← Ελλάδα

ΑΠ 1682/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1682 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης παραπεμπτικού βουλεύματος, λόγω αοριστίας λόγου ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 1682/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια και Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του βουλεύματος 33/2010 του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενη την Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 199/20-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την 39/22-3-10 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 33/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 67/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Κορίνθου και επικύρωσε το εκκαλούμενο τούτο βούλευμα, τον παρέπεμψε, μαζί με τη συγκατηγορούμενη του Ψ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πλαστογραφία με χρήση του πλαστού και απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.00 Ε [άρθρα 60-63,94 παρ.1,98,216 παρ.1,386 παρ.1,3 εδ. α ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Εξέταση λόγου αναίρεσης α-Η νομική βάση Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων ή αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, (Α.Π. Ολ. 19/2001, ΠΟΙΝ.ΛΟ. 01/1693, ΑΠ. ΟΛΟΜ. 2/2002 ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. 02/128, ΑΡΜ 02/439, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 02/26). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. Από την παραπάνω απαίτηση του νόμου δεν εξαιρούνται ούτε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε Κ.Π.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται, ως προς το παραδεκτό του, από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί των αποφάσεων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση; α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002 και 19/2001). Δεν αποτελούν όμως παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Β-Περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία [άρθρο 139 ΚΠΔ], γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ` αυτή με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών [ΑΠ.146/09]. β-Η προκείμενη αίτηση Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, την οποία άσκησε τούτος δια του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του Φωτίου Μήτση, επί λέξει τα εξής: "Το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού ουδόλως στοιχειοθετείται η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για το οποίο κατηγορείται. Ειδικότερα δέχεται κατά πλήρη αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, δεχόμενο όλες τις αναφορές της εγκαλούσας εταιρίας για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της απάτης, απορριπτομένων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι οι αιτιάσεις του εκκαλούντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αβάσιμες", χωρίς όμως να υφίσταται ουδεμία αναφορά περί συγκροτήσεως ή μη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πλαστού, ελλειπούσης παντάπασιν σχετικής αιτιολογίας για το εν λόγω αδίκημα, για το οποίο αυτός, ωσαύτως παραπέμπεται και το οποίο αδίκημα (και η μη συγκρότησή του) προσβλήθηκε ως λόγος εφέσεως. Επομένως με όσα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και κατέστη αναιρετέο". γ-Αξιολόγηση του λόγου Από το περιεχόμενο της αίτησης αναιρέσεως προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος απ' αυτόν λόγος της έλλειψης της ειδικής αιτιολογίας του προσβαλλόμενου παραπεμπτικού 33/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτή εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία ή αν υπάρχει έλλειψη σε συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία της κατηγορίας, ούτε εάν εμφιλοχωρεί σ' αυτή κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό. 3-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας του επικαλούμενου λόγου, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. Για τούτο προτείνω Α- Να απορριφθεί η 32/22-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 33/10 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, Και Β- Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.2, 484 και 485 παρ.1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 ΚΠοινΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 484 ΚΠοινΔ, που προβλέπει τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε' στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτού, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β), αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το ανωτέρω με αριθμ. 33/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η 137/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορου-μένου κατά του 67/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κορίνθου. Στην αίτηση αναιρέ-σεως, που ασκήθηκε παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με δήλωση του εξουσιοδοτούμενου συνηγόρου του αναιρεσείοντος, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμ. 39/22-3-2010 σχετική έκθεση του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, διαλαμβάνονται κατά λέξη τα εξής: "το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που προβλέπει το άρθρο 139 ΚΠΔ και το άρθρο 93 του Συντάγματος, αφού ουδόλως στοιχειοθετείται η διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως για το οποίο κατηγορείται. Ειδικότερα δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά πλήρη αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, δεχόμενο όλες τις αναφορές της εγκαλούσας εταιρείας για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της απάτης, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι οι αιτιάσεις του "εκκαλούντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι αβάσιμες", χωρίς όμως να υφίσταται ουδεμία αναφορά περί της συγκροτήσεως ή μη του αδικήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πλαστού, ελλειπούσης παντάπασιν σχετικής αιτιολογίας για το εν λόγω αδίκημα, για το οποίο αυτός, ωσαύτως παραπέμπεται και το οποίο αδίκημα (και η μη συγκρότησή του) προσβλήθηκε ως λόγος εφέσεως. Επομένως με όσα δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και κατέστη προς τούτο αναιρετέο". Έτσι όμως διατυπούμενος ο προαναφερόμενος μοναδικός αναιρετικός λόγος είναι, κατά τα προεκτεθέντα, εντελώς αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται οι πλημμέλειες της αιτιολογίας σε σχέση με συγκεκριμένα κεφάλαια ή σημεία του βουλεύματος, ούτε αν εμφιλοχωρεί στην αιτιολογία κάποια ασάφεια, αντίφαση ή λογικό κενό, που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Μόνη η αναφορά της έννοιας που αποδίδει η νομολογία στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο της έλλειψης αιτιολογίας και ότι το Συμβούλιο Εφετών δέχεται κατά πλήρη αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση όλες τις αναφορές της εγκαλούσας εταιρείας ότι τελέστηκαν τα αδικήματα για τα οποία παραπέμπεται, ελλείπουσας παντάπασι αιτιολογίας, δεν αρκεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε ο διορισθείς αντίκλητος δικηγόρος του, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο, (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 39/22-3-2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως του 33/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου
  1. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου
  2. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.