικές ασκήσεις στη περιοχή των Μαζουριανών λιμνών της Ανατολικής Πρωσσίας, με αντικείμενό του πως θα έρριχνε στα έλη τους Ρώσσους στη περίπτωση μίας ενδεχόμενης μάχης. Και τώρα αυτή η στιγμή είχε φθάσει. Έτερος σπουδαίος λόγος ήταν ότι ο Χίντενμπουργκ ήταν Τέρας Ψυχραιμίας ό,τι δηλαδή χρειαζόταν για να συγκρατεί τον ορμητικό Λούντεντορφ. Έτσι δημιουργήθηκε το Τρομερό Δίδυμο Χίντενμπουργκ - Λουντεντορφ, που επρόκειτο εντός ολίγου να σαρώσει τους Ρώσσους στο Ανατολικό Μέτωπο. Ο Μόλτκε όμως δεν περιορίσθηκε μόνο σ' αυτό. Στις 25 Αυγούστου 1914 και ενώ η μάχη του ποταμού Μάρνη στη Γαλλία και σε μικρή απόσταση από το Παρίσι ευρίσκετο στο πιο κρίσιμο σημείο, απέσπασε δύο σώματα στρατού από την δεξιά γερμανική πτέρυγα που είχε εμπλακεί σε λυσσώδεις μάχες με του Γάλλους (συνολικής δυνάμεως 50.000 ανδρών διότι το κάθε σώμα αριθμούσε 25.000) προκειμένου να ενισχύσει τις γερμανικές δυνάμεις που εμάχοντο απελπισμένα με τους Ρώσσους στην Ανατολική Πρωσσία. Με την ενέργειά του όμως αυτή εξασθένισε επικίνδυνα την δεξιά γερμανική πτέρυγα, η οποία για τον λόγο αυτό αλλά και εξαιτίας της υπερβολικής κοπώσεως διότι εμάχετο συνεχώς από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στις 3 Αυγούστου 1914 στο Δυτικό Μέτωπο, δεν άντεξε στην αντεπίθεση των γαλλικών δυνάμεων υπό τους στρατηγούς Ζόφρ και Γκαλλιενί· οπότε αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Κατ' αυτόν τον τρόπο χάθηκε η μάχη του Μάρνη για τους Γερμανούς, χάθηκε δηλαδή η δυνατότητα της Γερμανίας να τερματίσει γρήγορα τον πόλεμο υπέρ αυτής. Την σωτηρία τους οι Γάλλοι την οφείλουν στους Ρώσσους. Εάν η Ρωσσία είχε καθυστερήσει να εισβάλλει στην Ανατολική Πρωσσία, καθυστέρηση την οποία το Γερμανικό Επιτελείο υπολόγιζε λαμβάνοντας υπόψη του τις τεράστιες αποστάσεις και το πτωχό σιδηροδρομικό δίκτυο της Ρωσσίας ότι θα διαρκέσει 40 περίπου ημέρες από την έναρξη των επιχειρήσεων, χρονικό διάστημα που έκρινε ότι ήταν αρκετό για να καταβάλλει ο γερμανικός στρατός πρώτα τους Γάλλους και εν συνεχεία να στραφεί εναντίον των Ρώσσων. Τα πράγματα όμως τους διέψευσαν. Οι Ρώσσοι πέρα από κάθε γερμανική προσδοκία κινητοποίησαν τις δυνάμεις τους σε χρόνο ρεκόρ, και απειλούσαν τώρα να καταλάβουν την Ανατολική Πρωσσία και το Βερολίνο. Ο Τσάρος μάλιστα προσέφερε 50.000 ρούβλια στον Ρώσσο στρατιώτη που θα έμπαινε πρώτος στο Βερολίνο. Στο μεταξύ μετά την αρχική υποχώρηση των Γερμανών υπό την σφοδρή αντεπίθεση των Γάλλων, την παραίτηση του Μόλτκε και την αντικατάστασή του από τον Έριχ Φον Φαλκενχάϋν (Erich von Falkenhayn), έναν κοντοκουρεμένο γερμανό αξιωματικό, με γκρίζο μουστάκι και με βλέμμα ψυχρό και ύφος στιβαρό, χαρακτηριστικά που έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη των συγχρόνων του, ο οποίος όμως σύμφωνα με τον καναδό ιστορικό, συγγραφέα της Ιστορίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου STUART ROBSON, γνώριζε να αναλύει τα πράγματα με διαυγή και διεισδυτικό τρόπο, το Δυτικό Μέτωπο σταθεροποιήθηκε με χαρακώματα και συρματοπλέγματα που εκτείνοντο από την Μάγχη έως τα Ελβετικά σύνορα. Όταν το απόγευμα της 23ης Αυγούστου 1914 ο Χίντεμπουργκ και ο επιτελάρχης του Λούντεντορφ φθάνουν στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μαρίεμπουργκ για να μεταβούν στο στρατηγείο της όγδοης στρατιάς, ο αντισυνταγματάρχης Χόφμαν τους ενημερώνει επί τόπου κάνοντας χρήση χαρτών που είχε φέρει μαζί του για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ήδη για να σχηματίσει ένα δίχτυ θανάτου γύρω από την 2η ρωσσική στρατιά υπό τον Σαμσόνωφ, που προέλαυνε απερίσκεπτα χωρίς να ευρίσκεται σε επαφή με την 1η ρωσσική στρατιά του Ρέννενκαμπφ, πράγμα που μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν για να τον συντρίψουν. Και όταν μετά την ενημέρωση τους ερώτησε εάν εγκρίνουν ή απορρίπτουν το σχέδιό του, ομόφωνα του απάντησαν ότι συμφωνούν για την υλοποίησή του. Στις 26 Αυγούστου του 1914 και ενώ η 2η ρωσσική στρατιά του Σαμσόνωφ κινείται αργά προς την πόλη του Τάννενμπεργκ δέχθηκε την μαζική επίθεση του γερμανικού πυροβολικού, πεζικού και ιππικού που τους είχαν περικυκλώσει από παντού και μεταξύ της 26 και 31 Αυγούστου έχει συντριβεί ολοκληρωτικά. Καταμετρούνται 93.000 αιχμάλωτοι. Οι νεκροί υπολογίζονται σε 150.000, μεταξύ αυτών και ο στρατηγός Σαμσόνωφ που αυτοκτόνησε. Ήλθε αμέσως κατόπιν και η σειρά της 1ης ρωσσικής στρατιάς υπό τον Ρέννενκαμπφ. Δέχθηκε την σφοδρή επίθεση της νικηφόρου όγδοης γερμανικής στρατιάς και υπό την πίεσή της ωθήθηκε μέσα στον δαίδαλο των μαζουριανών ελών. Χιλιάδες Ρώσσοι χάθηκεν στους βάλτους. Από αρχικό σύνολο 200.000 μόνο 70.000 περίπου μπόρεσαν να καταφύγουν σε ρωσσικό έδαφος. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1914 κανένας Ρώσσος στρατιώτης δεν ευρίσκεται στο έδαφος της Ανατολικής Πρωσσίας. Η Γιγαντομαχία όμως δεν έχει τελειώσει· αντιθέτως μόλις αρχίζει. Η επίθεση των αυστροουγγρικών στρατευμάτων υπό τον Αυστριακό Γενικό Επιτελάρχη Κόνραντ Φον Χέτζεντορφ (Conrad von Hotzendorf) που έγινε την ίδια περίοδο` με την μάχη του Τάννενμπεργκ, κατά μήνα Αύγουστο 1914, και εκτοξεύθηκε κατά των Ρώσσων στη περιοχή της Γαλικίας, ενώ αρχικά σημείωσε κάποιες επιτυχίες, στις 11 Σεπτεμβρίου 1914, κατέρρευσε μετά από μία ορμητική αντεπίθεση του Ρώσσου στρατηγού Αλεξέϊ Μπρουσίλωφ. Αποτέλεσμα : 200.000 νεκροί και 150.000 αιχμάλωτοι. Σώθηκε τελικά από τον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής χάρις στην έγκαιρη επέμβαση της στρατιάς του Χίντεμπουργκ. Με κοινές προσπάθειες Γερμανών και Αυστριακών οι Ρώσσοι απωθούνται μέχρι την Βαρσοβία. Τότε όμως έρχονται αντιμέτωποι με μία ρωσσική στρατιά εκατομμυρίων, που την διοικεί ο θείος του Τσάρου Νικολάου Β' ο Μέγας Δούξ Νικολάϊ Νικολάϊεβιτς. Μετά από μία σειρά λυσσαλέων μαχών που δεν είναι δυνατόν να περιγραφούν, οι οποίες διεξήχθησαν σε τεράστια κλίμακα και σε αχανή πεδία, οι Ρώσσοι βρέθηκαν τελικά μέσα σε ένα τεράστιο θύλακα. Από την περιοχή της Ανατολικής Πρωσσίας πίεζε την τεράστια μάζα των Ρώσσων η στρατιά των Χίντεμπουργκ - Λούντεντορφ και από την περιοχή της Γαλικίας η στρατιά του Αυστριακού Κόνραντ Φον Χέτζεντορφ. Μόνο ένα άνοιγμα απέμενε στα ανατολικά που αν έκλεινε και αυτό· η Ρωσσία με την εκπνοή του 1914 μπορούσε να τεθεί εκτός μάχης. Το Τρομερό Δίδυμο Χίντεμπουργκ - Λούντεντορφ ζήτησε επειγόντως από τον Φάλκενχάϋν να τους στείλει για ενίσχυση 200.000 άνδρες για να φράξουν το μοναδικό άνοιγμα προς ανατολάς του θύλακα και να εμποδίσουν έτσι την διαφυγή των Ρώσσων. Ο Φάλκενχάϋν όμως τους αγνόησεπροφασιζόμενος ότι άλλες προτεραιότητες τον απασχολούν στο Δυτικό Μέτωπο. Τότε ο Λούντεντορφ έστειλε επιστολή στον Κάϊζερ επισημαίνοντάς του ότι "Αν ο Φάλκενχάϋν παραμείνει Γενικός Επιτελάρχης, ο πόλεμος είναι χαμένος". Ο Φάλκενχάϋν όμως παρέμεινε. Έτσι οι μάχες στο Ανατολικό Μέτωπο εκφυλίστηκαν σε ένα σωρό επί μέρους ασυνάρτητες μάχες, μέχρι που έπεσε το πρώτο χιόνι και διακόπηκαν οι επιχειρήσεις. Με την έλευση του νέου έτους και από τον μήνα Φεβρουάριο έως τον μήνα Νοέμβριο του 1915 το Ανατολικό Μέτωπο έγινε θέατρο τρομακτικών πολεμικών συγκρούσεων. Όταν τελικά κόπασαν οι μάχες 2.000,000 Ρώσσοι έχουν τεθεί εκτός μάχης και 480 χιλιόμετρα από την Ρωσσική Πολωνία έχουν περιέλθει υπό γερμανικό έλεγχο. Η Γερμανία από θέσεως ισχύος κάνει προτάσεις στη Ρωσσία για σύναψη χωριστής ειρήνης· προσφέρει όμως ως αντάλλαγμα ψίχουλα. Οι Ρώσσοι των οποίων η υπερηφάνεια έχει τρωθεί από τις δεινές ήττες, θεωρούν εμπαιγμό τα προσφερόμενα πενιχρά ανταλλάγματα, πεισμώνουν· και έτσι ο πόλεμος συνεχίζεται με μεγαλύτερη από πριν ένταση και πάθος. Το γεγονός ότι η Ρωσσία δοκιμαζόταν σκληρά από τον πόλεμο ήταν ο λόγος που ώθησε του Ρώσσους τον Ιανουάριο του 1915 να πιέσουν τους Άγγλους να ανοίξουν τα στενά των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου και να τους ανεφοδιάσουν με όπλα και πυρομαχικά. Η Ρωσσία δεν είχε έλλειψη από άνδρες· είχε έλλειψη από όπλα και πολεμοφόδια για να συνεχίσει να μάχεται στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Τότε ήταν που ο ιδιοφυής Άγγλος πολιτικός Ουΐνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill), Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου σε ηλικία μόλις 36 ετών, διείδε τις τεράστιες προοπτικές και ευκαιρίες που θα προέκυπταν για τους συμμάχους της ΑΝΤΑΝΤ από την παραβίαση των Στενών. Η Τουρκία αυτομάτως θα ετίθετο εκτός μάχης, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία θα προσχωρούσαν τότε στο στρατόπεδο της ΑΝΤΑΝΤ. Η Ρωσσία θα ανεφωδιαζόταν με πακτωλό πολεμικού υλικού· αλλά και με σημαντικές ενισχύσεις από τις εφεδρείες των συμμάχων της ΑΝΤΑΝΤ. Οπότε η Γερμανία και η Αυστρία θα περιεβάλλοντο από ένα σιδερένιο κλοιό και πιεζόμενες και από το Δυτικό και από το Ανατολικό Μέτωπο θα κατέρρεαν σύντομα. Η προοπτική αυτή φλόγιζε την φαντασία του νεαρού Τσώρτσιλ και εργάσθηκε με ζήλο για να την πραγματοποιήσει. Αρχικά αποφασίσθηκε να γίνει η παραβίαση των Στενών από μόνο τον ενωμένο Αγγλο-Γαλλικό στόλο, η θέα του οποίου και μόνο στα νερά της Προποντίδος και του Βοσπόρου μπροστά στην Κωνσταντινούπολη θα παρέλυε την θέληση αντιστάσεως των Τούρκων. Το Βρεταννικό Πολεμικό Συμβούλιο όμως δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία του Τσώρτσιλ ότι ο Αγγλο-Γαλλικός στόλος μπορεί να παραβιάσει τα Στενά με αιφνιδιαστική ενέργεια. Ο ναύαρχος Κάρντεν εξέφρασε την άποψή του ότι " τα Στενά δεν μπορούν να παραβιαστούν αιφνιδιαστικά, αλλά μία παρατεταμένη επιχείρηση με πολλά πλοία θα μπορούσε να είναι επιτυχής". Το αντίτημο μιας αποτυχίας, είχε προσθέσει, θα ήταν η μεγάλη απώλεια γοήτρου και επιρροής της Αγγλίας στην Ανατολή. Τα Στενά των Δαρδανελλίων στην ανατολική άκρη της Μεσογείου, που έφραζαν τον δρόμο προς την Θάλασσα του Μαρμαρά και την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη, είχαν μήκος 65 χιλιόμετρα, μέγιστο πλάτος 6 χιλιόμετρα και ελάχιστο πλάτος 1,2 χιλιόμετρα. Η χερσόνησος της Καλλιπόλεως αποτελούσε την βόρεια ακτή των Στενών, ενώ στη νότια ακτή τους άρχιζε η ασιατική Τουρκία. Για να διαπεράσει τα Στενά, ο συμμαχικός στόλος θα έπρεπε να εξουδετερώσει τα παράκτια πυροβολεία των οχυρών που ευρίσκοντο κατά μήκος των ακτών και να εκκαθαρίσει τα θαλάσσια ναρκοπέδια. Τα κυριώτερα από αυτά ήσαν: το Σεντ Ουλ Μπαχρ (SEDD UL BAHR) στο νότιο άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως. Το Κουμ Καλέ (Kum Kale) στην απέναντι ασιατική ακτή. Το Ερενκιόϊ (Erenkui) στο εσωτερικό των Στενών επί της ασιατικής ακτής. Η Δάρδανος (Dardanus) επίσης της ασιατικής ακτής βορειότερα του Ερενκιόϊ . Το Ανατολικό Χαμιντιέ (Anadolu Hamidie) επί της ασιατικής ακτής λίγο πιο έξω από το Τσανάκ Καλέ (Chanak Kale). Το Κιλίντ Μπαχρ (Kilid Bahr) στην απέναντι ακριβώς από το Τσανάκ Καλέ ακτή της χερσονήσου της Καλλιπόλεως. Στις 19 Φεβρουαρίου 1915 η φοβερή συμμαχική αρμάδα εμφανίζεται μπροστά στα Στενά και αρχίζει ένας ανελέητος βομβαρδισμός των φρουρίων της εξωτερικής ζώνης που διαρκεί με διαλείμματα λόγω κακοκαιρίας μέχρι τις 4 Μαρτίου
