Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1681 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Απορρίπτεται η περί επαναλήψεως της διαδικασίας αίτηση του καταδικασθέντος για λαθρεμπορία, διότι από την υπ’ αυτού προσκομισθείσα, ως μοναδικό νέο στοιχείο, (μεταγενέστερη) αθωωτική απόφαση για κακουργηματική ηθική αυτουργία σε νόθευση εγγράφου, κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική υπεξαίρεση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Αριθμός 1681/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 και ήδη κρατούμενος στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2537-3395/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 662/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 382/16-10-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 18- 4-2007 αίτηση του Χ1 και νυν κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές Λάρισας με την οποία ζητάει την ακύρωση της με αριθμ.2537-3395/29-9-1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και χρηματική ποινή για λαθρεμπορία και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή υποβαλλόμενη στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο Αρείου Πάγου από πληρεξούσιους οι οποίοι έχουν ειδική προς τούτο εντολή, περιέχουσα τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων μετά την δίκη προκυψάντων γεγονότων, τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή για λαθρεμπορία και στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως προκύπτει από την με αριθμ. 2537-3395/29-9-97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και το με αριθμ. 8367/18-6-2007 έγγραφο του Εφετείου Αθηνών από το οποίο προκύπτει ότι κατά του με αριθμ. 3171/6-4-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η με αριθμ.1053/25-7-2006 έφεση του αιτούντα κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της οποίας ζητείται η ακύρωση με την υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω. Από τη διάταξη του άρθρου 525§1 αριθμ. 2 κατά την οποία '' Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε δι' αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντα για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1...... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις οι οποίες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ....... 3........ ''' προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασθέντων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται και εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν . Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη όπως και νεώτερες αποφάσεις εκ των οποίων εκ πλαγίου και όχι ευθέως, γιατί τότε δεν πρόκειται περί νέου γεγονότος αλλά νέας δικαστικής απόφασης κατά την &4 του άρθρου 325 ΚΠΔ, να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος (ΑΠ 63/1995 ΠΧ ΜΕ 333, ΑΠ 246/1996 ΠΧ ΜΣΤ 1109, ΑΠ 1668/1993 ΠΧ ΜΔ 60, ΑΠ 1744/1993 ΠΧ ΜΔ 76, ΑΠ 1/1994 ΠΧ ΜΔ 209, ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του με την παραπάνω μνημονευθείσα αίτηση του στρεφόμενος κατά της με αριθμ.2537-3395/29-9-1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και χρηματική ποινή για λαθρεμπορία αναφέρει ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του προέκυψαν νέα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι κακώς καταδικάστηκε και ότι αν τα στοιχεία αυτά τα είχε υπ' όψη του ο δικαστής του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών θα τον κήρυσσε αθώο της κατηγορίας της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα επικαλείται το γεγονός ότι με την με αριθμ. 