Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1681 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη σε βαθμό πλημμελήματος. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Τέλεση του από το νόμιμο εκπρόσωπο ΕΠΕ σε βάρος του πωλητή εμπορευμάτων στην ΕΠΕ. Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως λόγοι αναίρεσης της απόφασης αυτής. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αυτών αναίρεσης ως αβασίμων και συνακόλουθα της αίτησης αναίρεσης. Αριθμός 1681/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πέτρου, περί αναιρέσεως της 715/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Τσάρα. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 987/
- Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 715/2010 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΠΕ", η οποία έδρευε στα .... Με την ιδιότητα αυτή εμφανίστηκε στη ... την 18-12-2002, μεταξύ άλλων πτηνοτρόφων εκτροφής και παραγωγής γαλόπουλων, και στον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ, προτιθέμενος να αγοράσει για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας το σύνολο των γαλόπουλων που εξέτρεψε ο ανωτέρω παραγωγός-πτηνοτρόφος. Ωστόσο, για να πείσει τόσο αυτόν, όσο και τους λοιπούς παραγωγούς της περιοχής να προτιμήσουν και να πωλήσουν στην εταιρία του την παραγωγή τους, αναφέρθηκε στην οικονομική επιφάνεια της εταιρίας που εκπροσωπούσε, στην οποία μέλη ήταν η σύζυγος και η κόρη του. Έτσι παρέστησε στον πολιτικώς ενάγοντα ψευδώς ότι η επιχείρηση του είναι φερέγγυα με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των ενός δισεκατομμυρίου δραχμών. Ο πολιτικώς ενάγων πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις αυτές συμφώνησε να πωλήσει στην εταιρία αυτή την παραγωγή του. Έτσι η ανωτέρω εταιρία αγόρασε, με το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο αγοράς, συνολικά 1.300 γαλοπούλα, βάρους 6510 κιλών, αντί τιμήματος 3 ευρώ το κιλό, δηλαδή αντί συνολικού τιμήματος
- 432,35 ευρώ. Έναντι του τιμήματος αυτού, ο κατηγορούμενος παρέδωσε προς τον πολιτικώς ενάγοντα, Ψ, τις υπ' αριθμ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, ποσού 10.000 και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, εκδόσεως τρίτου και συγκεκριμένα ..., οι οποίες δεν πληρώθηκαν γιατί βρέθηκαν ακάλυπτες. Έτσι ο πολιτικώς ενάγων δεν μπόρεσε να εισπράξει το τίμημα που απέμεινε, ζημιωθείς κατά το ποσό των 18.500 ευρώ. Ωστόσο, δεν κατέστη δυνατόν μέχρι σήμερα να εισπράξει την απαίτησή του από την οφειλέτιδα εταιρία, διότι αυτή, παρά τις ανωτέρω (ψευδείς, όπως αποδείχθηκε) διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου δεν διαθέτει κανένα αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο. Αν είχε έστω και ένα, ο πολιτικώς ενάγων θα μπορούσε να εκτελέσει αναγκαστικά την διαταγή πληρωμής που εξέδωσε σε βάρος της εταιρίας αυτής. Άλλωστε, ούτε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να υποδείξει με πειστικό τρόπο, ποία ήταν τα εμφανή (και άρα διαθέσιμα στους τρίτους για αναγκαστική εκτέλεση) περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας του. Ακίνητα είναι βέβαιο ότι δεν είχε. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος είπε ότι η εταιρεία διέθετε "μία νταλίκα και δύο φορτηγά ψυγεία", πλην όμως σύμφωνα με τη μάρτυρα υπερασπίσεως ... (λογίστρια της εταιρίας) δεν υπάρχουν επ' ονόματι της εταιρίας περιουσιακά στοιχεία. Αυτό σημαίνει ή ότι ουδέποτε ήταν στο όνομα της εταιρίας ή ότι υπήρχαν αλλά εκποιήθηκαν καταδολιευτικά παρά τα προς τους παραγωγούς χρέη της εταιρίας. Η αληθινή εκδοχή είναι ότι τα κινητά αυτά ουδέποτε ήταν στο όνομα της εταιρίας και επομένως ο κατηγορούμενος έδωσε εν γνώσει του ψευδείς διαβεβαιώσεις κατά τα ανωτέρω, ο δε παθών παραγωγός αν γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της προαναφερόμενης συμβάσεως. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της απάτης, σε βαθμό πλημμελήματος, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ
(8)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προσδιορίζοντας το ποσό για κάθε ημέρα φυλάκισης σε πέντε
(5)ευρώ και επιπλέον τον υποχρέωσε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα Ψ το ποσό των 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 και 386 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: α) οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου προς τον παθόντα-πολιτικώς ενάγοντα για τη φερεγγυότητα της απ' αυτόν (κατηγορούμενο) εκπροσωπουμένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΠΕ", κατά το χρόνο πώλησης των 1.300 γαλόπουλων από τον πολιτικώς ενάγοντα προς την ως άνω ΕΠΕ (18-12-2002), β) η αλήθεια που αυτός γνώριζε, δηλαδή την έλλειψη ακίνητης και κινητής περιουσίας της ίδιας εταιρίας, από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί το τίμημα των προαναφερομένων εμπορευμάτων (19.432,35 ευρώ) και πλέον συγκεκριμένα ότι έχουν αντίκρυσμα οι μεταβιβασθείσες στον πολιτικώς ενάγοντα για την αιτία αυτού δύο τραπεζικές επιταγές της ALPHA BANK, ποσού 10.000 και 8.000 ευρώ αυτού και γ) η παραπλάνηση από τις περιστάσεις αυτές του παθόντος, με συνέπεια αυτός να υποστεί παράνομα περιουσιακή βλάβη και να έχει παράνομη ωφέλεια η αγοράστρια εταιρία αντίστοιχα, συνολικού ποσού 18.500 ευρώ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο των ως άνω λόγων αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της αγοράστριας εταιρίας, ότι αυτή ουδέποτε είχε περιουσιακά στοιχεία με την εκδοχή "ή ότι ουδέποτε ήταν στο όνομα της εταιρίας ή ότι υπήρχαν αλλά εκποιήθηκαν καταδολιευτικά παρά τα προς τους παραγωγούς χρέη της εταιρίας", δεν αποτελεί αντίφαση της πλήρους, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που έχει ως προς τη μη φερεγγυότητα της εταιρίας κατά την αγορά των προϊόντων από τον πολιτικώς ενάγοντα, αλλά απλό επιχείρημα, εξαγόμενο από την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης ..., για απόκρουση του απολογητικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι είχε περιουσιακά στοιχεία η αγοράστρια εταιρία κατά το χρόνο κατάρτισης της πώλησης των 1.300 γαλοπούλων από τον πολιτικώς ενάγοντα προς αυτήν που κάλυπταν όλο το τίμημά τους (19.432,35 ευρώ). Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 715/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, ως και στην εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου
- Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