- Και στις 7 και 8 Μαρτίου συνεχίζει το σφυροκόπημα των φρουρίων της εσωτερικής αυτήν την φορά ζώνης (περιοχή Τσανάκ Καλέ). Πανικός κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και να καταφύγει στο Δορύλαιο (Εσκή Σεχίρ) της Μικράς Ασίας, όπως βεβαιώνει ο Αμερικανός Πρεσβευτής Ερρίκος Μοργκεντάου (Henry Morgenthau) στο βιβλίο που έγραψε με τα απομνημονεύματά του με τίτλο "Τα Μυστικά του Βοσπόρου". Δεν πανικοβλήθηκαν όμως όλοι. Ένας από αυτούς ήταν και ο Υπουργός Πολέμου στη κυβέρνηση των Νεοτούρκων, Εμβέρ Πασάς, ο οποίος σε σχετική συνομιλία που είχε με τον Αμερικανό Πρεσβευτή Μοργκεντάου σχετικά με το εγχείρημα του Αγγλικού και Γαλλικού στόλου να παραβιάσει τα Στενά διατύπωσε την εξής άποψη: "έχουμε άφθονα κανόνια και πολεμοφόδια, ενώ το πυροβολικό των Άγγλων και των Γάλλων ευρίσκεται σε πλοία. Εξάλλου, τα φυσικά πλεονεκτήματα των Στενών είναι τόσο μεγάλα, ώστε τα πολεμικά πλοία δεν μπορούν να διεισδύσουν σε βάθος. Δεν ενδιαφέρει τι μπορεί να σκέφτονται και νομίζω ότι έχω δίκαιο. Όσο εξακολουθώ να παραμένω υπουργός Πολέμου, δεν πρόκειται να εγκαταλείψω τον αγώνα. Στ' αλήθεια, δεν καταλαβαίνω σε τι αποσκοπούν τα αγγλικά και γαλλικά πολεμικά. Ας υποθέσουμε ότι παραβιάζουν τα Δαρδανέλλια, μπαίνουν στον Μαρμαρά και φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Ποιο θα είναι το κέρδος τους; Παραδέχομαι ότι μπορούν να βομβαρδίσουν την πόλη και να την καταστρέψουν. Δεν είναι όμως σε θέση να την καταλάβουν, γιατί δεν μπορούν να αποβιβάσουν παρά μόνο λίγα στρατεύματα. Αν δεν φέρουν πολυάριθμο στρατό, θα πιαστούν πραγματικά στην παγίδα. Μπορεί να μείνουν εδώ για δύο-τρεις εβδομάδες, μέχρι να τους τελειώσουν τα τρόφιμα και τα εφόδιά τους. Ύστερα όμως θα υποχρεωθούν να στραφούν πίσω, να παραβιάσουν και πάλι τα Στενά και να κινδυνεύσουν ακόμα μια φορά να καταστραφούν. Στο μεταξύ, εμείς θα έχουμε φέρει ενισχύσεις και θα τους περιμένουμε πανέτοιμοι. Μου φαίνεται ανόητη επιχείρηση". Η επισήμανση του Εμβέρ, ότι το εγχείρημα των Αγγλο-Γάλλων για την παραβίαση των Στενών για να είχε πιθανότητα επιτυχίας έπρεπε να μην διεξαχθεί μόνο από τον πολεμικό στόλο αλλά να συνοδεύεται παράλληλα και από χερσαίες επιχειρήσεις για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, ήταν απολύτως ορθή. Αυτή ήταν και η γνώμη του Ελληνικού Επιτελείου που μελέτησε σχετικά το θέμα· το οποίο έκρινε περαιτέρω ότι για να υπάρξει ενδεχόμενο επιτυχίας η χερσαία δύναμη που θα εχρησιμοποιείτο έπρεπε να είναι τουλάχιστον 40.000 άνδρες. Έχοντας κατά νουν αυτά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ιδιοφυής Έλληνας πολιτικός, ο οποίος πίστευε όπως και ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ ότι η παραβίαση των Στενών των Δαρδανελλίων από τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ θα επέφερε εντός ολίγου την κατάρρευση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών· και θέλοντας η Ελλάδα να ευρεθεί το ταχύτερον στο πλευρό των αυριανών νικητών, προσέφερε στους Αγγλο-Γάλλους κατά μήνα Φεβρουάριο του 1915 την συμμετοχή του ελληνικού στόλου καθώς και ενός εκστρατευτικού σώματος από 40.000 άνδρες. Όταν όμως ήλθε η στιγμή να υλοποιηθεί το σχέδιο της εκστρατείας για την Καλλίπολη, το Ελληνικό Επιτελείο εξέφρασε τις ανησυχίες και τους φόβους του σχετικά με το εγχείρημα αυτό, οι οποίες ήσαν οι εξής: Η Τουρκία ήδη από τον μήνα Σεπτέμβριο του 1914 που έκλεισε τα Στενά στη Διεθνή Ναυσιπλοΐα και πριν ακόμη κηρύξει τον πόλεμο κατά των Δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ επιστρατεύθηκε και έθεσε στην υπηρεσία των Κεντρικών Αυτοκρατοριών 500.000 άνδρες κατανεμημένους σε 5 στρατιές που περιελάμβαναν 13 σώματα στρατού. Η 1η και 2η στρατιά παρέμειναν στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως για την άμυνα των Στενών των Δαρδανελλίων και του Βοσπόρου εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως των αντιπάλων της από το σημείο εκείνο. Η 3η στρατιά προωρίζετο για την δυτική Αρμενία, η 4η για την Μεσοποταμία και η 5η, που είχε ως αντικειμενικό σκοπό να καταλάβει την Αίγυπτο ή εν πάση περιπτώσει να απειλεί το μέρος εκείνο εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Συρίας και Παλαιστίνης. Συνεπώς το ελληνικό αποβατικό σώμα των 40.000 ανδρών που επρόκειτο να επιχειρήσει να καταλάβει την χερσόνησο της Καλλιπόλεως, θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες που δεν θα ήταν εύκολο να υπερπηδηθούν. Στη περίπτωση αυτή θα ζητούσε ενισχύσεις· εάν του απεστέλλοντο· υπήρχε κίνδυνος να αποψιλωθούν τα ελληνικά σώματα στρατού στη Μακεδονία. Εάν τούτο συνέβαινε· υπήρχε το ενδεχόμενο να μπει στον πειρασμό ο Τσάρος Φερδινάνδος της Βουλγαρίας να εισβάλει με τον στρατό του στη Μακεδονία. Αντιλαμβάνεται κανείς σ' αυτή την περίπτωση σε ποιο τεράστιο κίνδυνο θα περιήρχετο η Χώρα με το να μάχεται συγχρόνως εναντίον δύο αντιπάλων σε δύο μέτωπα που απείχαν πολύ μεταξύ τους. Έτσι εγκαταλείφθηκε το εγχείρημα για την κατάληψη της χερσονήσου της Καλλιπόλεως από τον Ελληνικό στρατό. Ο βασικός όμως λόγος ήταν άλλος : αντέδρασε εντονότατα η Ρωσσία με διαβήματα τόσο προς την πλευρά των Αγγλο-Γάλλων όσο και προς την ελληνική κυβέρνηση για την μη συμμετοχή των Ελλήνων στο εγχείρημα της ΑΝΤΑΝΤ για την κατάληψη των Στενών με χερσαίες αποκλειστικά ελληνικές δυνάμεις ή τυχόν συμμετοχή των Ελλήνων ομού με δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ για τον ίδιο σκοπό. Διότι έβλεπε τους Έλληνες ως ανταγωνιστές· στην προσπάθειά της να επεκτείνει την κυριαρχία της στην Κωνσταντινούπολη, τον Βόσπορο και τα Στενά του Ελλησπόντου και την ευρύτερη ενδοχώρα, καθόσο θεωρούσε ότι από την εποχή του Τσάρου Πέτρου του Μεγάλου οι προαναφερόμενες περιοχές ανήκαν δικαιωματικά στη Ρωσσία ως διάδοχο του Βυζαντίου. Έτσι με τις ενέργειές της ματαίωσε την συμμετοχή των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων. Μάλιστα δε αξίωσε και πέτυχε από του Αγγλο-Γάλλους να αναγνωρίσουν την αξίωσή της επί της Κωνσταντινουπόλεως, των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων και να της εγγυηθούν ότι μετά τον νικηφόρο τερματισμό του πολέμου θα περιέλθουν ως έπαθλο σ' αυτήν οι περιοχές αυτές σε ανταπόδοση των τεράστιων θυσιών που υφίστατο ο Ρωσσικός λαός χάριν της ΑΝΤΑΝΤ. Οι Μπολσεβίκοι όταν αργότερα κατέλαβαν την εξουσία στη Ρωσσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, έβαλαν στο αρχείο τις αξιώσεις του Τσάρου Νικολάου Β' για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά ως αναχρονιστικές. Τα φρούρια των Δαρδανελλίων παρά το τρομερό σφυροκόπημα που δέχθηκαν επί πολλές ημέρες από τα πολεμικά του Αγγλο-Γαλλικού στόλου, ελάχιστες ζημίες υπέστησαν. Είναι σαφής και κατηγορηματικός ο Αμερικανός Πρευσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Henry Morgenthau ως προς το ζήτημα αυτό, αφού ο ίδιος στις 15 Φεβρουαρίου 1915,περιώδευσε ένα-ένα τα φρούρια των Δαρδανελλίων συνοδευόμενος από τον Εμβέρ. Την ίδια γνώμη έχει και ο Καναδός Καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Trent, στο Οντάριο του Καναδά STUART ROBSON. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 26 Φεβρουαρίου μέχρι 18 Μαρτίου έγινε προσπάθεια να εκκαθαρισθούν τα ναρκοπέδια στην είσοδο των Στενών. Παρά την πολυήμερη προσπάθεια δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν και να αλιεύσουν όλες τις νάρκες, πράγμα που επρόκειτο να έχει οδυνηρές συνέπειες για τον Αγγλο-Γαλλικό στόλο. Σύμφωνα με τον Ουΐνστον Τσώρτσιλ στις 18 Μαρτίου 1915 η συμμαχική αρμάδα από 17 θωρηκτά (ντρέντνοτ) με επικεφαλής το υπέρ-θωρηκτό Queen Elizabeth, ακολουθούμενο από τα θωρηκτά Αγαμέμνων, Λόρδος Νέλσων και Ίνφλεξιμπλ υπό την ηγεσία του ναυάρχου De Robeek κινήθηκε μεγαλόπρεπα προς την είσοδο των Στενών κάτω από ένα εκτυφλωτικό φως του ηλίου πλέοντας σε καταγάλανα νερά. Από απόσταση 13 χιλιομέτρων τα τηλεβόλα των θωρηκτών εξαπέλυσαν καταιγισμό πυρός κατά των εξωτερικών φρουρίων των Στενών, σε λίγο προστέθηκε και το πυρ των υπολοίπων πολεμικών του στόλου. Τα τηλεβόλα των Τουρκικών οχυρών απάντησαν και εκείνα και το πυρ γενικεύθηκε. Τα τεράστια σκάφη μετακινούντο συνεχώς και μέσα σε στήλες ύδατος από τις βολές των Τουρκικών πυροβολαρχικών βομβάρδιζαν προς τα φρούρια με όλα τους τα τηλεβόλα, τα οποία καλύφθηκαν από νέφη σκόνης και καπνού που τα διέσχιζαν εκτυφλωτικές αστραπές. Το θέαμα σύμφωνα με τον Τσώρτσιλ ήταν μεγαλειώδες και συναρπαστικό. Και όλα αυτά εκτυλίσσοντο σε μικρή απόσταση από τα μέρη όπου πριν από πολλούς αιώνες αντηχούσαν οι πολεμικές ιαχές Ελλήνων και Τρώων. Λίγο πριν από τις 14.00 μ.μ. το πυρ των πυροβολαρχικών των φρουρίων έχει σχεδόν σιγίσει· ορισμένα όμως φρούρια εξακολουθούν έστω μεμονωμένα να βάλλουν ακόμη· η αιτία είναι η έλλειψη πυρομαχικών. Τότε ένας συμμαχικός στολίσκος από ναρκαλιευτικά προχωρεί μέσα στα Στενά για να εκκαθαρίσει τα ναρκοπέδια. Όταν όμως τα θωρηκτά που ακολουθούσαν έφθασαν στο λαιμό των Στενών στη περιοχή του Τσανακ Καλέ, το στενότερο σημείο των Δαρδανελλίων, συνέβη η καταστροφή. Ήταν 4.20 όταν το θωρηκτό Ινφλεξίμπλ (Inflexible) προσέκρουσε σε νάρκη, μετά από τρία λεπτά συνέβη το ίδιο στο θωρηκτό Ιρρεζιστίμπλ (Irresistible) το οποίο και βυθίστηκε. Ενώ το Γαλλικό θωρηκτό Μπουβιέ (Bouvet) ανατινάχθηκε από τις εύστοχες βολές των τηλεβόλων του φρουρίου Αναντολού Χαμιντιέ (Anadolu Hamidie), που ήταν επανδρωμένο αποκλειστικά από Γερμανούς. Το θωρηκτό Ωκεανός (Ocean) που έσπευσε προς βοήθεια του Ιρρεζιστίμπλ βυθίστηκε επίσης από νάρκη· επλήγη επίσης και το Γαλλικό θωρηκτό Γκωλουά (Gaulois). Η απώλεια τριών θωρηκτών, οι σοβαρές ζημίες που υπέστησαν άλλα τέσσερα καθώς και η καταβύθιση πολλών τορπιλλοβόλων και άλλων μικροτέρων σκαφών, έκαναν τον ναύαρχο De Robeeck που συγκλονίστηκε από το θέαμα των πλοίων που εβυθίζοντο και άκουγε τις φωνές των ναυαγών να διακόψει την επιχείρηση. Αποφασίστηκε όμως να συνεχισθεί· αλλά την επόμενη φορά με την συμμετοχή και χερσαίων δυνάμεων. Είχε δίκιο συνεπώς το Ελληνικό Επιτελείο όταν έλεγε ότι για να ευωδοθεί η εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων, έπρεπε να γίνει συνδυασμένη επιχείρηση ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 18 Μαρτίου 1915 που απέτυχε με παταγώδη τρόπο η προσπάθεια παραβιάσεως των Στενών αποκλειστικά με ναυτικές δυνάμεις, μέχρι τις 25 Απριλίου 1915 που έγινε η πρώτη απόβαση χερσαίων δυνάμεων από Αγγλο-Γάλλους στο νότιο άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, δεν το άφησε ανεκμετάλλευτο ο Γερμανός στρατηγός Όθων Λίμαν Φον Σάντερς (Offo Liman von Sanders), που ήταν επικεφαλής των 500 Γερμανών της στρατιωτικής αποστολής στην Τουρκία καθώς και των Τουρκικών στρατευμάτων που ήσαν επιφορτισμένα με την άμυνα της περιοχής. Όπως σχετικά αναφέρει ο Σπύρος Β. Μαρκεζίνης στο μνημειώδες ιστορικό του έργο με τίτλο "ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ο Λίμαν Φον Σάντερς κατά το διάστημα αυτό διήνυσε εκατοντάδες χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, χρησιμοποίησε τορπιλλοβόλα, περιώδευσε έφιππος, πολύ συχνά και πεζός όταν δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά προκειμένου να επισημάνει τα επίκαιρα σημεία για απόβαση. Οι 24 ώρες του ημερονυκτίου του εφαίνοντο λίγες, διότι είχε ως αξίωμα, ότι ο εχθρός που επιχειρεί απόβαση πρέπει οπουδήποτε να βρει αντίσταση. Έπρεπε να προετοιμάσει την άμυνα ακτών συνολικού μήκους 150 περίπου μιλίων, και διέθετε 84.000 άνδρες από τους οποίους σύμφωνα με τις τουρκικές εκθέσεις μάχιμοι ήσαν 62.