3767/11-12-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών από τις υπόλοιπες κατηγορίες της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης για τις οποίες είχε κατηγορηθεί συγχρόνως με την πράξη της λαθρεμπορίας και ως εκ τούτου υποστηρίζει ότι αν ο δικαστής του ίδιου δικαστηρίου που τον καταδίκασε για την πράξη της λαθρεμπορίας τις είχε υπ' όψη θα τον κήρυσσε αθώο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αιτών είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με το με αριθμ.3247/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για να δικαστεί για τις πράξεις της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία μετά των Χ2, Χ3 με άμεσο συνεργό τη Χ4 κ.λ.π η οποία τελέστηκε είτε κατά μόνας είτε κατά συναυτουργία και με άμεση συνέργια της Χ4 κ.λ.π, για ηθική αυτουργία στη νόθευση εγγράφου με σκοπό το αθέμιτο όφελος, , και μαζί με τους συναυτουργούς του, Χ2 και Χ3 για πλαστογραφία με χρήση με σκοπό το όφελος κατ' εξακολούθηση και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερη μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση εις βάρος του δημοσίου με ποσό οφέλους που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.
- Συγκεκριμένα οι κατηγορίες συνοπτικά συνίσταντο. Η πράξη της λαθρεμπορίας .στο ότι.. Ο αιτών με τους συγκατηγορουμένους του και κατά μόνας κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1991 μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 1993 διέπραξε το αδίκημα της λαθρεμπορίας συνιστάμενο στην κατοχή και πώληση της κατά λαθραίο τρόπο εισαχθείσης ποσότητας 1.336.612 κιλών χρυσού και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε και εφεύρε ιδιαίτερα τεχνάσματα και συγκεκριμένα την χρησιμοποίηση εικονικών τιμολογίων. Ωσαύτως κατείχε και πώλησε με τον αυτόν τρόπο μαζί με τους συγκατηγορουμένους του λαθραίως εισαχθείσα ποσότητα χρυσού 367, 200 κιλών . Επίσης κατά τον αυτόν τρόπο κατά το αυτό χρονικό διάστημα κατείχε και πώλησε μαζί με τους συγκατηγορουμένους του λαθραίως εισαχθείσα ποσότητα 969, 412 κιλών χρυσού, ως και ποσότητα 48, 010 κιλά χρυσού, Η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση εγγράφου στο ότι με τον συγκατηγορούμενο Χ2 προκάλεσαν την απόφαση σε άγνωστο υπάλληλο της Οικονομικής Υπηρεσίας Πειραιά φορολογίας Α.Ε να νοθεύσει το βιβλίο καταχώρησης θεωρουμένων βιβλίων και επιτηδευματιών έτους 1987 από το Ν. 1 έως 5399 και στη θέση των αλλοιωμένων εγγράφων να καταχωρήσει θεώρηση και στοιχεία άλλα επ' ωφελεία τους προκειμένου με αυτό τον τρόπο να καλύψουν και να δικαιολογήσουν στις τελωνειακές υπηρεσίες την προμήθεια και περαιτέρω διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων χρυσού Η πράξη της πλαστογραφίας στο ότι κατάρτισαν εξ υπαρχής πλαστές χρηματικές αποδείξεις προκειμένου να δικαιολογήσουν την διακίνηση των ποσοτήτων αυτών του χρυσού και της υπεξαίρεσης στο ότι ιδιοποιήθηκαν τον ΦΠΑ που είχαν εισπράξει από τις γενόμενες πωλήσεις της παραπάνω ποσότητας χρυσού. Ο αιτών και ο Χ2 κατά την εκδίκαση των κατ' αυτών κατηγοριών φυγοδίκησαν και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αφού ανέστειλε την κατ' αυτών ποινική διαδικασία για τις κακουργηματικές πράξεις προχώρησε στην εκδίκαση της εναντίον τους κατηγορία της λαθρεμπορίας και κατά των συγκατηγορουμένων του όπως είχε το κατηγορητήριο και εξέδωσε την παραπάνω απόφαση της οποίας ο αιτών ζητά την ακύρωση και την επανάληψη της ως προς αυτόν Με την απόφαση αυτή του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκαν ένοχοι οι Χ2, Χ3 και ο αιτών για λαθρεμπορία και η Χ4 για άμεση συνέργια στην λαθρεμπορία και αθώα των κατηγοριών της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης η Χ3 Στην συνέχεια με την με αριθμ. 