- Κατά την εποχή εκείνη ο Λίμαν Φον Σάντερς χρησιμοποίησε ως ένα από τους βοηθούς του τον Αντισυνταγματάρχη τότε Μουσταφά Κεμάλ. Ήταν μόλις 34 ετών και η εκστρατεία της Καλλιπόλεως υπήρξε γι' αυτόν χωρίς αμφιβολία η πρώτη μεγάλη ευκαιρία της ζωής του. Είχε αναμιχθεί στο κίνημα των Νεοτούρκων αλλά ήταν παραγκωνισμένος. Η ευθύνη που ανέλαβε στην Καλλίπολη και ο εξαιρετικός τρόπος με τον οποίο την έφερε σε πέρας τον έκαναν τότε γνωστό και στους Τούρκους και διεθνώς. Χάρις στις άοκνες προσπάθειες του Λίμαν Φον Σάντερς η χερσόνησος της Καλλιπόλεως μεταβλήθηκε σε ένα σύστημα χαρακωμάτων, προχωμάτων, αμυντικών γραμμών, οχυρών πάσης φύσεως και συρματοπλεγμάτων. Την άμυνα της χερσονήσου είχε αναλάβει η 5η Τουρκική στρατιά που είχε δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό. Η οποία είχε το Στρατηγείο της στην Καλλίπολη, αποτελούμενη από πέντε μεραρχίες με συνολική δύναμη 80.000 άνδρες, που μπορούσε να ενισχυθεί ταχύτατα από δεκαπέντε
(15)μεραρχίες στην Ασιατική ακτή, την Θράκη και στην πόλη της Σμύρνης. Επί πλέον σύμφωνα με την Διεύθυνση της Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου, άλλες έξι
(6)μεραρχίες στις οποίες είχε ανατεθεί η φύλαξη των Στενών του Βοσπόρου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία. Η συνολική συνεπώς Τουρκική δύναμη που μπορούσε να διατεθεί για την άμυνα της Καλλιπόλεως, υπερέβαινε τις 200.000 άνδρες. Έναντι αυτών των δυνάμεων οι Αγγλο-Γάλλοι μπόρεσαν να συγκεντρώσουν στα νησιά του Αιγαίου Ίμβρο, Τένεδο και Λήμνο 80.000 άνδρες, από τους οποίους 65.000 Βρεττανοί και 17.000 Γάλλοι. Η χερσόνησος της Καλλιπόλεως αποτελεί το δυτικό τμήμα των Δαρδανελλίων, έχει μήκος 75 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 6 μέχρι 18 χιλιόμετρα. Καλύπτεται από όρη, χωρίς εκτεταμένες πεδιάδες εκτός από το δυτικό της άκρο, εμφανίζει σειρά από οροπέδια που έχουν ύψος από 150 έως 200 μέτρα, με κωνικές κορυφές, όπως το Μπουργάζ Τεπέ με 472 μέτρα και το υψηλότερο σημείο της περιοχής Ακί ή Ατσί Μπαμπά με ύψος 225 μέτρα, που έγινε περίφημο από τις λυσσώδεις μάχες που διεξήχθησαν μεταξύ Βρεταννών και Τούρκων για την κατάληψή του. Το νότιο τμήμα της χερσονήσου που ορίζεται βόρεια από τον εγκάρσιο διάδρομο μεταξύ του όρμου του Κίλια και τις εκβολές του Ασμάν Ντερέ, πλησίον του Γκαμπά Τεπέ, περιλαμβάνει το οροπέδιο του Κιλίντ Μπαχρ, που δεσπόζει στο λαιμό των Στενών όπου και το ομόνυμο φρούριο απέναντι ακριβώς από το Τσανάκ Καλέ, στην κατάληψη του οποίου απέβλεπε η χερσαία επιχείρηση προκειμένου να εξουδετερωθεί το εμπόδιο για τον είσπλου του Αγγλο-Γαλλικού στόλου στην Θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα) και μέσω αυτής να αγκυροβολήσει μπροστά στην Κωνσταντινούπολη ώστε με την απειλή των τηλεβόλων να υποχρεωθεί η τελευταία να αλλάξει στρατόπεδο. Όσοι επιχειρούν να πραγματοποιήσουν απόβαση στο τμήμα αυτό, είτε στην δυτική είτε στην ανατολική ακτή ευρίσκονται μπροστά σε εντελώς απόκρημνα αντερείσματα που ορθώνονται όπως τα τείχη. Μία σειρά από μικρές αμμώδεις περιοχές οι οποίες δεσπόζονται από απόκρημνα αντερείσματα εκτείνεται κατά μήκος της παραλίας αυτής, όπως εκείνες που είναι νότια του Γκαμπά Τεπέ και του Σεντ Ουλ Μπαχρ. Στην περίπτωση δε που οι επιτιθέμενοι μετά από επιτυχημένη απόβαση στις στενόμακρες αμμώδεις παραλίες νότια του Γκαμπά Τεπέ και του Σεντ Ουλ Μπαχρ καταφέρουν να φθάσουν στις κορυφές των απόκρημνων ακτών, θα βρεθούν μπροστά στον ορεινό όγκο του Ακί ή Ατσί Μπαμπά που φράσσει την περαιτέρω προώθηση προς το εσωτερικό της χερσονήσου εφόσον ο αντίπαλος το υπερασπίζεται σθεναρά. Αλλά και αν ακόμη καταφέρουν να υπερπηδήσουν και το εμπόδιο αυτό, θα χρειαστεί να διαβούν πέντε
(5)έως
(6)χαράδρες ακόμη τόσο βαθειές και τόσο απόκρημνες όσο και εκείνες του χωρίου Κριθιά και του Κερεβές Ντερέ που ευρίσκονται στους πρόποδες του Ακί ή Ατσί Μπαμπά, που για να τις καταλάβουν θα χρειαστούν μεγάλες προσπάθειες και σκληρές θυσίες, μέχρι να φθάσουν τελικά στο οροπέδιο του Κιλίντ Μπαχρ και να εξουδετερώσουν το ομώνυμο φρούριο που ήταν και ο αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας για να μπει στην Προποντίδα και να φθάσει στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Μαύρη Θάλασσα και την Ρωσσία ο ενωμένος Αγγλο-Γαλλικός στόλος. Αντιλαμβάνεται κανείς τις τρομακτικές δυσχέρειες του όλου εγχειρήματος, που δεν άφηναν περιθώρια για επιτυχία. Τούτο φάνηκε από την πρώτη στιγμή που πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1915 η απόβαση αγημάτων από Βρεταννούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, που έμειναν γνωστοί οι δύο τελευταίοι (Αυστραλοί-Νεοζηλανδοί) ως ΑΝΖΑCS από τα αρχικά τους, Ινδούς, Γάλλους, Σενεγαλέζους, στα προκαθωρισμένα σημεία του νοτίου άκρου της χερσονήσου, και άρχισε αμέσως μία τραγωδία που επρόκειτο να διαρκέσει επί μήνες, μία τραγωδία που οδήγησε στον τάφο δεκάδες χιλιάδες άνδρες. Ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ σχετικά με την τραγωδία που εκτυλίχθηκε στα σημεία όπου είχαν γίνει αποβάσεις, αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής "Στον όρμο V όπου το μεταγωγικό Ράϊβερ - Κλάϋδ προσαράζει στην αμμώδη ακτή για να αποβιβάσει παρακάμπτοντας τα υποβρύχια συρματοπλέγματα 2.000 άνδρες διαδραματίζονται τρομερές σκηνές. Εδώ η αμμώδης ακτή περιβάλλεται από υψώματα που αποτελούν ιδεώδεις αμυντικές θέσεις. Μέσα σε λίγα λεπτά, γράφει ο Τσώρτσιλ, έπεσαν οι περισσότεροι από τους μισούς από τους άνδρες που αποβιβάσθηκαν. Όλη η περιοχή σπάρθηκε κυριολεκτικά από νεκρούς και από τραυματίες που πέθαιναν". Ο πολεμικός ανταποκριτής Άσμηδ Μπάρτλετ που ευρίσκετο επάνω στο θωρηκτό Λονδίνο γράφει: "Από τους πρώτους τραυματίες, οι οποίοι αργότερα μεταφέρθηκαν με μία μεγάλη ατμάκατο πληροφορηθήκαμε τι διαδραματίστηκε κατά τις πρώτες εκείνες άγριες στιγμές. Οι αποβατικές λέμβοι είχαν φθάσει ήδη στην ακτή όταν ένα απόσπασμα από Τούρκους που είχε περιχαρακωθεί στο χείλος της παραλίας άνοιξε τρομερό πυρ εναντίον τους. Πολλοί από τους άνδρες που ανά 40 ή 50 ευρίσκοντο στις ασφυκτικά φορτωμένες λέμβους τραυματίσθηκαν". Ένας Νεοζηλανδός που πήρε μέρος στη μάχη αφηγείται τις εντυπώσεις του στους Τάϊμς ως εξής "Από τον όρμο ακουγόταν μία συνεχής βροντή. Το σφύριγμα των οβίδων των μεγάλων τηλεβόλων έγινε εντονώτερο. Όταν τέλος αναμίχθηκαν στη συναυλία και τα τηλεβόλα των 15 ιντσών, τότε δεν μας έμεινε τίποτε άλλο παρά να γεμίσουμε με χόρτο τα αυτιά μας. Ήταν απολύτως αδύνατον να ακούσουμε μία διαταγή αν και μας την ξεφώνιζαν κατά πρόσωπο. Τρεις ώρες διήρκησε αυτός ο σφοδρός κανονιοβολισμός κατά την διάρκεια του οποίου κατορθώσαμε εντούτοις, με βαρειές είναι αλήθεια απώλειες, να αγκιστρωθούμε στερεά στη ξηρά". Από την πρώτη ημέρα της αποβάσεως (25/4/1915) των Αυστραλών και Νεοζηλανδών, στην αμμώδη παραλία του Γκαμπά Τεπέ που περιεβάλλετο από απόκρημνα βράχια, οι Τούρκοι εκτόξευσαν εναντίον των ANZACS που αριθμούσαν 12.000 άνδρες ισχυρές αντεπιθέσεις προκειμένου να τους ρίψουν στην θάλασσα. Δεν το πέτυχαν όμως, αλλά συγκράτησαν την περαιτέρω προέλασή τους. Ο Μουσταφά Κεμάλ που ήταν διοικητής της 19ης Τουρκικής μεραρχίας και ήταν συγκεντρωμένη στη περιοχή της Μαδύτου ως γενική εφεδρεία. Μόλις πληροφορήθηκε στις 25 Απριλίου 1915 την έναρξη εχθρικής αποβάσεως στην ακτή του Γκαμπά Τεπέ, συνειδητοποίησε ότι εάν τα στρατεύματα των ANZACS κατελάμβαναν τα υπερκείμενα υψώματα που δέσποζαν στην περιοχή του Τσουνούκ Μπαΐρ θα εγίνοντο κύριοι της καταστάσεως, έτσι με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία τέθηκε επικεφαλής της μεραρχίας του και έσπευσε να τα καταλάβει Όταν έφθασε στο απειλούμενο σημείο συνοδευόμενος από 200 άνδρες της εμπροσθοφυλακής της μεραρχίας του, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να αναχαιτίσει τις δυνάμεις των ANZACS που ανερριχώντο ήδη στο ύψωμα του Τσουνούκ Μπαϊρ. Έρριψε στην μάχη διαδοχικά ολόκληρη την δύναμη της μεραρχίας του, και έτσι μπόρεσε μετά από απεγνωσμένη αντίσταση να κρατήσει τα υψώματα, τα οποία αν είχαν περιέλθει στους Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς θα είχε δημιουργηθεί ενδεχομένως κρίσιμη κατάσταση για τις Τουρκικές δυνάμεις της χερσονήσου. Στις 26, 27 και 28 Απριλίου 1915 συνεχίσθηκαν με αμείωτη ένταση οι επιχειρήσεις στην χερσόνησο, με βαρύτατες απώλειες για τους επιτιθέμενους. Οι φοβερές μάχες που διεξήγοντο ήταν μία ατελείωτη σειρά από επιθέσεις και αντεπιθέσεις· οι μεν δυνάμεις των Αγγλο-Γάλλων να επιχειρούν να εκτοπίσουν τους Τούρκους από το οροπέδιο· οι δε Τούρκοι να επιχειρούν να τους πετάξουν στη θάλασσα. Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 29, 30 Απριλίου και 1η Μαΐου διεκόπησαν προσωρινά οι μάχες για να αναπαυθούν και να ανασυγκροτηθούν και να λάβουν ενισχύσεις. Τις πρώτες ημέρες του Μαΐου αναζωπυρώθηκαν οι μάχες με ακόμη μεγαλύτερη αγριότητα. Προσπάθεια του Αγγλο-Γαλλικού στόλου να παραβιάσει τα Στενά κατέληξε και πάλι σε τραγωδία. Τρία Αγγλικά θωρηκτά: το Γολιάθ, το Τριούμφ και το Μάτζεστικ καταβυθίστηκαν. Ενώ κατά τις χερσαίες επιχειρήσεις που διεξήχθησαν κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο με την ίδια όπως και πριν σφοδρότητα, τραυματίσθηκε βαρειά ο Γάλλος στρατηγός Γκουρώ και αντικαταστάθηκε από τον Μπαγιού. Κατά μήνα Αύγουστο του 1915 το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα επιχείρησε μία τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση με δώδεκα
(12)μεραρχίες από τις οποίες δύο Γαλλικές, με αιφνιδιαστική απόβαση στον κόλπο της Σούβλας στο δυτικό άκρο της χερσονήσου της Καλλιπόλεως, πολύ βορειότερα από τα υπόλοιπα προγεφυρώματα, με αντικειμενικό σκοπό την αποκοπή των Τουρκικών δυνάμεων που είχαν παραταχθεί σε κάθε ένα από τα αρχικά προγεφυρώματα, η οποία αν επιτύγχανε μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ. Και αυτή η μεγάλη επιχείρηση που διήρκεσε από τις αρχές Αυγούστου έως τις 22 Αυγούστου 1915, απέτυχε όπως και οι προηγούμενες με τεράστιες απώλειες για τους Αγγλο-Γάλλους. Τα χρονικά του Βρεταννικού στρατού, γράφει ο Τσώρτσιλ, δεν αναφέρουν πιο συνταρακτική σελίδα από την μάχη στον όρμο της Σούβλας αυτήν την ημέρα. Ο συνταγματάρχης Σέσσιλ Άλλονσον που διηύθυνε την επίθεση, γράφει σχετικά στο ημερολόγιό του: "Και έτσι αρχίσαμε την επίθεση. Επάνω συναντήσαμε τους Τούρκους. Ο Λε Μαρσάν σκοτώθηκε από ένα κτύπημα με ξιφολόγχη στην καρδιά. Εγώ τραυματίστηκα επίσης από ξιφολόγχη στο πόδι. Ύστερα νομίζω ότι πολεμήσαμε επί δέκα λεπτά σώμα προς σώμα. Πολεμήσαμε με δαγκωματιές, με γροθιές και μεταχειριστήκαμε για να κτυπάμε τον εχθρό τα όπλα και τα περίστροφά μας. Κατόπιν οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή. Κοίταξα ολόγυρά μου και αντιλήφθηκα ότι κανείς δεν μας υποστήριζε. Επέστρεψα στα χαρακώματα, έκανα την αναφορά μου στον στρατηγό και του τόνισα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να υποχωρήσουμε αν δεν λάβουμε ενισχύσεις. Ο στρατηγός μου είπε αμέσως ότι οι επιθέσεις μας απέτυχαν σχεδόν σε όλα τα σημεία". Μετά την τελευταία μεγάλη αποτυχία του εκστρατευτικού σώματος των Αγγλο-Γαλλικών δυνάμεων οι επιχειρήσεις αποτελματώθηκαν, και οι μύγες και η δυσεντερία που κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τους ταλαιπώρησαν αφάνταστα και η απογοήτευση τους εξουθένωσαν εντελώς. Έτσι από τον Οκτώβριο αποφασίστηκε η μεταφορά του Αγγλο-Γαλλικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, και άρχισε η αποχώρηση των πρώτων μονάδων. Η οριστική εκκένωση της χερσονήσου της Καλλιπόλεως έγινε μεταξύ Δεκεμβρίου 1915 και Ιανουαρίου 1916. Η Εκστρατεία των Δαρδανελλίων υπήρξε καταστρεπτική για την ΑΝΤΑΤ, από τους 410.000 Βρεταννούς, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς, Ινδούς της Κοινοπολιτείας δεκάδες χιλιάδες έχασαν την ζωή τους ενώ οι υπόλοιποι από τις 210.000 που ήσαν οι συνολικές απώλειες τραυματίστηκαν, αρρώστησαν ή καταχωρήθηκαν ως αγνοούμενοι. Ενώ από τους 80.000 Γάλλους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία 40.000 από 47.000 που ήσαν οι συνολικές απώλειες έχασαν την ζωή τους και οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν, αρρώστησαν και καταχωρήθηκαν ως αγνοούμενοι. Υπήρξε ευτύχημα για την Ελλάδα η μη συμμετοχή της στην εκστρατεία των Δαρδανελλίων, αποφεύχθηκε εθνική καταστροφή. Μία μικρή γεύση σχετικά με την Φρίκη της Εκστρατείας της Καλλίπολης, μπορεί να αποκομίσει κανείς αν δει την κινηματογραφική ταινία που κυκλοφορεί και σε D.V.D. με τίτλο GALLIPOLI και πρωταγωνιστή τον MEL GIBSON. Η Τραγική αποτυχία της εκστρατείας των Αγγλο-Γάλλων στα Δαρδανέλλια είχε και άλλες δυσάρεστες συνέπειες για την συμμαχική υπόθεση: ώθησε την Βουλγαρία του Τσάρου Φερδινάνδου προς την πλευρά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ενώ η Ρουμανία που ήταν έτοιμη να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, ανέβαλε τα σχέδιά της για το μέλλον εμμένοντας στην ουδετερότητα. Συγχρόνως η Σερβία που είχε αποκρούσει δύο εισβολές αυστροουγγρικών στρατευμάτων τον Αύγουστο και τους μήνες Νοέμβριο - Δεκέμβριο του 1914, τώρα αντιμετώπιζε ακόμη μεγαλύτερη από τις δύο προηγούμενες φορές απειλή, η οποία προήρχετο από την πανίσχυρη Γερμανο-Αυστριακή στρατιά του στρατάρχη Φον Μάκενσεν από 200.000 άνδρες, η οποία μετά την συντριβή των Ρώσσων έσπευδε να συντρίψει και τους ατίθασους Σέρβους με την συνδρομή της Βουλγαρίας, προκειμένου οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες να αποκτήσουν απ' ευθείας σύνδεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσω Βουλγαρίας. Όταν στις 5 Οκτωβρίου 1915 η Σερβία δέχθηκε την επίθεση της στρατιάς του Φον Μάκενσεν από τον Βορρά και στις 11 του ιδίου μηνός την επίθεση 200.000 Βουλγαρικού στρατού από τα νώτα, επειδή συνθλίβεται μέσα σ' αυτήν την σιδερένια λαβίδα και ευρίσκεται σε απόγνωση, ικετεύει την Ελλάδα να σπεύσει στο πλευρό της επικαλούμενη την Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913, που υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να σπεύδει το ένα σε βοήθεια του άλλου όταν το ένα από αυτά απειλείται από τρίτο κράτος. Το Ελληνικό Επιτελείο είχε την γνώμη ότι η Συνθήκη του Βουκουρεστίου αφορούσε την περίπτωση ενδοβαλκανικής συρράξεως, και όχι την περίπτωση παγκοσμίου συρράξεως. Ερμηνεία την οποία είχε υιοθετήσει και ο πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος κατά το προηγούμενο έτος