923/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μετά από έφεση των Χ3 και της Χ4, η Χ3 αθωώθηκε της κατηγορίας της λαθρεμπορίας και μειώθηκε η ποινή Χ4 για άμεση συνέργια σε λαθρεμπορία από 4 χρόνια φυλάκιση σε δύο χρόνια. Η απόφαση αυτή δέχεται ότι τελέστηκε πράξη της λαθρεμπορίας από τους Γ1 και Χ2 και στην πράξη αυτή άμεσος συνεργός ήταν και η παραπάνω καταδικασθείσα Ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής ότι η παραπάνω παρέσχε άμεση συνδρομή στους Χ2 και Γ1 κατά την διάπραξη του εγκλήματος της λαθρεμπορίας η οποία συνίστατο στην κατοχή και την πώληση χρυσού εισαχθέντος και τεθέντος στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα αυτό, μεταχειριζόμενοι προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα και ότι οι φόροι και δασμοί που στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό όπως επίσης εκτίθεται και αναλύεται ο τρόπος δράσης της κατηγορουμένης για άμεση συνέργια στην λαθρεμπορία και των συγκατηγορουμένων της, αναφέροντας ότι η διακίνηση των ποσοτήτων αυτών χρυσού έγινε με τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης εικονικά τιμολόγια αγοράς της εταιρείας Μπράουν Μπόβερικ Ελλάς η οποία εταιρεία δεν εμπορεύτηκε ποτέ χρυσό. Ο αιτών συνελήφθη βάσει της παραπάνω απόφασης η οποία είχε αναστείλει την κατ' αυτού ποινική διαδικασία για τις κακουργηματικές πράξεις και γα την έκτιση της ποινής την οποία του είχε επιβάλλει για την πράξη της λαθρεμπορίας. Και για μεν το καταδικαστικό μέρος της άσκησε έφεση ή οποία απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη με το με αριθμ. 3171/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, για δε τις υπόλοιπες κατηγορίες για τις οποίες είχε ανασταλεί η κατ' αυτού ποινική διαδικασία, δηλ. της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση εγγράφου με σκοπό το αθέμιτο όφελος, που φέρεται ότι τέλεσε με τον Χ2, της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος κατ' εξακολούθηση και της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερη μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση εις βάρος του δημοσίου με ποσό οφέλους που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 . που φέρεται ότι τέλεσε μαζί με τους συναυτουργούς του Χ2 και Χ3 και με την άμεση συνέργια της Χ4 κατ' αυτού ποινική διαδικασία συνέχισε με την εκδίκαση τους από το αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών και για τις οποίες πράξεις αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών. Μετά την κατά τα παραπάνω αθώωση του για τις πράξεις αυτές υπέβαλλε την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζοντας ότι αφού απαλλάχθηκε των κατηγοριών για τις πράξεις αυτές για τις οποίες λέγει ότι είναι συναφείς και υποστηρικτικές στην πράξη της λαθρεμπορίας πρέπει να αθωωθεί και της πράξης της λαθρεμπορίας. Από το παραπεμπτικό βούλευμα και την απόφαση της οποίας ζητά την ακύρωση και την επανάληψη της προκύπτει ότι η κατηγορία της λαθρεμπορίας συνίσταται στο ότι ο αιτών κατείχε και πώλησε είτε μόνος είτε μαζί με τον Χ2 και την αθωωθείσα Χ3 ποσότητες χρυσού οι οποίες είχαν εισαχθεί κατά λαθραίο τρόπο και λαθραία κατέχονταν και ότι οι ποσότητες αυτές για να δικαιολογηθούν και να διακινηθούν χρησιμοποιήθηκαν εικονικά τιμολόγια. Περαιτέρω από την παραπάνω αναφερθείσα αμετάκλητη με αριθμ. 923/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά τον χρόνο της εκδίκασης της έφεσης της καταδικασθείσας για άμεση συνέργια στην πράξη της λαθρεμπορίας ρητά αναφέρεται ότι οι ποσότητες χρυσού που κατέχονταν από τον κατηγορούμενο και τον Χ2 λαθρεμπορικά όπως και ότι κατά λαθραίο τρόπο είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα και στην συνέχεια διοχετεύτηκαν στην αγορά χωρίς την καταβολή των αντιστοίχων δασμών τους οποίους η συγκεκριμένη απόφαση αναφέρει και προσδιορίζει . Περαιτέρω η απαλλαγή του αιτούντα δεν έγινε γιατί δεν τελέστηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις άλλα γιατί τα στοιχεία κρίθηκαν ανεπαρκή και το δικαστήριο που τον αθώωσε για τις πράξεις αυτές τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών. Σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι οι πράξεις για τις οποίες αθωώθηκε είναι συναφείς με την πράξη της λαθρεμπορίας πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι πράξεις αυτές είναι συναφείς κατά την έννοια του άρθρου 128 του ΚΠΔ σαν πράξεις που τελέστηκαν στον αυτόν τόπο και χρόνο από αυτόν, άλλα δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία της πράξης της λαθρεμπορίας ώστε να εξαρτάται ή να συγκροτείται η πράξη της λαθρεμπορίας από αυτές, η οποία πράξη όπως αναφέρθηκε και παραπάνω συγκροτείται από την κατοχή της κατά λαθραίο τρόπο εισαχθείσης ποσότητας χρυσού και την διακίνηση και πώληση της ποσότητας αυτής στην αγορά με εικονικά τιμολόγια πράξεις που η κάθε μια από αυτές συγκροτεί αυτοτελή πράξη λαθρεμπορίας. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η απαλλαγή του αιτούντα για τις πράξεις αυτές δεν καθιστά όχι μόνο βεβαία την αθωότητα του όπως υποστηρίζει ο αιτών αλλά ούτε καν πιθανολογούμενη και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί η σχετική του αίτηση. Δια ταύτα Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 18- 4-2007 αίτηση του Χ1 και νύν κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές Λάρισας με την οποία ζητάει την ακύρωση της με αριθμ.2537-3395/29-9-1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών και την επανάληψη της διαδικασίας Αθήνα την 10-10-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΙωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις"είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 § 1 εδ. α' και 527 § 3 Κ.Ποιν.Δ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν για πλημμέλημα, 2537 - 3395/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι, από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (δικαστική απόφαση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το 3247/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, εκτός άλλων, και ο ήδη αιτών Χ1 για α)ηθική αυτουργία σε νόθευση δημοσίου εγγράφου, σε βαθμό κακουργήματος- σε βάρος του Δημοσίου, β)πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, σε βάρος του Δημοσίου, γ)υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του Δημοσίου και δ) λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Μη εμφανισθείς κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 29-9-1997 ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, διατάχθηκε με τη 2537-3375/1997 απόφασή του, η αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς τις κακουργηματικές πράξεις και η σύλληψη και προσωρινή κράτησή του (εν συλλήψει), εχώρησε δε η πρόοδος της δίκης ως προς την πλημμεληματική πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε
(5)ετών και χρηματική ποινή. Από την εν λόγω απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δι' απορρίψεως ως απαράδεκτης της κατ' αυτής ασκηθείσης εκπροθέσμως εφέσεως του ανωτέρω, με την 3171/2006 απόφαση (σε Συμβούλιο) της Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση, προκύπτει ότι η ως άνω λαθρεμπορία, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, συνίσταται στην υπ' αυτού κατοχή και περαιτέρω διάθεση στην εσωτερική αγορά 1766,981 κιλών χρυσού συνολικώς και δη α)430, 369 κιλών κατά την περίοδο από Ιανουαρίου 1991 μέχρι Μαρτίου 1992 και β)1336, 612 κιλών κατά το εν συνεχεία διάστημα από Μαρτίου 1992 