(1914), όταν ζητήθηκε δύο φορές από την Σερβία να την συνδράμει η Ελλάδα. Τώρα όμως κατά τον πρωθυπουργό είχαν αλλάξει τα δεδομένα διότι οι Αγγλο-Γάλλοι απέσυραν τις μεραρχίες τους από την Καλλίπολη και τις αποβίβαζαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με σκοπό να βοηθήσουν τους Σέρβους. Το Επιτελείο όμως αντέτεινε ότι οι δυνάμεις των Αγγλο-Γάλλων που είχαν αποβιβαστεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και ήσαν επιχειρησιακά έτοιμες να συγκρουστούν με την στρατιά του Φον Μάκενσεν και τους συμμάχους του Βουλγάρους ήσαν μόλις 30.000 άνδρες. Στο μεταξύ η Ελληνική Επιστράτευση που είχε κηρυχθεί στις 23 Σεπτεμβρίου 1915 την επομένη της Γενικής Επιστρατεύσεως της Βουλγαρίας, δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη (Οκτώβριος 1915). Αλλά και αν είχε ολοκληρωθεί η συνολική δύναμη του Ελληνικού στρατού δεν υπερέβαινε τις 150.000 άνδρες, από τους οποίους 100.000 έπρεπε να διατεθούν για την φύλαξη της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου, καθόσο έτερη δύναμη από 250.000 Βουλγαρικού στρατού εκρατείτο ως εφεδρεία στο σημείο εκείνο, και μόνο 50.000 άνδρες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μαζί με τις 30.000 άνδρες του Αγγλο-Γαλλικού εκστρατευτικού σώματος για στρατιωτική υποστήριξη των Σέρβων. Δυνάμεις ανεπαρκείς για να συγκρατήσουν και να σώσουν τον Σερβικό στρατό από τις Γερμανο-Βουλγαρικές στρατιές που αριθμούσαν συνολικά 400.000 άνδρες, αλλά και να αποτρέψουν εισβολή του εν λόγω στρατού στο Ελληνικό έδαφος σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. Τελικά επικράτησε η γνώμη του Επιτελείου και η επικρεμάμενη εισβολή απετράπη. Ό,τι είχε απομείνει από τον νικημένο Σερβικό στρατό υποχώρησε δίνοντας σκληρές μάχες με τους διώκτες του και κατέφυγε μέσω Αλβανίας στο Δυρράχιο, και από εκεί με τα πλοία της ΑΝΤΑΝΤ μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα για ανασυγκρότηση. Μετά από εννέα μήνες απραξίας οι Βούλγαροι και οι σύμμαχοί τους Γερμανοί έχοντας αντιληφθεί ότι οι συμμαχικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ που είχαν αναπτυχθεί στο Ελληνικό έδαφος της Μακεδονίας κατά μήκος της Ελληνο-Βουλαγρικής Μεθορίου, προετοιμάζοντο να επιτεθούν κατά της Βουλγαρίας για να μη μπορέσει να πλήξει από τα νώτα την Ρουμανία που σχεδίαζε να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ, για να τους προλάβουν επιτέθηκαν πρώτοι κατά μήνα Αύγουστο του
- Εισέβαλαν στο Ελληνικό έδαφος από τα δυτικά όπου αφού εκτόπισαν τους Σέρβους που είχαν αναπτυχθεί στον τομέα αυτό κατέβαλαν την Φλώρινα. Αλλά και από τα ανατολικά αφού εισήλθαν στο έδαφος της Ανατολικής Μακεδονίας απέκλεισαν τις δυνάμεις του Δ' Ελληνικού Σώματος Στρατού μέσα στις πόλεις Σέρρες, Δράμα και Καβάλα συνολικής δυνάμεως 9.000 ανδρών, το οποίο μετά από εντολή της κυβερνήσεως των Αθηνών δεν προέβαλε αντίσταση · και μη έχοντας δυνατότητα διαφυγής δέχθηκε να μεταφερθεί στη Γερμανία και να παραμείνει εκεί μέχρι τέλους του πολέμου σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Η κυβέρνηση των Αθηνών στην οποία δεν συμμετείχε ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε τη γνώμη ότι το δόγμα της ουδετερότητος έπρεπε να τηρείται χωρίς παρεκκλίσεις από τους αδύναμους, οι οποίοι, όπως ο Σαίξπηρ λέει με το στόμα του Άμλετ στο ομώνυμο Θεατρικό Έργο : είναι επικίνδυνο να μπερδεύονται στις συγκρούσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου. Η εμμονή στο δόγμα της ουδετερότητος μετά την εισβολή και κατοχή ελληνικών εδαφών στη Μακεδονία από Γερμανο-Βουλγαρικές δυνάμεις, δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Η αντίληψη ότι εάν εξήρχετο η Ελλάδα από την ουδετερότητα μπορούσε να υποστεί την μοίρα της Σερβίας του 1915 και την μοίρα της Ρουμανίας που συνετρίβη από τις δυνάμεις των κεντρικών Αυτοκρατοριών κατά το χρονικό διάστημα Αυγούστου-Δεκεμβρίου 1916, δεν ευσταθούσε διότι στην Μακεδονία είχαν συγκεντρωθεί ισχυρές δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ που απέκλειαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Κατά συνέπεια το κίνημα ομάδας αξιωματικών στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1916 υπέρ της εξόδου της χώρας από την ουδετερότητα, και η προσχώρηση σ' αυτό του Ελευθερίου Βενιζέλου στις 9 Οκτωβρίου του ιδίου έτους ήταν αναμενόμενη. Η συγκρότηση από τον Βενιζέλο κυβερνήσεως Εθνικής Αμύνης είχε ως επακόλουθο να διαιρεθεί η Ελλάδα σε δύο κράτη: εκείνο των Αθηνών και εκείνο της Θεσσαλονίκης. Αναπόφευκτη κατόπιν τούτου ήταν η μετά από πιέσεις των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ, παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου στις 30 Μαΐου 1917 και η αυτοεξορία του που επακολούθησε. Έτσι από την 1η Ιουνίου 1917 το κράτος περιήλθε εξολοκλήρου υπό τον έλεγχο του ιδιοφυή Έλληνα Πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος αμέσως κήρυξε γενική επιστράτευση προκειμένου η Ελλάδα να συμμετάσχει το ταχύτερο δυνατόν με τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΝΤ στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά του κοινού εχθρού, ώστε να μπορεί από θέσεως ισχύος να διαπραγματευθεί με τους αυριανούς νικητές τις ελληνικές αξιώσεις για εδαφικές προσαρτήσεις που θα καθιστούσαν την Ελλάδα μεγάλη περιφερειακή δύναμη στη Μεσόγειο. Το 1916 υπήρξε το έτος της ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ για τους Γερμανούς από το ένα μέρος και για τους Γάλλους και Βρεταννούς από το άλλο. Κυρίαρχη θέση κατέχουν η μάχη του BEPNTEN (VERDUΝ) και η μάχη του ΣΟΜ (SOMME) στο Δυτικό Μέτωπο. Με την πρώτη ο Φαλκενχάϋν επιχείρησε να επιβάλει στους Γάλλους μία μάχη τρομακτικής αφαιμάξεως, προκειμένου να τους εξαναγκάσει να αποσυρθούν από τον πόλεμο με χωριστή ειρήνη αφήνοντας τους Βρεταννούς μόνους. Υπήρξε πολύμηνη μάχη που στοίχισε και στους δύο αντιπάλους συνολικά 700.000 νεκρούς και τραυματίες. Σε όλη δε την διάρκεια του πολέμου ο τομέας του VERDUΝ κόστισε συνολικά και στους δύο αντιπάλους 1.500.000 νεκρούς και τραυματίες. Μεταξύ 12 Ιουνίου και 23 Ιουνίου 1916 δημιουργήθηκε ρήγμα στις γραμμές άμυνας των Γάλλων και ενώ ο Φαλκενχάϋν ήταν έτοιμος να ρίψει τις εφεδρείες του στο κενό που είχε δημιουργηθεί για να εκμεταλλευτεί το ρήγμα, η έφοδος του Ρώσσου στρατάρχη Αλεξέϊ Μπρουσίλωφ στο Ανατολικό Μέτωπο κατά των Αυστρο-Ουγγρικών στρατευμάτων στις 4 Ιουνίου 1916 είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει ταχύτατα το μέτωπο και να συλλάβει 400.000 αιχμαλώτους. Ο Φαλκενχάϋν που φοβήθηκε ότι η Αυστροουγγαρία υπήρχε κίνδυνος να τεθεί εκτός μάχης και να αποσυρθεί από τον πόλεμο, ανέστειλε την έφοδο κατά των Γάλλων στο ρήγμα του VER DUN και απέσπασε ισχυρές δυνάμεις από τις εφεδρείες του για να επιτεθούν στους Ρώσσους που πίεζαν τους Αψβούργους αφόρητα. Έτσι όμως έχασε την ευκαιρία να συντρίψει τους Γάλλους και να κερδίσει η Γερμανία τον πόλεμο. Είναι η δεύτερη φορά μετά την μάχη του Μάρνη που οι Ρώσσοι σώζουν τους Γάλλους και μαζί με αυτούς και την ΑΝΤΑΝΤ. Η μάχη του ΣΟΜ (SOMME) που άρχισε την 1η Ιουλίου 1916 με επίθεση των Βρεταννών κατά των Γερμανών με σκοπό να ανακουφισθούν οι Γάλλοι στον τομέα του Βερντέν, μόνο την πρώτη ημέρα μάχης είχαν 60.000 απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες και συνολικά σε όλη την διάρκεια της πολύμηνης αναμέτρησης οι απώλειες για τους Βρεταννούς ανήλθαν σε 600.000 νεκρούς και τραυματίες. Η μάχη του SOMME ήταν μία ΚΟΛΑΣΗ την οποία οι Άγγλοι δεν επρόκειτο να λησμονήσουν ποτέ. Αυτό συνέβαινε σε όλες τις μάχες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου διότι οι αντίπαλοι χρησιμοποιούσαν κατά κανόνα νεαρά άτομα ηλικίας 16-17-18-19-20-21-22 ετών, που επιχειρούν με μπαγιονέτες να καταλάβουν τα χαρακώματα με τα θηριώδη συρματοπλέγματα που είχαν ακίδες όπως είναι τα ξυράφια και που πίσω από αυτά τα πολυβόλα τους θέριζαν πριν προλάβουν να διανύσουν μερικά μέτρα μπροστά από τα χαρακώματά τους. Οι προπαγανδιστές που εξήπταν την φαντασία των νεαρών για ηρωϊκά κατορθώματα και δόξα ατελεύτητη, παρέλειπαν να τους πουν ότι ο Πόλεμος ούτε Πανηγύρη - ούτε FIESTA - ούτε Χοροεσπερίδα - ούτε Pick Nick - ούτε Εκδρομή - ούτε Τουρισμός είναι. Αίμα, Δάκρυα, Θάνατος, Είναι. Δεν πρέπει συνεπώς να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η ουδετερόφιλη μερίδα στην Ελλάδα έβλεπε την παγκόσμια σύρραξη με τόση βδελυγμία. Την κόλαση των χαρακωμάτων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μπορεί να αντιληφθεί κάποιος αμυδρά, εαν διαβάσει το αντιπολεμικό αφήγημα του Γερμανού συγγραφέα Έριχ Μαρία Ρεμάρκ (ERICH MARIA REMARQUE) με τίτλο "Ουδέν Νεώτερον Από Το Δυτικό Μέτωπο", που είναι μία προσωπική μαρτυρία της φρίκης από τις μάχες στα χαρακώματα της μιάς και της άλλης πλευράς των αντιμαχομένων. Το 1917 είναι έτος συγκλονιστικών γεγονότων, δύο από τα οποία άλλαξαν την μορφή του κόσμου. Το Τρομερό Δίδυμο Χίντεμπουργκ - Λούντεντορφο που αντικατέστησε τον Φαλκενχάϋν στις 29 Αυγούστου 1916 μετά από διαταγή του Κάϊζερ, για να εξουδετερώσει τις επιθέσεις των Γάλλων και Άγγλων στο Δυτικό Μέτωπο και για να εξοικονομήσει εφεδρείες, περιόρισε το πλάτος του μετώπου αισθητά και κατασκεύασε μία αμυντική γραμμή με μεγάλο βάθος που σε ορισμένα σημεία έφθανε τα 15 χιλιόμετρα, που αποτελείτο από βαρειά συρματοπλέγματα, φωλεές πολυβόλων και τσιμεντένια πολυβολεία η οποία πήρε το όνομα Γραμμή ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ (Siegfried Stellung). Την ισχύ της νέας αμυντικής γραμμής των Γερμανών δοκίμασαν σύντομα οι Γάλλοι όταν στις 16 Απριλίου 1917 επιτέθηκαν με 1.000.000 άνδρες για να την διασπάσουν, μέσα στις δύο πρώτες μέρες είχαν 120.000 απώλειες. Ο Γαλλικός στρατός που είχε εξουθενωθεί από τις τρομακτικές απώλειες στασίασε. Η στάση από μονάδα σε μονάδα επεκτάθηκε όπως η φωτιά στο σύνολο σχεδόν του Γαλλικού στρατού και διήρκησε από τις 29 Απριλίου έως τις 10 Ιουνίου
- Με τεράστια προσπάθεια ο Γάλλος στρατάρχης Πεταίν κατάφερε να κατευνάσει τους στασιαστές χρησιμοποιώντας την πειθώ αλλά και βίαια μέσα. Είναι άγνωστος ο αριθμός εκείνων που εκτελέστηκαν από τα στρατοδικεία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν οι Γερμανοί γνώριζαν σχετικά με την Στάση στον Γαλλικό στρατό και είχαν ενεργήσει αμέσως επίθεση, χωρίς δυσκολία θα είχαν προωθηθεί προς το Παρίσι και θα είχαν κατακλύσει την Γαλλία. Έτερο σημαντικό γεγονός ήταν η παραίτηση του Τσάρου Νικολάου Β', που σήμανε και το τέλος της Δυναστείας των Ρωμανώφ στη Ρωσσία. Είχε συνεπώς δίκιο ο άξεστος αλλά διορατικός μουζίκος από την Σιβηρία Γρηγόρης Εφίμοβιτς Ρασπούτιν, όταν συνιστούσε στην Τσαρική Οικογένεια να μην μπει η Ρωσσία στον πόλεμο. Αλλά και όταν είχε μπει συμβούλευε να βγει, διότι όπως έλεγε ο πόλεμος θα κατέστρεφε και την Ρωσσία και την Δυναστεία. Δεν είναι άσχετη η δολοφονία του για τις θέσεις αυτές που υποστήριζε. Την διαχείρηση των πολιτικών πραγμάτων ανέλαβε Προσωρινή Κυβέρνηση που προήρχετο από την Δούμα (Ρωσσική Βουλή), της οποίας κυριότερος εκπρόσωπος ήταν ο Βουλευτής της Δούμας Αλέξανδρος Κέρενσκυ, που έγινε και Πρωθυπουργός μετά από λίγους μήνες. Υπήρξε βραχύβια όμως διότι δεν συνειδητοποίησε ότι ο Ρώσσικος λαός επιθυμούσε διακαώς ειρήνη με οποιοδήποτε τίμημα, πράγμα που είχαν αντιληφθεί οι Μπολσεβίκοι υπό τον Λένιν που κατέλαβαν την εξουσία τον Οκτώβριο ιδίου έτους
(1917), μετά από επανάσταση λαού και στρατού λόγω της κολοσσιαίας οικονομικής και κοινωνικής εξαθλιώσεως στην οποία είχε περιέλθει η χώρα από την συνεχιζόμενη παράταση του πολέμου. Ένα άλλο γεγονός τεράστιας σημασίας ήταν η είσοδος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον πόλεμο υπέρ της ΑΝΤΑΝΤ τον Απρίλιο του
- Οι Η.Π.Α. χάρις στην θαυμάσια οργανωμένη Αμερικανική βιομηχανία κατώρθωσαν να δημιουργήσουν σχεδόν από το μηδέν ένα τεράστιο και αξιόμαχο στρατό. Αμερικανικές μεραρχίες που συγκροτούντο με καταπληκτική ταχύτητα ενίσχυαν συνεχώς με εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και με τόννους εφοδίων που εκφορτώνοντο στα γαλλικά λιμάνια το Αμερικανικό εκστρατευτικό σώμα στην Ευρώπη υπό τον στρατηγό Πέρσιγκ, το οποίο από την είσοδο των Η.Π.Α. στον πόλεμο και σε διάστημα ενός έτους υπερέβη το ένα εκατομμύριο άνδρες και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην τελευταία φάση του πολέμου το