μέχρι Μαρτίου 1993, ποσότητες που εισήχθησαν εντός των συνόρων της Χώρας λαθραία, κατ' άγνωστο τρόπο, από τη δραστηριότητά του δε αυτή στερήθηκε το Δημόσιο δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων, ανερχομένων στο σημαντικό ποσόν των 813.694.911 δρχ. Την πράξη αυτή καταδικάσθηκε ο αιτών ότι τέλεσε μεταχειρισθείς ιδιαίτερα τεχνάσματα, για να καταστήσει νομιμοφανή τη διακίνηση του λαθρεμπορεύματος, χρησιμοποιώντας, ειδικότερα, "και εικονικά τιμολόγια αγοράς". Εκ τούτων είναι σαφές ότι η καταδίκη του αιτούντος για λαθρεμπορία δεν περιλαμβάνει και την εισαγωγή του ανωτέρω λαθρεμπορεύματος. Περαιτέρω προκύπτει ότι, με την 3767/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, ο αιτών κηρύχθηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, για τις κακουργηματικές ως άνω πράξεις, για τις οποίες είχε παραπεμφθεί και ως προς τις οποίες είχε ανασταλεί η διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τα προεκτεθέντα. Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω 2537-3395/1997 αμετάκλητη απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως "νέα απόδειξη", την προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση, από την οποία γίνεται φανερή, όπως υποστηρίζει, η αθωότητά του για τη λαθρεμπορία, για την οποία καταδικάσθηκε. Από την εν λόγω 3767/2006 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών προκύπτει ότι ο αιτών κηρύχθηκε αθώος του ότι Α) κατά το Φεβρουάριο του 1987 προκάλεσε την απόφαση σε άγνωστο υπάλληλο της ΦΑΕ Πειραιώς να νοθεύσει το βιβλίο καταχωρήσεως θεωρουμένων βιβλίων και στοιχείων επιτηδευματιών έτους 1987, που του είχαν εμπιστευθεί και του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, καταχωρώντας σ' αυτό θεώρηση στοιχείων της εταιρίας BRAWN BOVERIK NORMELEK AE στις πράξεις με τους αριθμούς ... και ...., αλλοιώνοντας προς τούτο το περιεχόμενο των πράξεων αυτών, εκείνος δε τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό να προσπορισθεί ο αιτών παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας το Δημόσιο κατά το ποσόν των 813.694, 111 δρχ. Β)κατά το χρονικό διάστημα από 17-3-1992 έως 20-2-1993, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του Δημοσίου μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. και δη α)κατήρτισε εξ υπαρχής 56 πλαστά τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, στα οποία ανεγράφετο ψευδώς ότι η ως άνω εταιρία BRAWN BOVERIK NORMELEK AE, που ήταν ανύπαρκτη, πώλησε στην εταιρία ...... ΟΕ τις σ' αυτά αναφερόμενες ποσότητες χρυσού (1300 κιλά συνολικά) αντί του εκεί τιμήματος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τις αρμόδιες αρχές για το νόμιμο της προμήθειας και της εν συνεχεία διακινήσεως στην αγορά των συγκεκριμένων ποσοτήτων χρυσού, έκαμε δε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων με την επίδειξη τους στην ΕΥΤΕ (Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών) προς απόδειξη του νομίμου της κατοχής των ποσοτήτων αυτών χρυσού, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αποφυγή πληρωμής των αναλογούντων στις ποσότητες αυτές χρυσού δασμών και φόρων, ανερχομένων συνολικώς σε 813.694.111 δρχ., βλάπτοντας κατά το ποσόν αυτό το Δημόσιο και β)κατήρτισε εξ υπαρχής 123 πλαστές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες ανεγράφετο ψευδώς ότι η εταιρία ...... ΟΕ πλήρωσε στην εταιρία BRAWN BOVERIK NORMELEK AE, προς εξόφληση των ως άνω 56 πλαστών τιμολογίων, τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά, προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση τους, σε συνδυασμό με τα πλαστά τιμολόγια, ως προς το νόμιμο της προμήθειας και της εν συνεχεία διακινήσεως στην αγορά των στα τιμολόγια αναφερομένων ποσοτήτων χρυσού, καθώς και της εξοφλήσεως του τιμήματος αυτών, έκαμε δε χρήση των αποδείξεων αυτών με την επίδειξή τους στην ΕΥΤΕ, με σκοπό να παραπλανήσει τα όργανά της ως προς την πληρωμή του τιμήματος του εμπορεύματος και το νόμιμο της κατοχής του, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο ως άνω υπό α' με την εκεί βλάβη του Δημοσίου, Γ)κατά το δεύτερο 15θήμερο του Φεβρουαρίου 1987 κατήρτισε εξ υπαρχής το από Φεβρουαρίου 1987 "Σημείωμα Θεώρησης Βιβλίων και Στοιχείων"προς τη ΦΑΕ Πειραιώς στο οποίο ανέγραψε ψευδώς ως αιτούμενη τη θεώρηση στοιχείων επιτηδευματία την ανύπαρκτη εταιρία BRAWN BOVERIK NORMELEK AE, υπέβαλε δε τούτο στην άνω οικονομική εφορία επιτυγχάνοντας έτσι τη θεώρηση 4 στελεχών τιμολογίων-δελτίων αποστολής (από 1έως 200) και 5 στελεχών δελτίων αποστολής (από 1 έως 250), σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος αναφορικά με τη διακίνηση ποσότητας χρυσού εμφανίζοντας αυτήν ως νομίμως κτηθείσα, συνιστάμενο ως άνω υπό α' με την εκεί βλάβη του Δημοσίου και Δ) κατά το διάστημα από Ιανουαρίου 1991 μέχρι Μαρτίου 1993 ιδιοποιήθηκε παρανόμως τον αναλογούντα ΦΠΑ που εισέπραξε από την πώληση 1766,981 κιλών χρυσού, εισαχθέντος λαθραία στη Χώρα, τον οποίο δεν απέδωσε στο Δημόσιο, βλάπτοντας αυτό κατά το ισόποσον, ύψους 691.044,14 δρχ. συνολικά. Η εν λόγω απόφαση, εντούτοις, και η δι' αυτής αθώωση κατά τα ανωτέρω του αιτούντος, προσκομιζόμενη ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεως, τόσον από μόνη της, όσον και συνεκτιμώμενη με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και είχαν ληφθεί υπόψη από το δικάσαν τη λαθρεμπορία Τριμελές Εφετείο, δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της λαθρεμπορίας για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα 1)δεν ασκεί επιρροή στο αν τελέσθηκε ή όχι απ' τον αιτούντα ή ως άνω λαθρεμπορία το γεγονός της απαλλαγής του από τις ανωτέρω Α' και Γ' πράξεις, καθόσον αυτές, φερόμενες μάλιστα ως τελεσθείσες σε χρόνο κατά τέσσερα έτη προγενέστερο της λαθρεμπορίας, δεν σχετίζονται με αυτή κατά οποιοδήποτε τρόπο, β)το ότι ο αιτών αθωώθηκε για την υπεξαίρεση του ποσού του ΦΠΑ επί του τιμήματος του διατεθέντος χρυσού, δεν σημαίνει ότι δεν διαπράχθηκε η ανωτέρω λαθρεμπορία, διότι το ποσόν του φερομένου ως υπεξαιρεθέντος ΦΠΑ δεν συνάπτεται με την ιδιότητα του εν λόγω χρυσού ως λαθρεμπορεύματος ή όχι γ)οι 123 αποδείξεις πληρωμής, για την πλαστογράφηση των οποίων κηρύχθηκε αθώος ο αιτών, δεν μνημονεύονται παντάπασι ως τεχνάσματα ή ως σχετιζόμενες κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο με τη λαθρεμπορία και δ) τα 56 τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής, για την πλαστογραφία των οποίων απηλλάγη ο αιτών, είναι πρόδηλο ότι δεν είναι τα "εικονικά τιμολόγια αγοράς"που μνημονεύονται ότι χρησιμοποιήθηκαν ως τεχνάσματα στην πράξη της λαθρεμπορίας, διότι η αθωωτική ως άνω απόφαση δεν τα χαρακτήρισε ως εικονικά, ούτε δέχθηκε ότι δεν είναι πλαστά, αλλά περιορίσθηκε απλώς (χωρίς να άρει το χαρακτηρισμό τους ως πλαστών) στο να εκφράσει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ο κατηγορούμενος, ήδη αιτών, είναι ο δράστης της πλαστογραφίας αυτών. Ούτε, πολύ περισσότερο, δέχθηκε η εν λόγω αθωωτική απόφαση ότι δεν ήταν λαθρεμπόρευμα ο διατεθείς στην αγορά χρυσός, για τον οποίο η καταδίκη του αιτούντος για λαθρεμπορία. Άλλωστε, τα 56 αυτά τιμολόγια αφορούν σε 1300 κιλά χρυσού, ενώ η λαθρεμπορία σε 1766,981 κιλά. Κατ' ακολουθίαν, ο επικαλούμενος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2007 αίτηση του καταδικασμένου Χ1 , κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 2537-3395/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