- Εάν δεν είχαν εισέλθει οι Η.Π.Α. στον πόλεμο είναι βέβαιο ότι η Γερμανία στηριζόμενη στην γραμμή ΖΙΓΚΦΡΙΝΤ και έχοντας υπό τον έλεγχο τις αχανείς εκτάσεις της Ρωσσίας και τον σιτοβολώνα της Ουκρανίας, μπορούσε να παρατείνει τον πόλεμο για πολλά χρόνια· ο οποίος έτσι θα αποτελματωνόταν. Και ενώ η Ευρώπη πνίγεται κυριολεκτικά στο αίμα της η Ελλάδα κατάφερε να μην παρασυρθεί από την λαίλαπα. Τούτο οφείλεται στο ότι ο Εθνικός Διχασμός - η σύγκρουση μεταξύ δύο αντιθέτων πολιτικών θέσεων σχετικά με το αν η Ελλάδα έπρεπε να εισέλθει στον πόλεμο ευθύς εξ αρχής υπέρ της μίας πλευράς, ή αν έπρεπε να αναμείνει τις εξελίξεις και να ενεργήσει αναλόγως· όσο και αν φαίνεται περίεργο είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα. Καθυστέρησε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο. Μπήκε το τελευταίο έτος του πολέμου
(1918)με ακέραιες τις δυνάμεις της και με υψηλό ηθικό έχοντας επικεφαλής ένα ιδιοφυή πολιτικό και μία στρατιά από 200.000λόγχες που άστραφτε και βρόνταγε. Πρώτο λαμπρό δείγμα του νέου στρατού που δημιουργήθηκε ήταν η μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν (προεξή του Σκρα) που έγινε στην 17 Μαΐου 1918 στην οποία οι Έλληνες διέπρεψαν ιδιαιτέρως. Προηγήθηκε στις 16 Μαΐου σφοδρός 24ωρος κανονιοβολισμός των Βουλγαρικών αμυντικών θέσεων και στις 4.55 το πρωΐ της 17 Μαΐου πίσω από το κινητό φράγμα του πυροβολικού εξαπολύθηκε η έφοδος των Ελληνικών ταγμάτων. Πέρασαν σαν σίφουνας το φράγμα του Βουλγαρικού πυροβολικού και μέσα σε 10 λεπτά το τάγμα Παπαγιάννη κατέλαβε με έφοδο την κορυφή του Σκρα. Τα άλλα τάγματα έφθασαν επίσης πολύ γρήγορα τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς τους. Τόσο γρήγορα μάλιστα που το Αγγλο-Γαλλικό πυροβολικό νομίζοντας ότι τα Ελληνικά τάγματα που είχαν καταλάβει τα οχυρώματα ήσαν εχθρικά άρχισε να βάλει εναντίον τους. Οι Έλληνες όμως δεν πτοήθηκαν και συνέχισαν την ακάθεκτη έφοδο μέχρι που κατέλαβαν ολόκληρο το συγκρότημα προς γενική κατάπληξη και θαυμασμό. Οι απώλειες όμως ήσαν πολύ βαρειές: συνολικά 2.600 άνδρες. Η υπέροχη συνεισφορά των Ελλήνων στη κοινή συμμαχική προσπάθεια επαναλήφθηκε το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους
(1918)κατά την γενική έφοδο που κατέληξε στην Συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1918. Οι απώλειες όμως και πάλι ήσαν βαρειές: συνολικά 3.400 άνδρες. Στις 30 Οκτωβρίου 1918 ο Άγγλος Κάλθορπ υπέγραψε με την Τουρκία την ανακωχή του Μούδρου, ως αναπόφευκτη συνέπεια για τις ήττες που είχε υποστεί από τους Άγγλους στα μέτωπα της Παλαιστίνης, Συρίας και Μεσοποταμίας μετά από σκληρή και παρατεταμένη αντίσταση που δημιούργησε πολλά προβλήματα στους νικητές. Σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι συμμαχικοί στόλοι της ΑΝΤΑΝΤ εισέπλευσαν στην Προποντίδα (θάλασσα του Μαρμαρά). Μαζί με τα πλοία αυτά εισέπλευσε και ο Αβέρωφ, τι θρυλικό ελληνικό θωρηκτό, που κατεναυμάχησε την Τουρκική αρμάδα κατά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Ο Ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως αλλόφρων από ενθουσιασμό χαιρέτησε το ένδοξο πολεμικό, που αφού πέρασε μεγαλόπρεπα μπροστά από την παράταξη των συμμαχικών πολεμικών, αγκυροβόλησε απέναντι ακριβώς από την Αγία Σοφία και τα Σουλτανικά Ανάκτορα του Ντολμά Μπαξέ. Στις 3 Νοεμβρίου 1918 υπέγραψε και η Αυστροουγγαρία ανακωχή με τους συμμάχους. Στις 11 Νοεμβρίου 1918 και η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή με τους συμμάχους, μετά από την αποτυχία της τελευταίας μεγάλης προσπάθειά της μεταξύ Μαρτίου-Ιουλίου 1918 να διασπάσει το Δυτικό Μέτωπο με 1.000.000 επί πλέον άνδρες που μετέφερε από το Ανατολικό Μέτωπο μετά την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφση, που υπέγραψε στις 3 Μαρτίου 1918 με εκπροσώπους των Μπολσεβίκων. Έτσι τυπικά έληξε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος που εκτός από τα αναρίθμητα θύματα και τις τεράστιες οικονομικές καταστροφές που προκάλεσε έθεσε σε κίνηση κοινωνικές δυνάμεις, που από καιρό πριν επιζητούσαν να γίνουν ρυθμιστές στις παγκόσμιες εξελίξεις και να αλλάξουν το κοινωνικό status quo με βίαια μέσα - επανάσταση, για ένα καλύτερο όπως πίστευαν κόσμο. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι επίσης ο τροχός που έθεσε εκ νέου σε κίνηση μία ιδέα - την Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων όπως είναι ευρύτερα γνωστή η πολιτική και συγχρόνως στρατιωτική προσπάθεια για ενοποίηση όλων των Ελληνικών - χριστιανικών πληθυσμών που ευρίσκοντο και στις δύο ακτές του Αιγαίου κάτω από την ίδια στέγη - να υλοποιηθεί έστω και προσωρινά. Ο σπόρος για την ενσωμάτωση της ΙΩΝΙΑΣ στην Ελληνική Επικράτεια ερρίφθη για πρώτη φορά από τους Άγγλους τον Φεβρουάριο του 1915, όταν είχε ανακύψει το ζήτημα σχετικά με την συμμετοχή Ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην εκστρατεία κατά των Δαρδανελλίων. Οπότε τώρα μετά τις βαρειές θυσίες που υπέστησαν οι Έλληνες στη κοινή προσπάθεια των δυνάμεων της ΑΝΤΑΝΤ να ανατρέψουν τους αντιπάλους τους στο Μακεδονικό Μέτωπο, είχε έλθει ο χρόνος για την εκπλήρωση της υπόσχεσης που τους είχε δοθεί όσον αφορά την ΙΩΝΙΑ ως επιβράβευση για την πίστη και την αφοσίωση που έδειξαν στην υπόθεση της Συμμαχίας. Η τιμή αυτή ανήκει αποκλειστικά στον Ελευθέριο Βενιζέλο ο οποίος εκτός από μεγάλος πολιτικός υπήρξε και ποιητής και οραματιστής. Μόλις σίγησαν τα όπλα οι διπλωματικές αντιπροσωπίες των Νικητριών Δυνάμεων στην Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων άρχισαν πυρετωδώς εργασίες για την διαμόρφωση του κόσμου και προέκυψε με το Τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Παλαιές Αυτοκρατορίες και Δυναστείες κατέρρευσαν: Τσαρική Ρωσσία και η Δυναστεία των Ρωμανώφ, Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και Αψβούργοι, Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήσαν παρελθόν. Νέα Κράτη προέκυψαν. Ο Εμφύλιος Πόλεμος εμαίνετο στην αχανή Ρωσσία μεταξύ Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν και των Λευκών αντεπαναστατών. Οι ισχυροί του πλανήτη έκριναν ότι μία Νέα Τάξη Πραγμάτων έπρεπε να επιβληθεί. Ο Βενιζέλος ήταν από τους πρώτους που έσπευσε στο Παρίσι για να παρακολουθήσει από κοντά τις εργασίες της Συνδιασκέψεως για τα θέματα που αφορούσαν άμεσα την Ελλάδα, για να μπορεί να επηρεάσει με την πληθωρική προσωπικότητά του θετικά τις εξελίξεις. Τρεις ήσαν οι προσωπικότητες που κυριάρχησαν στην Συνδιάσκεψη των Παρισίων: Γούντροου Ουίλσον, Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, Ντέϊβιντ Λόϋντ Τζώρτζ, Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας, Ζωρζ Κλεμανσώ, Πρωθυπουργός της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εκείνος από τους τρεις που κινούσε τα νήματα της Συνδυασκέψεως δεν ήταν ο ιδεαλιστής Πρόεδρος των Η.Π.Α. Ουΐλσον, αλλά ο αυταρχικός, οξυδερκής, πληθωρικός και αρκετά ευέλικτος Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας Ντέϊβιντ Λόϋντ Τζωρτζ. Αυτούς τους τρεις ισχυρούς μεγάλους ηγέτες επιχείρησε να επηρεάσει ο Βενιζέλος. Για να επιτύχει τον στόχο του χρησιμοποίησε όλη του την γοητεία όταν υποδέχετο τους καλεσμένους του στο ξενοδοχείο Μερσεντές και εύρισκε πάντοτε χρόνο να καλλιεργεί φιλικές σχέσεις ακόμη και με το κατώτερο προσωπικό σημαντικών ξένων αντιπροσωπειών, πάντοτε διαθέσιμος, πάντοτε πειστικός, ο Βενιζέλος ήταν ένας από τους αστέρες της Συνδιασκέψεως. Ο Χάρολντ Νίκολσον ένας από τους Βρεταννούς εμπειρογνώμονες έγραφε γι' αυτόν σχετικά στον πατέρα του "Αυτός και ο Λένιν είναι οι μόνες πραγματικές φυσιογνωμίες της Ευρώπης. Η ομιλία του ήταν ένα περίεργο κράμα από γοητεία, ρεαλισμό, πολιτική διεθνούς εμβέλειας, πατριωτισμό, θάρρος, φιλολογία - μα πάνω απ' όλα, ήταν αυτός ο ίδιος ο μεγαλόσωμος, γεροδεμένος, χαμογελαστός άνδρας, με μάτια που άστραφταν πίσω από τα γυαλιά του και με ένα τετράγωνο σκούφο από μαύρο μεταξωτό ύφασμα στο κεφάλι". Πολύ γρήγορα απέκτησε φήμη ότι είναι μετριοπαθής, σοφός και ηγετική φυσιογνωμία. Η φήμη του αυτή εστηρίζετο στο ότι διεπνέετο από ενθουσιώδη ειλικρίνεια και ισχυρή θέληση, την οποία συνδύαζε με γοητεία στη συμπεριφορά και διπλωματικότητα στην πολιτική του, που του επέτρεπε να ασκήσει την μεγαλύτερη δυνατή πίεση υπέρ των ελληνικών διεκδικήσεων. Επιδείκνυε απόλυτη διάθεση συνεργασίας σε περιφερειακά ζητήματα, όπως στο ζήτημα της Κοινωνίας των Εθνών για το οποίο έδειχναν ενδιαφέρον οι Ηνωμένες Πολιτείες, για το ζήτημα της εμπλοκής των Γάλλων στην εμφύλια διαμάχη μεταξύ Κόκκινων και Λευκών στη νότια Ρωσσία και συγκεκριμένα υπέρ των τελευταίων, για το ζήτημα της Κύπρου για το οποίο η Μεγάλη Βρεταννία έδειχνε όπως και η Ελλάδα ενδιαφέρον αλλά και για άλλα θέματα, ελπίζοντας ότι έτσι θα εξασφαλίσει την πλήρη υποστήριξή τους έναντι της Ιταλίας που έδειχνε να ενδιαφέρεται εξίσου με την Ελλάδα για την Μικρά Ασία. Ο Τσάπλε Σέϋμουρ Αμερικανός αντιπρόσωπος στην Συνδιάσκεψη τον περιέγραψε ως εξής:Μπορώ να καταλάβω πως απέκτησε την φήμη του μεγάλου πολιτικού ηγέτη. Με αυτόν τον τρόπο: αντιλαμβανόμενος ότι το ισχυρότερο όπλο του θα ήταν η δική μας πίστη στην εντιμότητά του, πήρε την απόφαση να ανοίξει τα χαρτιά του και να μας μιλήσει με απόλυτη ειλικρίνεια - και αυτό νομίζω ότι έκανε. Η ιδιοφυΐα αυτής της πολιτικής θυμίζει σχεδόν Βίσμαρκ. Αν είχε επιχειρήσει καμία από τις διπρόσωπες συναλλαγές που κάνουν διάφοροι άλλοι, θα είχε αποτύχει· τώρα έχει όλη μας την συμπαράσταση. Η πολιτική του διακρίνεται για την μερτιοπάθειά της. Αντιθέτως ο Βρεταννός εμπειρογνώμων Χάρολντ Νίκολσον αν και είναι γοητευμένος από τον Βενιζέλο, έχει την γνώμη ότι έχει επεκτατικές βλέψεις όπως και πολλοί άλλοι, αλλά ότι είναι περισσότερο ανθρωπιστής από όλους αυτούς, ότι έχει μια εξαιρετική ευφυΐα έτοιμη οποιαδήποτε στιγμή να την χρησιμοποιήσει για επίθεση, και ότι διακρίνεται από μία πραότητα κάτω από την οποία όμως κρύβεται μία ατσαλένια θέληση για επιβολή. Μέσα στα πλαίσια της ευέλικτης πολιτικής που είχε καθιερώσει ο Βενιζέλος επειδή ήθελε να κερδίσει την εύνοια του Ζώρζ Κλεμανσώ και της Γαλλίας σχετικά με το Μικρασιατικό ζήτημα που τον ενδιέφερε, έδειξε προθυμία στο να στείλει δύο
(2)μεραρχίες τον Ιανουάριο του 1919 για να ενισχύσει τους Γάλλους που είχαν αποβιβαστεί στην Οδησσό τον Δεκέμβριο του 1918 προκειμένου να βοηθήσουν τους Ρώσσους του Λευκού Στρατού του Ντενίκιν κατά των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία. Η εκστρατεία αυτή αν και είχε οικτρό τέλος, ενίσχυσε την θέση του στην Συνδιάσκεψη των Παρισίων. Δεν χρειάστηκε να πείσει τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Γούντροου Ουΐλσον υπέρ των ελληνικών θέσεων, διότι ήταν ο εμπνευστής και υποστηρικτής της ιδέας για την αυτοδιάθεση των Εθνών και συνεπώς και των μικρασιατικών πληθυσμών ελληνικής καταγωγής που διατελούσαν υπό Τουρκική κυριαρχία. Δεν χρειάστηκε επίσης να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια για να πείσει τον Λόϋντ Τζώρτζ σχετικά με τις ελληνικές θέσεις για την Μικρά Ασία: ήταν έτσι και αλλοιώς ένθερμος υποστηρικτής των Ελλήνων διότι ήταν πεπεισμένος ότι η Ελλάδα ήταν ανερχόμενη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και οι Έλληνες, ένα ρωμαλέο, δραστήριο και αναπτυσσόμενο Έθνος, σε αντίθεση με το Τουρκικό Έθνος για το οποίο είχε την γνώμη ότι ήταν σε παρακμή. Την αυτή με το Λόϋντ Τζώρτζ άποψη για τους Τούρκους είχε και ο Βενιζέλος ο οποίος σε συζήτηση που είχε με τον Γεώργιο Σρέϊτ, υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος το έτος 1915, φέρεται όπως αναφέρει σχετικά ο Παύλος Καρολίδης στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους να εδήλωσε τα εξής "δεν ήταν ικανοποιημένος με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου και δεν θεώρησε ότι με αυτήν είχαν οριστικά διευθετηθεί οι υποθέσεις των Βαλκανίων και της Ανατολής. Απλά είχε γίνει το πρώτο σταθερό βήμα μίας έστω μακροχρόνιας ανακωχής, που κατά την άποψή του, θα προετοίμαζε αργότερα την οριστική λύση του Ανατολικού ζητήματος, δηλαδή ή την οριστική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή την επιβολή σ' αυτήν ισοπολιτείας για όλους ανεξαιρέτως τους λαούς που την κατοικούσαν. Το συμπέρασμα αυτό το στήριζε στην εσωτερική κατάσταση του Οθωμανικού κράτους, που εξαιτίας της ετερογενούς συστάσεως και της θεοκρατικής του υποστάσεως, δεν διέθετε το αναγκαίο έρεισμα για αναγέννηση και εκσυγχρονισμό και αδυνατούσε να συναγωνιστεί με τα νεοσύστατα σφριγηλά κράτη που το περιέβαλλαν. Σ' αυτό συντελούσαν και άλλα καθαρά βιολογικά στοιχεία της Τουρκικής φυλής εκδηλούμενα στην εν γένει ιδιοσυγκρασία και νοοτροπία του λαού, που σε πολλές περιπτώσεις, όταν του δόθηκε η ευκαιρία να αναβαπτιστεί προς οποιαδήποτε εξέλιξη, παρέμεινε αδιάφορος, νωχελικός και απλός θεατής, αμέτοχος σε κάθε πρωτοβουλία και δράση. Ωστόσο είχε επικεφαλής υπέροχους ηγεμόνες και άλλους πολιτικούς, από τους οποίους οι περισσότεροι προήλθαν από διασταύρωση Τούρκων με αλλόφυλες γυναίκες, ελληνικής, αλβανικής, κιρκασιακής ή σλαβικής καταγωγής, που μάταια θυσιάστηκαν για την Τουρκική Αναγέννηση". Με δεδομένη την πεποίθεση ο Λόϋντ Τζώρτζ σε μία Ελληνική αναγέννηση, την οποία σε κάθε ευκαιρία προωθούσε ο Βενιζέλος, αγνοούσε τις προειδοποιήσεις στρατιωτικών και πολιτικών συμβούλων μεταξύ των οποίων και ο Τσώρτσιλ: ότι το μελετόμενο εγχείρημα για αποστολή Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής ήταν μη ρεαλιστικό και έκρυβε πολλούς κινδύνους για τους Έλληνες, διότι θα προσέκρουε στον Τουρκικό Εθνικισμό ο οποίος θα αφυπνίζετο από το sock που είχε υποστεί μετά την πρόσφατη μεγάλη ήττα στον Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ο ιστορικός αντίπαλος θα πατούσε το πόδι του στις ακτές της ΙΩΝΙΑΣ. Ο Λόϋντ Τζώρτζ δεν πτοήθηκε από τις αντίθετες εισηγήσεις των συμβούλων του, είχε πεισθεί ότι η νέα Ελλάδα επρόκειτο να γίνει ο φορέας των Βρεταννικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, η δύναμη στην οποία θα μπορούσε να στηρικτεί η Μεγάλη Βρεταννία εάν επρόκειτο να διατρέξουν κίνδυνο οι επικοινωνίες της με την Ινδία ή η ελευθερία των Στενών. Η επιλογή της Ελλάδος για την στήριξη συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο δεν ήταν τυχαία: Ο Λόϋντ Τζώρτζ ειδικά και όχι όλος ο πολιτικός κόσμος της Μεγάλης Βρεταννίας επιθυμούσε να τιμωρήσει αυστηρά την Τουρκία, διότι ετόλμησε να γυρίσει την πλάτη στην Αγγλία σε μία περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη για την ύπαρξή της με το να συμπαραταχθεί με τον επικίνδυνο αντίπαλό της. Για τον λόγο αυτό ήθελε να την απωθήσει στο εσωτερικό του υψιπέδου της Ανατολίας και να αφήσει τους Έλληνες κυρίαρχους στα παράλια της Μικράς Ασίας, στα Στενά του Ελλησπόντου και στη Θράκη. Υπέροχο Όραμα. Πόσο όμως ήταν εφικτό όταν εβασίζετο σε μία εσφαλμένη προϋπόθεση όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων : ότι το Τουρκικό Έθνος δεν επρόκειτο να αντιδράσει και ότι θα αποδέχετο την μοίρα του; Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις μεταξύ των Τριών Μεγάλων της Συμμαχίας Γούντροου Ουΐλσον - Λόϋντ Τζώρτζ - Ζωρζ Κλεμανσώ ο κύβος ερρίφθη. Στις 6 Μαΐου 1919 αποφασίσθηκε η άμεση απόβαση Ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη· κατόπιν τούτου ενημερώθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση για να προετοιμασθεί σχετικά. Στρατιωτικοί κύκλοι όμως της Συμμαχίας δεν συμμερίζοντο την αισιοδοξία των Τριών Μεγάλων:ο εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρεταννίας στη Σμύρνη Α. Ντίξον (Α. Dixon), απηύθυνε στους ανωτέρους του μία σοβαρή προειδοποίηση "Αν οι Έλληνες αποβιβαστούν στη Σμύρνη, το αίμα θα τρέξει άφθονο". Και άλλοι όμως αντιπρόσωποι της ΑΝΤΑΝΤ στη Τουρκία όπως ο στρατηγός Φρανσέ Ντ' Εσπεραί και ο ναύαρχος Κάλθορπ έκαναν παρόμοιες δυσοίωνες προβλέψεις τονίζοντας σχετικά "Οι δυνάμεις κατοχής δεν διακινδυνεύουν να εμπλακούν σ' έναν ανταρτοπόλεμο;". Ο στρατηγός μάλιστα του Βρεταννικού Επιτελείου Η Wilson εκτιμά ότι πρόκειται για ένα σοβαρό σφάλμα "Οι Τούρκοι δεν πρόκειται να αποδεχτούν ποτέ την εγκατάσταση Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία". Η απόφαση όμως έχει ληφθεί και οι εξελίξεις είναι ραγδαίες : στις 14 Μαΐου 1919 αποσπάσματα συμμαχικού στρατού υπό την διοίκηση του ναυάρχου Κάλθορπ αποβιβάστηκαν και κατέλαβαν τα οχυρά της Σμύρνης για να αποτραπεί Τουρκική αντίδραση κατά την επικείμενη απόβαση Ελληνικού στρατού στην πρωτεύουσα της ΙΩΝΙΑΣ. Οι ειδήσεις για την άφιξη Ελληνικού στρατού διαδόθηκαν ταχύτατα. Κατά την διάρκεια της νύκτας μερικές χιλιάδες Τούρκοι συγκεντρώθηκαν στα υψώματα του Μπαχρί-Μπαμπά, κοντά στο εβραϊκό νεκροταφείο, όπου άναψαν φωτιές και κτυπούσαν τύμπανα σε ένδειξη διαμαρτυρίας καλώντας συγχρόνως τον μουσουλμανικό πληθυσμό σε αντίσταση. Τα χαράματα της επομένης 15 Μαΐου 1919 τα ελληνικά θωρηκτά Αβέρωφ και Λήμνος, συνοδευόμενα από μεταγωγικά σκάφη, αγκυροβόλησαν στον κόλπο της Σμύρνης. Τα πρώτα Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν γύρω στις επτά το πρωΐ. Πλήθη κόσμου είχαν κατακλύσει την προκυμαία σείοντας ελληνικές σημαίες και ζητωκραυγάζοντας δυνατά τους φαντάρους που πατούσαν την Ιερή Γη της ΙΩΝΙΑΣ για πρώτη φορά από την εποχή του Βασιλιά της Σπάρτης Αγησιλάου, μέσα σ' ένα παραλήρημα χαράς, συγκίνησης και πατριωτικής έξαρσης, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών κτυπούσαν εκκωφαντικά και οι σειρήνες των πλοίων σφύριζαν δαιμονιοδώς. Δυστυχώς η χαρά της απελευθέρωσης επρόκειτο πολύ σύντομα να επισκιασθεί και αμαυρωθεί από θλιβερά επεισόδια με πρωταγωνιστές τόσο Τούρκους όσο και Έλληνες. Ενώ Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα διήρχοντο μπροστά από το Διοικητήριο και τον παρακείμενο Τουρκικό στρατώνα, κάποιος από την Τουρκική πλευρά έρριξε έναν πυροβολισμό κατά των Ελλήνων. Επακολούθησε πανδαιμόνιο πυροβολισμών και η συμπλοκή γενικεύτηκε όχι μόνο στο σημείο αυτό αλλά επεκτάθηκε σ' όλη την πόλη και τα περίχωρα. Ο τελικός απολογισμός ήταν 400 περίπου Τούρκοι νεκροί και τραυματίες και 100 περίπου Έλληνες. Μία εβδομάδα μετά τα θλιβερά επεισόδια της Σμύρνης η Ελληνική κατοχή επεκτάθηκε σε όλη την ενδοχώρα στη οποία συμπεριλαμβάνοντο η Μαγνησία, το Αϊδίνιο, το Αϊβαλί, η Τιρέ, ο Κασαμπάς, η Ναζλί, το Ακχισάρ, η Πέργαμος. Η επέκταση της κατοχής συνοδεύτηκε όπως και η πρώτη ημέρα της αποβάσεως στη Σμύρνη από σφαγές και πάσης φύσεως υπερβολές τόσο από την πλευρά των Τούρκων όσο και των Ελλήνων. Το Αϊδίνιο καταλήφθηκε από τους Έλληνες στις 27 Μαΐου 1919 και μεταξύ 29-30 Μαΐου εκκενώθηκε μετά από φρικώδεις σφαγές που διέπραξαν ένοπλα Τουρκικά σώματα σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού και ανακαταλήφθηκε στις 4 Ιουλίου
- Το αντάρτικο ήταν γεγονός. Οι ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΣ επαληθεύτηκαν. Η απόβαση των Ελλήνων στη Σμύρνη προκάλεσε sock στην Τουρκική κοινή γνώμη. Συμβιβάστηκαν με την κατάληψη της Μοσούλης από τους Άγγλους. Συμβιβάστηκαν με την εγκατάσταση συμμαχικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Θράκη και στα Στενά. Συμβιβάστηκαν με την παρουσία των Γάλλων στη Κιλικία. Συμβιβάστηκαν με την παρουσία των Ιταλών στην Αττάλεια. Δεν εννοούν όμως να συμβιβαστούν καθόλου με την κατοχή της Σμύρνης από τους Έλληνες. Θεωρούν ότι η παρουσία τους εκεί προσβάλλει την εθνική τους αξιοπρέπεια και τιμή και ότι αποτελεί προοίμιο ενσωμάτωσης της περιοχής στην Ελληνική Επικράτεια. Από τις 16 Μαΐου 1919 εκατοντάδες τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας από όλα τα διαμερίσματα της χώρας φθάνουν στην Υψηλή Πύλη. Ο Σουλτάνος όπως ο ίδιος ομολογεί στον εξάδελφό του Αμπντούλ Μετζίτ "Κλαίει σαν γυναίκα". Στην Κωνσταντινούπολη όλοι οι χώροι διασκεδάσεως - κινηματογράφοι, μουσικά καφενεία, θέατρα, καζίνα - καλούνται να κλείσουν σε ένδειξη πένθους. Ο Τύπος ουρλιάζει από λύσσα και οδύνη. Ακόμη και φιλοαντατικές εφημερίδες όπως η Sabah, η Istanbul εξεγείρονται κατά της κατοχής και με πρωτοσέλιδους τίτλους διακηρύσσουν ότι οι Τούρκοι δεν πρόκειται να δεχτούν ποτέ την απόσπαση της Σμύρνης από την Ανατολία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός της πρωτεύουσας εκδηλώνει την αγανάκτησή του με βιαιότητα. Από την μία έως την άλλη άκρη της Πόλης οργανώνονται δημόσιες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας. Στις 19 Μαΐου 1919 γίνεται μία μεγάλη συγκέντρωση στην Κωνσταντινούπολη μπροστά από το Τέμενος του Φατίχ, με συμμετοχή πλήθους που υπερβαίνει τις 50.
- Επάνω στο βήμα που περιβάλλεται από μαύρο ύφασμα μία γυναίκα ντυμένη στα μαύρα απευθυνόμενη στα πλήθη βροντοφωνάζει "Αδελφοί μου, αδελφές μου, αγαπητοί μου συμπολίτες, οι Τούρκοι ζουν σήμερα τις μελανότερες σελίδες της Ιστορίας τους, αλλά η αυγή είναι ήδη παρούσα μέσα στα σκοτάδια της νύκτας". Ήταν η Χαλιντέ Εντίπ, μία από τις πιο διάσημες συγγραφείς της χώρας. Στις 20 Μαΐου μία δεύτερη συγκέντρωση οργανώνεται στο Σκούταρι που ευρίσκεται στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, όπου οι παρευρισμόμενοι συγκινημένοι από τις προτροπές των αυτοσχέδιων ρητόρων κλαίνε γοερά για τα πάθη της Τουρκίας. Την Παρασκευή 23 Μαΐου 200.000 άτομα συρρέουν στο Τέμενος του Σουλτάνου Αχμέτ, το πασίγνωστο "Μπλέ Τζαμί", όπου μετά από τις προτροπές των διοργανωτών της συγκεντρώσεως ορκίζονται επίσημα ότι είναι πρόθυμοι να δώσουν την ζωή τους για την Σμύρνη. Το κύμα της λαϊκής οργής ανησυχεί τους αντιπροσώπους της ΑΝΤΑΝΤ. Την τελευταία εβδομάδα του Μαΐου τα συμμαχικά στρατεύματα κατοχής απαγορεύουν τις συγκεντρώσεις. Οι κάτοικοι όμως της Κωνσταντινουπόλεως αγνοούν την απαγόρευση και εξακολουθούν να συρρέουν στα Τεμένη. Στις 30 Μαΐου ένα τεράστιο πλήθος κατακλύζει εκ νέου το Τέμενος του Σουλτάνου Αχμέτ, όπου οι πιστοί προσεύχονται με θέρμη, μετά το πέρας της προσευχής ο ιμάμης τους καλεί με τρομερή φωνή παλλόμενη από συγκίνηση να κραυγάσουν όλοι μαζί "Αλλαχ ου Ακμπάρ...Αλλαχ ου Ακμπάρ...Αλλαχ ου Ακμπάρ (Ο Θεός είναι Μεγάλος)". Ο Σουλτάνος Βαχιντεντίν επικροτεί τις λαϊκές διαδηλώσεις, αλλά συνιστά φρόνηση στους αξιωματικούς που παρουσιάζονται για να ζητήσουν διαταγές "Πρέπει να ανοίξουμε το στόμα μας, να υψώσουμε την φωνή μας, να απαιτήσουμε δικαιοσύνη. Ας προσέξουμε όμως να μην υψώσουμε το χέρι μας". Για να δείξει την δυσαρέσκειά του ο Σουλτάνος παύει προσωρινά τις διώξεις κατά των Νεοτούρκων που είχαν συλληφθεί μετά από απαίτηση των Συμμάχων και απολύει ορισμένους δημόσιους λειτουργούς ελληνικής καταγωγής. Δεν κάνει τίποτε άλλο. Ελπίζει ότι τα πράγματα μπορούν να διευθετηθούν με φιλικό τρόπο. Οι φιλοαντατικές εφημερίδες όπως μεταξύ των άλλων η Alemdar ικετεύουν την κυβέρνηση του Λονδίνου, να αντικαταστήσει τα Ελληνικά στρατεύματα στη Σμύρνη με Βρεταννικά. Γεγονός είναι ότι η απόβαση Ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη προκάλεσε πολιτικό σεισμό στη Τουρκία. Η κοινή γνώμη είχε την τάση να απομακρύνεται βαθμιαία από εκείνους που ετάσσοντο υπέρ μίας διευθετήσεως με τους Συμμάχους και να προσβλέπει περισσότερο προς αυτούς που ήσαν οπαδοί της εθνικής αντιδράσεως με βίαια μέσα. Οι πατριωτικές οργανώσεις πολλαπλασιάζονται με μεγάλη ταχύτητα, έστω και αν μεταξύ αυτών αναμιγνύονται και ομάδες με ληστρικές κατευθύνσεις. Οι επιδρομές τους και οι ενέδρες τους ταλαιπωρούν τους Έλληνες που αρχικά είχαν πιστεύσει ότι επρόκειτο για ένα στρατιωτικό περίπατο. Έτσι οι δυνάμεις κατοχής εξαιτίας της αυξανόμενης Τουρκικής αντιστάσεως από 30.000 που ήσαν τον μήνα Μάϊο αυξήθηκαν σε 60.000 κατά τον μήνα Δεκέμβριο
- Τους πρώτους μήνες του 1920 αυξήθηκαν σε 90.000 και περί το τέλος του έτους εκείνου αυξήθηκαν σε 120.000 άνδρες. Ενώ κατά το τελευταίο έτος της μικρασιατικής περιπέτειας έφθασαν να αριθμούν 220.000 άνδρες. Η Μικρά Ασία είχε μεταβληθεί σε πίθο των Δαναΐδων που απορροφούσε συνεχώς δυνάμεις, οι οποίες δεν ήσαν ποτέ αρκετές για να καλύψουν τις διευρυνόμενες ανάγκες ενός αδηφάγου μετώπου. Ο περίπατος μεταβλήθηκε σε ΕΦΙΑΛΤΗ. Το αδιέξοδο της Ελληνικής εμπλοκής διαπιστώνεται και στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν δύο ανεξάρτητες έρευνες που έγιναν το καλοκαίρι του 1919 από την Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή σχετικά με τα θλιβερά επεισόδια που έγιναν και πήραν μεγάλη έκταση κατά την απόβαση των Ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων στη Σμύρνη, και από τον στρατηγό Μίλν διοικητή των Βρεταννικών δυνάμεων στην Τουρκία, σχετικά με τις ελληνοτουρκικές συγκρούσεις κατά μήκος της μεθορίου της ζώνης κατοχής που είχε ορισθεί για τους Έλληνες . Οι έρευνες αυτές αναγκαστικά έθιξαν και το ευρύτερο ζήτημα της στρατηγικής θέσεως των Ελλήνων. Στο πόρισμα του στρατηγού Μιλν επισημαίνεται ότι "Το μεγαλύτερο μέρος των Τουρκικών δυνάμεων αποτελείται από οργανωμένες συμμορίες ληστών ενισχυμένες με οπλισμένους χωρικούς που τους έχουν διώξει από τα χωριά τους οι Έλληνες και που είναι αποφασισμένοι να εμποδίσουν την παραπέρα προέλαση των Ελλήνων. Αυτές οι ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες ενισχύονται από τις τακτικές μονάδες του Τουρκικού στρατού, έχουν μεγάλη δύναμη. Η Τουρκική κυβέρνηση δεν ελέγχει αυτές τις δυνάμεις, που έχουν δεσμευτεί να διώξουν τους Έλληνες από την Ασία, και έτσι δεν μπορεί να επιμείνει (η Τουρκική Σουλτανική κυβέρνηση εννοείται) ώστε να αποσυρθούν από οποιαδήποτε ρητά καθορισμένη γραμμή. Οι Ελληνικές δυνάμεις, που σε πολλά σημεία έχουν προχωρήσει σε καθαρά Τουρκική περιοχή και σε εξαιρετικά δύσβατα εδάφη, είναι από άποψη τακτικής άσχημα τοποθετημένες και κάθε περαιτέρω προώθηση για να αποκτήσουν καλύτερες θέσεις θα συναντήσει πολύ μεγάλη αντίσταση η οποία για να καμφθεί θα απαιτηθούν σφοδρές μάχες. Ο ανταρτοπόλεμος θα κρατήσει όσο τα Ελληνικά στρατεύματα παραμένουν στο Σαντζάκι της Σμύρνης, και οποιαδήποτε παραπέρα προώθηση θα δημιουργήσει μεγαλύτερες δυσκολίες". Η Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή σχετικά με τα γεγονότα του Μαΐου που αποτελείτο από τον ναύαρχο Μπρίστολ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον στρατηγό Μπυνού για τη Γαλλία, τον στρατηγό Χαίαρ για την Αγγλία, τον στρατηγό Ντάλλ' Ολιο για την Ιταλία και από τον συνταγματάρχη Μαζαράκη για την Ελλάδα ως Έλληνα παρατηρητή χωρίς ψήφο, υπέβαλε το πόρισμά της τον Οκτώβριο του 1919 το οποίο ήταν εξαιρετικά δυσμενές για τους Έλληνες. Εκτός του ότι τους θεωρούσε υπεύθυνους για τα γεγονότα που ακολούθησαν την απόβαση και για την αταξία και για την αιματοχυσία στο εσωτερικό κατά την διάρκεια της Ελληνικής προελάσεως, επανεξετάζοντας συνολικά το ζήτημα της Ελληνικής κατοχής στη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: Α) Ότι αν η στρατιωτική κατοχή της χώρας θα είχε ως μόνο στόχο την διατήρηση της ασφάλειας και της κοινωνικής ευημερίας, αυτή η κατοχή έπρεπε να ανατεθεί όχι σε Ελληνικά αλλά σε Συμμαχικά στρατεύματα, υπό την εξουσία του ανώτατου διοικητή της Συμμαχίας στη Μικρά Ασία. Β) Ότι η κατοχή από μόνους τους Έλληνες δεν έπρεπε να διατηρηθεί, εκτός αν η συνδιάσκεψη της ειρήνης ήταν αποφασισμένη να αναγγείλει την πλήρη και οριστική προσάρτηση της χώρας από την Ελλάδα. Γ) Ότι η καθαρή και απλή προσάρτηση όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη με την αρχή που διακηρύσσει τον σεβασμό για τις εθνότητες, διότι στις κατεχόμενες περιοχές, εκτός από τις πόλεις της Σμύρνης και το Αϊβαλί, η υπεροχή του Τουρκικού στοιχείου απέναντι στο Ελληνικό ήταν αναμφισβήτητη. Είναι χρέος της Επιτροπής να επισημάνει το γεγονός ότι το εθνικό αίσθημα των Τούρκων, που έχει ήδη καταστήσει εμφανή την αντίστασή του, δεν θα αποδεχθεί ποτέ αυτή την προσάρτηση. Θα υποταχθεί μόνο στη δύναμη, δηλαδή μπροστά σε μία στρατιωτική επιχείρηση που η Ελλάδα μόνη της, δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει με ελπίδα επιτυχίας". Το τελικό συμπέρασμα της Επιτροπής ήταν ότι είτε όλα είτε μέρος από τα Ελληνικά στρατεύματα θα έπρεπε το ταχύτερο να αντικατασταθούν με στρατεύματα Συμμαχικά, πολύ μικρότερα σε αριθμό. Και ότι όταν θα έχει γίνει αυτό, η Τουρκική Χωροφυλακή την οποία θα αναδιοργάνωνε ομάδα αξιωματικών της Συμμαχίας υπό την διοίκηση των οποίων θα τελούσε προκειμένου να εξασφαλιστεί η τάξη σε όλη την περιοχή, θα αποσύροντο τελικά τα Συμμαχικά στρατεύματα. Αυτό δηλαδή που συνιστούσε η Διασυμμαχική Ανακριτική Επιτροπή, όπως επίσης και η Βρεταννική Υπάτη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως, δεν ήταν άλλο από τον τερματισμό της Ελληνικής κατοχής και την απόρριψη των Ελληνικών διεκδικήσεων στη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε έντονα στα δυσμενή για την Ελλάδα συμπεράσματα του πορίσματος της Διασυμμαχικής Ανακριτικής Επιτροπής λέγοντας ότι: η αταξία και τα επεισόδια στα σύνορα της Ελληνικής ζώνης δεν οφείλοντο καθόλου στην Ελληνική κατοχή αλλά στην αβεβαιότητα ως προς τις τελικές αποφάσεις της Συνδιασκέψεως για την ειρήνη στην Ανατολία. Και ότι η τάξη θα αποκαθίστατο αμέσως μόλις οι Τούρκοι συνειδητοποιούσαν ότι δεν επρόκειτο να βρουν υποστήριξη από μέλη της Συμμαχίας όταν θα υποκινούσαν ταραχές. Παρά την φαινομενική αισιοδοξία ο Βενιζέλος ανησυχούσε για την παρατεινόμενη εκκρεμότητα σχετικά με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης για την Ανατολία και σε μακροσκελή επιστολή του με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1919 προς Λόϋντ Τζωρτζ, του τονίζει ότι αν και έχει περάσει ένα έτος από την υπογραφή της Ανακωχής με την Τουρκία (30/10/1918) η μη υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης ενθαρρύνει τους Τούρκους Εθνικιστές να ενισχύουν συνεχώς τον τακτικό στρατό που συγκεντρώνουν. Και έτσι υπάρχει κίνδυνος εάν χρονοτριβίσει ακόμη περισσότερο η υπογραφή της σχετικής Συνθήκης, να μην είναι δυνατή πλέον η επιβολή των όρων της ειρήνης με στρατιωτικά μέσα. Την αγωνία και τους φόβους του για την οριστική διευθέτηση των Ελληνικών αξιώσεων σχετικά με την Μικρά Ασία εκμυστηρεύτηκε ο Βενιζέλος στον Άγγλο στρατηγό Henry Wilson, ο οποίος όπως ο ίδιος βεβαιώνει (Wilson) συμμερίστηκε τους φόβους του και του είπε με κάθε ειλικρίνεια ότι έχει μπλέξει πολύ άσχημα, επισήμανση με την οποία συμφώνησε και ο Βενιζέλος όπως ισχυρίζεται. Μόνη δε διέξοδο για να βγει από την δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει, ο Βενιζέλος δήλωσε στον στρατηγό Wilson ότι ήταν η άμεση χρησιμοποίηση των δώδεκα μεραρχιών του (120.000 άνδρες) εναντίον των 70.000 ανδρών του τακτικού στρατού των Τούρκων Εθνικιστών, και τον παρακάλεσε να εισηγηθεί ευνοϊκά για το ζήτημα αυτό στον Λόϋντ Τζώρτζ. Και ενώ η εκκρεμότητα συνεχίζεται σχετικά με την ειρήνευση της Ανατολίας, κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 1920 ισχυρά ένοπλα σώματα Τούρκων Εθνικιστών σαρώνουν την Κιλικία, η οποία τον Δεκέμβριο μήνα του προηγούμενου έτους
(1918)είχε παραδοθεί από τον Άγγλο στρατηγό Allenby σε Γαλλικές Δυνάμεις κατοχής. Σε 1.200 ανέρχονται συνολικά οι απώλειες σε Γάλλους στρατιώτες και σε μερικές χιλιάδες μη Μουσουλμάνους πολίτες. Η Παρισινή εφημερίδα "Χρόνος" στις 15 Φεβρουαρίου 1920 με αφορμή τα δραματικά συμβάντα της Κιλικίας έγραψε σχετικά "Η Τουρκία ευρίσκεται στα χέρια των "Εθνικιστών", κληρονόμων της άλλοτε πολιτικής παρατάξεως "Ένωση - Πρόοδος". Μπορεί κάποιος να λυπάται ή να χαίρεται, να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει τα αίτια, αλλά αυτό πολύ λίγο ενδιαφέρει: είναι γεγονός και πρέπει να γίνει αρχή αναγνωρίσεως των γεγονότων. Στην Τουρκία ουδεμία άλλη οργάνωση υφίσταται τώρα, ικανή να ασκήσει την εξουσία. Το ζήτημα ευρίσκεται στο αν συντελεσθεί στην Τουρκία θετικό έργο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος προς την επιτυχία, από το να επιτραπεί ειλικρινά στους Τούρκους Εθνικιστές να δοκιμάσουν. Στην Κιλικία, όπου η Τουρκική σημαία οφείλει να εξακολουθήσει να κυματίζει ευχόμαστε η Γαλλία να μην ζητήσει κανένα κυριαρχικό δικαίωμα μονίμου κατοχής". Δεν ήταν μόνο ο Γαλλικός Τύπος που πίεζε προς την κατεύθυνση της συνάψεως χωριστής συνθήκης ειρήνης με τους Τούρκους Εθνικιστές, ήσαν και ισχυροί οικονομικοί κύκλοι της Γαλλίας που πίεζαν προς την ίδια κατεύθυνση. Σχετικό τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς τον τότε υπουργό των Εξωτερικών της Ελλάδος, κατά μήνα Μάρτιο του 1920 το επισημαίνει. Σύμφωνα δε με τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι Άθω Ρωμάνο όπως αναφέρει σχετικά σε επιστολή του προς τον Βενιζέλο με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1920, οι Ιταλοί όπως και οι Γάλλοι προσανατολίζονται ήδη προς σύναψη χωριστής συνθήκης ειρήνης με τους Εθνικιστές της Τουρκίας. Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών Paleologue σχετικά με την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας του εδήλωσε ρητά ότι "Η Γαλλία είναι Μουσουλμανική Δύναμη, έχει μεν τα ιδανικά της, δεν μπορεί όμως να ριψοκινδυνεύσει για την απελευθέρωση υποδούλων (υπονοώντας προφανώς τους Ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας). Ο κ. Λόϋντ Τζώρτζ για λόγους εσωτερικής πολιτικής ακολουθεί πολιτική, την οποία δεν έχει την δύναμη να επιβάλει στην Ανατολή, αφού δεν διαθέτει προς τούτο επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις. Ίσως μετά από 15 ημέρες να αλλάξει γνώμη. Η Γαλλία είναι αναγκασμένη να λάβει υπόψη την πραγματική κατάσταση στην Τουρκία. Ο κ. Βενιζέλος, ο ποίος είναι τόσο συνετός, δεν μπορεί να παραβλέψει την πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει την Γαλλία να έχει διαφορετική γνώμη από εκείνη του Λόϋντ Τζωρτζ όσον αφορά το ζήτημα της ρυθμίσεως των πραγμάτων της Τουρκίας. Μακρυά από το να είμαστε φιλότουρκοι, περιβάλλουμε πάντοτε με την αυτή συμπάθεια την Ελλάδα, αλλά δεν έχουμε τα μέσα να εξαναγκάσουμε τους Τούρκους να δεχτούν τόσο αυστηρές αποφάσεις και ως εκ τούτου δεν συμμεριζόμαστε την γνώμη του κ. Λόϋντ Τζώρτζ". Στην επιστολή του αυτή ο Άθως Ρωμάνος καταλήγει ότι ο Palelogue είναι πεπεισμένος ότι η Γαλλία εκτίθεται σε κίνδυνο αποτυχίας, αν ακολουθήσει τον κ. Λόϋντα Τζωρτζ στο Τουρκικό ζήτημα. Και ο Πουανκαρέ μετέπειτα Πρωθυπουργός της Γαλλίας όταν ερωτήθηκε σχετικά από τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι Άθω Ρωμάνο για τις αξιώσεις της Ελλάδος στη Σμύρνη και Θράκη, όπως αναφέρει σε μία από τις επιστολές του προς τον Βενιζέλο με ημερομηνία 25 Μαρτίου 1920, του δήλωσε πως η γνώμη του είναι ότι η Θράκη μέχρι την περιοχή της Τσατάλτζας πρέπει να παραχωρηθεί στην Ελλάδα. Όσον αφορά όμως την Σμύρνη παρ' όλα τα ιστορικά και εθνογραφικά δικαιώματα των ελλήνων, θα ήταν προτιμότερο, για γενικότερους λόγους, να έμενε στην Τουρκία. Φάσκει και αντιφάσκει ο Πουανκαρέ όταν λέει δεν έχει αντίρρηση για την κατοχή της Θράκης από τους Έλληνες, έχει όμως αντίρρηση για την κατοχή της Σμύρνης. Διότι έλεγχος των Στενών του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου, για τον οποίο ενδιαφέρετο πρωτίστως η Αγγλία, δεν νοείται χωρίς παράλληλη κατοχή τόσο της Θράκης (Ανατολικής Θράκης) όσο και των παραλίων της Ιωνίας. Η Γαλλία όμως που δεν επιθυμούσε τον έλεγχο των Στενών από τους Βρεταννούς μέσω των Ελλήνων, παρενέβαλε διάφορα προσχήματα για να ματαιώσει το εγχείρημα. Όπως ο πρωθυπουργός Μιλεράν βεβαιώνει ο Άθως Ρωμάνος, ο Πουανκαρέ, δεν επιθυμούσε η Ελλάδα να αποκτήσει δικαιώματα στην Κωνσταντινούπολη. Βλέποντας ο Λόϋντ Τζωρτζ ότι μόνο αυτός και ο Βενιζέλος είχαν απομείνει από όσους στην αρχή υποστήριζαν τον διαμελισμό της Τουρκίας, αν λάβουμε υπ' όψη ότι η Γαλλία και η Ιταλία είχαν αλλάξει πολιτική και αντί για τον διαμελισμό υποστήριζαν συνδιαλλαγή με τους Τούρκους Εθνικιστές και οι Ηνωμένες πολιτείες της Αμερικής μετά την σοβαρή ασθένεια του Προέδρου Γούντροου Ουΐλσον δεν ενδιαφέροντο πλέον για τα πράγματα της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσχέρειες που θα είχε μια εκστρατεία κατά των Τούρκων Εθνικιστών αποκλειστικά με Ελληνικά όπλα προκειμένου να εξαναγκασθούν να συμμορφωθούν με τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης που σκόπευαν να τους επιβάλλουν, απευθύνθηκε στη στρατιωτική και ναυτική επιτροπή που έδρευε στις Βρυξέλλες υπό τον Στρατάρχη της Γαλλίας Φος, που διηύθυνε τις συμμαχικές στρατιές κατά τη τελευταία φάση του Πολέμου στο Δυτικό Μέτωπο κατά των Γερμανών, για να έχει την γνώμη του σχετικά με το κατώτερο όριο των στρατιωτικών δυνάμεων που απαιτούντο για να ειρηνεύσει η Ανατολία. Το υπόμνημα του Φος με ημερομηνία 30 Μαρτίου 1920 κατέληγε σε συμπέρασμα αποκαρδιωτικό για τους ενδιαφερομένους : κατά την γνώμη του απαιτούντο 27 μεραρχίες δηλαδή 500.000 άνδρες τουλάχιστον. Για να μπορέσει να διασκεδάσει τις ανησυχίες Βρεταννικών Πολιτικών και Στρατιωτικών κύκλων που δεν ασπάζοντο τις θέσεις του σχετικού με τον διαμελισμό της Τουρκίας, ο Λόϋντ Τζωρτζ προσκάλεσε στο Λονδίνο τον Έλληνα Πρωθυπουργό για διαβουλεύσεις αλλά και για να δώσει συνεντεύξεις στους κύκλους αυτούς και να απαντήσει στα ερωτήματα που θα του έθεταν. Ο Τσώρτσιλ που ήταν ο κυριώτερος εκπρόσωπος των πολιτικών κύκλων που είχαν διαφορετικές απόψεις από εκείνες του Λόϋντ Τζώρτζ, του έκανε στις 19 Μαρτίου 1920 την εξής ερώτηση: Μπορεί η Ελλάδα αποκλειστικά με δικές της στρατιωτικές δυνάμεις, χωρίς καμμία απολύτως οικονομική ή στρατιωτική ενίσχυση εκ μέρους της Μεγάλης Βρεταννίας εκτός μόνο από την παροχή όπλων και πολεμοφοδίων, να επιβάλει τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης που θα υπογραφεί στους Τούρκους Εθνικιστές και στη Θράκη και στην Μικρά Ασία; Στην ίδια ερώτηση του Αρχηγού του Γενικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου Ουΐλσον και στην παρατήρηση εάν ο πόλεμος με τους Τούρκους Εθνικιστές διαρκέσει δέκα έως δέκα πέντε χρόνια, θα μπορέσει η Ελλάδα να αντέξει και να μην καταστραφεί σε ένα πόλεμο διαρκείας; Και στις δύο ερωτήσεις ο Βενιζέλος απάντησε χωρίς δισταγμό ότι η Ελλάδα είναι απολύτως ικανή να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, και ότι κατά την δική του πρόβλεψη ο πόλεμος θα είναι βραχύβιος και όχι μακροχρόνιος. Ο Λόϋντ Τζώρτζ παρά τις διαβεβαιώσεις του Βενιζέλου ότι η Ελλάδα ήταν σε θέση με τις δικές της αποκλειστικά δυνάμεις να επιβάλει τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης, δίσταζε και ήταν αναποφάσιστος σχετικά με το αν θα έπρεπε να δοθεί ελευθερία κινήσεων στους Έλληνες προκειμένου να συντρίψουν τους Τούρκους Εθνικιστές στα ορμητήριά τους Άγκυρα, Σεβάστεια, Τραπεζούντα ή οπουδήποτε αλλού. Ήδη η κατοχή της Σμύρνης και της ευρύτερης Μικρασιατικής ενδοχώρας είχε καταδείξει πόσο δύσκολο ήταν το εγχείρημα αυτό με δεδομένη την σφοδρότατη ένοπλη αντίδραση των Τούρκων Εθνικιστών. Μία περαιτέρω διεύρυνση της Ελληνικής ζώνης κατοχής κατά μήκος των Μικρασιατικών παραλίων και προς το εσωτερικό του υψιπέδου της Ανατολίας, θα καθιστούσε το ήδη δυσεπίλυτο πρόβλημα σχεδόν άλυτο. Το χρονικό διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 1919 και Ιουνίου 1920 όταν είχαν διαπιστωθεί οι τεράστιες δυσκολίες για τον διαμελισμό της Τουρκίας και την δημιουργία Ελληνικής ζώνης κατοχής στην ΙΩΝΙΑ, παρουσιάστηκε η μοναδική ευκαιρία για ειρηνική αξιοπρεπή απαγκίστρωση των Ελληνικών δυνάμεων κατοχής από την Σμύρνη καθώς και των υπολοίπων δυνάμεων της Συμμαχίας που παρέμεναν στην Κωνσταντινούπολη, τα Στενά και σε ορισμένα ακόμη σημεία της Ανατολίας, με ένα οποιοδήποτε εύσχημο πρόσχημα. Ότι δηλαδή εξέλειπαν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν την κατοχή της Ανατολίας από τις Συμμαχικές δυνάμεις, ότι ομαλοποιήθηκε η κατάσταση, και ότι επιβάλλεται κατόπιν τούτου η σταδιακή αποχώρηση των δυνάμεων της Συμμαχίας με βάση κάποιο πρόγραμμα και μέσα σε ορισμένα χρονικά πλαίσια. Δεν έγινε όμως τούτο : διότι και ο Λόϋντ Τζωρτζ και ο Βενιζέλος ανήκαν στην κατηγορία εκείνη των ισχυρών προσωπικοτήτων που δεν παραιτούνται εύκολα από τους πολιτικούς στόχους που έχουν θέσει στον εαυτό τους να πραγματοποιήσουν? και για τους οποίους έχουν μοχθήσει και έχουν παλέψει με φοβερές αντιξοότητες για να τους επιβάλλουν. Άλλωστε είχαν εκτεθεί στην κοινή γνώμη των χωρών τους, ο Βενιζέλος μάλιστα από το 1915, και δεν μπορούσαν τώρα να κάνουν πίσω. Εάν κάποιος τοποθετήσει δίπλα δίπλα φωτογραφίες της εποχής, στις οποίες να απεικονίζονται οι δύο μεγάλοι ηγέτες, θα διαπιστώσει χωρίς δυσκολία ότι και οι δύο προσωπικότητες υπερεκχειλίζουν από ευφυΐα, ενεργητικότητα και ακτινοβολία. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό Δίδυμο, κάτι ανάλογο προς το τρομερό Δίδυμο Χίντεμπουργκ-Λούντεντορφ. Η ευκαιρία για επέκταση της ζώνης κατοχής των Ελλήνων στη Μικρά Ασία που τόσο πολύ επιζητούσε ο Βενιζέλος για να περιορίσει όπως νόμιζε την δράση των Τούρκων Εθνικιστών δόθηκε στις 14 προς 15 Ιουνίου 1920, όταν οι Τούρκοι Εθνικιστές προκάλεσαν για πρώτη φορά άμεσα τον Αγγλικό στρατό επιτιθέμενοι σε ένα τάγμα που στάθμευε στη περιοχή της Νικομήδειας, το οποίο διασώθηκε χάρις στο φράγμα πυρός που δημιούργησαν τα Βρετανικά πολεμικά που ναυλοχούσαν στο Βόσπορο. Μέχρι πότε όμως θα διεσώζετο; Ο Άγγλος στρατηγός Μιλν υπεύθυνος για τα Στενά τηλεγράφησε αμέσως στο Λονδίνο ζητώντας ενισχύσεις. Ο Αρχηγός του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου Henry Wilson τηλεγράφησε στο Υπουργικό Συμβούλιο που συνήλθε επειγόντως στις 18 Ιουνίου, ότι οι μόνες διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις στη περιοχή ήσαν οι Ελληνικές και για τον λόγο αυτό πρότεινε να χρησιμοποιηθεί μία Ελληνική μεραρχία για την άμυνα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Βενιζέλος που ευρίσκετο στο Λονδίνο από τις 14 του μηνός όταν κλήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και του ζητήθηκε η βοήθειά του, προσέφερε μία από τις μεραρχίες που εδρεύανε στη Δυτική Θράκη. Προσφέρθηκε επίσης να καλύψει την ασιατική ακτή των Στενών με την προώθηση μίας επί πλέον μεραρχίας από εκείνες που εδρεύανε στη περιοχή της Σμύρνης με προορισμό την Πάνορμο και την Προύσα. Κατόπιν τούτου του δόθηκε η άδεια από τον Λόυντ Τζώρτζ και Μιλλεράν να προελάσει έξω από τα όρια του Σαντζακίου Σμύρνης προς τις κοιλάδες του Έρμου και του Καΰστρου έως το Αλασεχίρ (Φιλαδέλφεια). Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν από τους Έλληνες όλο τον Ιούλιο μέχρι και τον Αύγουστο. Οπότε μετά την κατάληψη και του Ουσάκ που ευρίσκεται στο χείλος του οροπεδίου της Ανατολίας διακόπηκαν. Ενώ είχαν ατονήσει οι επιχειρήσεις στην Μικρά Ασία, περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου 1920 μεταφέρθηκαν από εκεί δυνάμεις στην Ανατολική Θράκη, όπου από κοινού με εκείνες που ήσαν ήδη στη περιοχή συνέθλιψαν τις δυνάμεις ατάκτων του Τούρκου αρχηγού των Εθνικιστών Τζαφάρ Ταγιάρ αιχμαλωτίζοντας και τον ίδιο. Στις 26 Ιουλίου 1920 εισήλθαν θριαμβευτικά στην Αδριανούπολη Ελληνικά στρατεύματα τερματίζοντας έτσι τις επιχειρήσεις. Η απόφαση για διεύρυνση της Ελληνικής ζώνης κατοχής προς τα ενδότερα της Ανατολίας, ήταν μοιραία. Μετά την απόφαση αυτή δεν μπορούσε να υπάρξει επιστροφή. Η Ελληνική προσπάθεια για εξαναγκασμό των Τούρκων Εθνικιστών να αποδεχθούν τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης, ή θα επιτύγχανε ή θα κατέληγε σε καταστροφή. Στις 10 Αυγούστου 1920 υπογράφηκε τελικά στις Σέβρες η Συνθήκη Διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Τουρκία περιορίστηκε στο υψίπεδο της Ανατολίας και σε μία λωρίδα γης στην Ανατολική Θράκη που εκτεινόταν μέχρι την γραμμή Τσατάλτζας. Η Συνθήκη προέβλεπε ένα ανεξάρτητο Αρμενικό κράτος και ένα αυτόνομο Κουρδικό στα ανατολικά. Η Σμύρνη και η ενδοχώρα της εκχωρήθηκε στην Ελλάδα η οποία όμως επί μία πενταετία θα παρέμενε υπό ονομαστική Τουρκική επικυριαρχία και εν συνεχεία μπορούσε να την προσαρτήσει η Ελλάδα, αν το αποφάσιζε η τοπική Βουλή ή ένα δημοψήφισμα. Μόλις υπογράφηκε η Συνθήκη ο Γάλλος πολιτικός Ραιημόν Πουανκαρέ προέβη σε μία εύστοχη αλλά δυσοίωνη πρόβλεψη: Σέβρες είπε σημαίνει στα γαλλικά την εύθραυστη πορσελάνη, υπονοώντας ότι η Συνθήκη των Σεβρών ήταν ανεφάρμοστη και ότι δεν επρόκειτο να έχει διάρκεια. Ανεξάρτητα τούτου ο Βενιζέλος ήταν πανευτυχής. Ήταν η ωραιότερη στιγμή της ζωής του. Η Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Ένα όραμα για την πραγμάτωση του οποίου εφλέγετο, εδονείτο, επυρπολείτο μια ολόκληρη ζωή. Ένα όραμα που έστω ως νομικό γεγονός ήταν πραγματικότητα. Δεν αγνοούσε όμως ότι για να υλοποιηθεί θα έπρεπε να καταβληθεί και άλλη προσπάθεια και να απαιτηθούν και άλλες θυσίες, διότι η Σουλτανική κυβέρνηση που ήταν όμηρος των Συμμάχων στην Κωνσταντινούπολη μπορεί να την είχε υπογράψει, οι Τούρκοι όμως Εθνικιστές δεν επρόκειτο να την υπογράψουν ποτέ? εκτός αν εξαναγκάζοντο με στρατιωτικά μέσα. Ο Βενιζέλος ευρίσκετο στην ίδια θέση με τον μυθικό ήρωα Ιάσωνα, ο οποίος για να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας θα έπρεπε προηγουμένως να σκοτώσει τον δράκο. Ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος που ήταν επικεφαλής των Ελληνικών δυνάμεων στην Μικρά Ασία κατά το τέλος του Αυγούστου 1920, έστειλε μια μακροσκελή αναφορά στον Βενιζέλο με την οποία τον προέτρεπε να δώσει εντολή για άμεση δράση κατά των Τούρκων Εθνικιστών που δεν αναγνώριζαν την Συνθήκη των Σεβρών, πριν ισχυροποιηθούν τόσο ώστε να είναι αδύνατη η κατανίκησή τους. Στην αναφορά του πρότεινε τα ακόλουθα: Πρώτα έπρεπε να καταληφθούν το Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο) και το Αφιόν Καραχισάρ και κατόπιν να προελάσει ο Ελληνικός στρατός προς την Άγκυρα και ίσως και προς το Ικόνιο. Η κατοχή των σημαντικών αυτών σιδηροδρομικών κόμβων προέβλεπε ότι θα αποστερούσε από τους Τούρκους Εθνικιστές τα κύρια μέσα ανεφοδιασμού, και ότι η κατάληψη της Άγκυρας θα αποτελούσε ένα "κολοσσιαίο ηθικό πλήγμα για τον εχθρό". Κατά την άποψή του η κεντρική Αλμυρά Έρημος της Μικράς Ασίας θα διαιρούσε τους Τούρκους Εθνικιστές σε δύο χωριστά και απομακρυσμένα μεταξύ τους σώματα με ανεπαρκείς και χρονοβόρες επικοινωνίες, και έτσι η αντίσταση των Εθνικιστών κατά την άποψή του θα κατέρρεε. Χωρίς όμως και να εξηγεί τι θα συνέβαινε σε περίπτωση που οι Εθνικιστές απεσύροντο στη Σεβάστεια ή στην Ερζερούμ ή πως θα μπορούσαν με ασφάλεια να καλυφθούν τόσο εκτεταμένες γραμμές συγκοινωνιών ή που στήριζε την άποψή του ότι οι Εθνικιστές δεν επρόκειτο να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση. Ως προς το τελευταίο ζήτημα τόσο ο ίδιος όσο και το σύνολο σχεδόν των Ελλήνων Αξιωματικών πεπλανημένα πίστευαν ότι οι Εθνικιστές δεν επρόκειτο να προβάλλουν σοβαρή αντίσταση, παρασυρμένοι προφανώς από την όχι σοβαρή αντίστασή τους κατά την τελευταία κεραυνοβόλο προέλαση των Ελλήνων. Η οποία οφείλετο όχι σε αδυναμία αντιστάσεως των Τούρκων Εθνικιστών στους προελαύνοντες Έλληνες, αλλά στο ότι κατά την περίοδο εκείνη η σύγκρουση μεταξύ Εθνικιστών και οπαδών του Σουλτάνου διεξήγετο με μεγάλη σφοδρότητα. Η πλάνη αυτή του Ελληνικού Επιτελείου επρόκειτο μετά από μερικούς μήνες να αποκαλυφθεί, καθόσο η πεισματική αντίσταση του Τουρκικού Εθνικού στρατού υπήρξε δυσάρεστη έκπληξη. Πριν από την τελική εξόρμηση κατά των Τούρκων Εθνικιστών ο Βενιζέλος, αυτό που δεν έκανε το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο του 1917 να ζητήσει δηλαδή την έγκριση του Ελληνικού λαού σχετικά με την πολιτική που ακολούθησε στο Μικρασιατικό ζήτημα, το έκανε τώρα. Προκήρυξε γενικές βουλευτικές εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920, έχοντας στα θυλάκιά του την εξαιρετικά ευνοϊκή για τις Ελληνικές αξιώσεις Συνθήκη των Σεβρών σε σχέση με την Σμύρνη με την ευρύτερη ενδοχώρα της καθώς και σε σχέση με την Θράκη, για να ζητήσει από τον Ελληνικό λαό να επιβραβεύσει αυτήν την πολιτική με την υπερψήφιση του Κόμματος των Φιλελευθέρων που εκπροσωπούσε ο ίδιος. Το εκλογικό αποτέλεσμα υπήρξε απογοητευτικό για τον Βενιζέλο και την παράταξή του. Το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπέστη εκλογική συντριβή. Το αποτέλεσμα αυτό προφανώς οφείλεται αφενός στην κόπωση από την παρατεινόμενη στρατιωτική εμπλοκή στην Μικρά Ασία της οποίας δεν διεφαίνοντο ακόμη σημάδια ειρηνικής διευθετήσεως. Και αφετέρου στη συσπείρωση των Κωνσταντικών που θεωρούσαν τους εαυτούς τους παρακγωνισμένους μετά τον Συμμαχικό εξαναγκασμό σε παραίτηση από τον θρόνο του Κωνσταντίνου τον Μάϊο του 1917. Ο πολιτικός έλεγχος της χώρας περιήλθε κατόπιν τούτου στους Δημήτριο Γούναρη, Νικόλαο Στράτο, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Νικόλαο Θεοτόκη, Γεώργιο Μπαλτατζή, Νικόλαο Καλογερόπουλο και άλλους, που ήσαν σφοδροί πολέμιοι αρχικά της Μικρασιατικής πολιτικής του Βενιζέλου διότι την θεωρούσαν ουτοπική. Η μέθη από τον απροσδόκητο θρίαμβό τους ήταν τέτοια και τα πολιτικά πάθη τόσο ωξυμμένα που τους ώθησε σε μία άστοχη πολιτικά πράξη, η οποία τους δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις τους με τους Συμμάχους της ΑΝΤΑΝΤ, όταν εξήγγειλαν δημοψήφισμα για την επιστροφή ή μη του Κωνσταντίνου στον θρόνο. Υπήρξε άμεση η αντίδραση των Συμμάχων σχετικά με την προοπτική επανόδου του Κωνσταντίνου στον θρόνο, τον οποίο είχαν συνδέσει με τα τραγικά επεισόδια που διαδραματίστηκαν στο κέντρο της Αθήνας στις 18 Νοεμβρίου 1916 μεταξύ ενός αγήματος από 2.500 Γάλλους και Άγγλους πεζοναύτες αφενός και ενός μεγάλου πλήθους από πολίτες και στρατιωτικά τμήματα πιστά στον Κωνσταντίνο, τους επίστρατους (αποστρατευθέντες εφέδρους), αφετέρου. Σύγκρουση η οποία είχε λήξει με εκατέρωθεν απώλειες, 120 νεκροί και 150 τραυματίες από την πλευρά των Συμμάχων και 30 νεκροί και 50 τραυματίες από την πλευρά των Ελλήνων και παράδοση των αιχμαλώτων που είχαν συλλάβει αμφότεροι οι αντιμαχόμενοι μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο ναύαρχος Νταρτίζ ντε Φουρνέ που είχε περικυκλωθεί στο Ζάππειο επί κεφαλής αγήματος διακοσίων Γάλλων ναυτών. Για την οποία μνησικακούσαν κυρίως οι Γάλλοι που θεωρούσαν ότι είχε θιγεί η εθνική τους αξιοπρέπεια εξαιτίας του συμβιβασμού που αναγκάστηκαν να κάνουν, και ήθελαν τώρα να πάρουν εκδίκηση. Τα πράγματα τα έβαλαν στη σωστή τους θέση οι Άγγλοι με την οξυδέρκεια, την νηφαλιότητα και την ψυχραιμία που τους διακρίνει. Για το θέμα που είχε δημιουργηθεί ο Λόρδος Κώρζον έγραψε σχετικά "" Η μία πλευρά λέει παρατήστε τους Έλληνες". Πετάξτε τους έξω από την Σμύρνη και την Θράκη. Γίνετε φίλοι με τον κύριο Κεμάλ. Σκίστε την Συνθήκη και κάνετε μία νέα, βασισμένη σε μία σχετικά ισχυρή και ικανοποιημένη Τουρκία". Αλλά μπορούμε τάχα να το κάνουμε αυτό αυτή τη στιγμή; Και αν υποθέσουμε ότι τον Κωνσταντίνο τον καλούν οι Έλληνες πίσω στον θρόνο, και ως προς την εξωτερική του πολιτική είναι πιο βενιζελικός από τον Βενιζέλο, και τα στρατεύματά του τον υποστηρίζουν, τι θα κάνουμε;" Ο μόνιμος Βρεταννός υφυπουργός Σερ Έϋρ Κρόου έγραψε επίσης τα ακόλουθα: " Έχω μεγάλες αντιρρήσεις στο να φοβερίζουμε την Ελλάδα ότι θα αποσύρουμε την υποστήριξη των Συμμάχων αν επιστρέψει ο Κωνσταντίνος. Αυτό θα οδηγούσε απαρεγκλίτως σε Τουρκικές και Βουλγαρικές επιθέσεις εναντίον της Ελλάδος σε όλη την γραμμή από την Σμύρνη ως την Θεσσαλονίκη. Έχουμε να κερδίσουμε πολλά αν κρατήσουμε την Ελλάδα τουλάχιστον στη Δυτική και στην Ανατολική Θράκη. Η στάση της Αγγλίας και της Γαλλίας απέναντι στην Ελλάδα του Κωνσταντίνου θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από την πολιτική που αυτή θα ακολουθήσει· αλλά θα χρειαστεί προφανώς χρόνος και ακλόνητα ειλικρινής διαγωγή, καθώς και συνετή και αποτελεσματική διακυβέρνηση εκ μέρους του νέου καθεστώτος, αν θέλει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των Συμμάχων". Ο Λόρδος Κώρζον σε έτερο υπόμνημά του με ημερομηνία 28 Νοεμβρίου 1920 έγραψε επίσης ότι "θα ήταν ίσως καλύτερα να τηρήσουμε προς το παρόν την Συνθήκη και να ασκήσουμε πίεση για την επικύρωσή της, αλλά αν, εξαιτίας της αποτυχίας της Ελλάδος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή να διατηρήσει τα στρατεύματά της, ή η συνθήκη παραβιαστεί ή καταρρεύσει σε οποιοδήποτε σημείο, να αρπάξουμε την ευκαιρία να συνάψουμε καλύτερους όρους με την Τουρκία στο σημείο αυτό. Για παράδειγμα, αν η Ελλάδα αποφάσιζε οικειοθελώς να αποσυρθεί από την Σμύρνη, τότε θα έχει καταπατήσει η ίδια την Συνθήκη και θα μπορούσαμε να διορθώσουμε την ζημία με τους Τούρκους. Με αυτόν τον τρόπο, αν οι Έλληνες βρεθούν τόσο αδύναμοι ή προδότες ή έχουν βαρεθεί τον πόλεμο όσο φαντάζονται μερικοί, η Συνθήκη θα αναθεωρηθεί σχεδόν αυτόματα βήμα προς βήμα". Με τις τοποθετήσεις τους αυτές εξέχουσες προσωπικότητες του πολιτικού κόσμου της Αγγλίας που επηρέαζαν και διαμόρφωναν την εξωτερική πολιτική της Μεγάλης Βρεταννίας καθιστούν σαφές ότι σχετικά με την πολιτική αλλαγή που επήλθε στην Ελλάδα μετά τις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και την σχεδιαζόμενη επαναφορά στον θρόνο του αποπεμφθέντος από τους Συμμάχους Κωνσταντίνου, το γεγονός αυτό τους ενδιαφέρει μόνο κατά το μέρος που μπορεί να επηρεάσει τυχόν μεταβολή στην εξωτερική πολιτική που ακολούθησε ο Βενιζέλος σε σχέση με την Σμύρνη και την Μικρά Ασία γενικότερα, που συνέπιπτε απολύτως με την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας. Και οι οποίοι αφήνουν να εννοηθεί ότι σε περίπτωση που υπάρξει αλλαγή ως προς το ζήτημα αυτό, θα επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Ελλάδας. Η καλύτερη όμως τοποθέτηση είναι εκείνη του Λόϋντ Τζώρτζ ο οποίος στον ιστορικό λόγο που εκφώνησε στο Βρεταννικό Κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του 1920 και μάλιστα μετά τις δριμείς διακοινώσεις Αγγλίας-Γαλλίας-Ιταλίας προς την Ελλάδα σχετικά με το ζήτημα της επαναφοράς του Κωνσταντίνου, κατά το σπουδαιότερο μέρος του έχει ως εξής: "Στην αρχή του έτους που λήγει, παρουσιάστηκε ότι ο Μουσταφά Κεμάλ διέθετε υπέρτερες δυνάμεις, αλλά οι δυνάμεις αυτές διασκορπίσθηκαν από τους Έλληνες χωρίς καμία δυσκολία. Τι προτείνεται τώρα; Να περάσουμε επάνω από τα κε