← Ελλάδα

ΑΠ 1683/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Απόπειρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1683 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Απόπειρα. Περίληψη: Στοιχεία υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Έννοια απόπειρας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 1683/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ταχμαζίδου, περί αναιρέσεως της 1023/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικά που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία, Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται αντικειμενικά μεν, η εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος υποκειμενικά δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικά είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του ή για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2,2,3,5 και 8 παρ.1 του ΠΔ της 3/8-9-1983 "τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των αναγειρόμενων οικοδομών" που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 17 παρ.12 του ν.δ. 1337/1983 και δημοσιεύθηκε στο 394/1983 ΦΕΚ (τεύχος Δ') σε συνδυασμό με το παράρτημα που το συνοδεύει, σαφώς συνάγεται ότι η οικοδομική άδεια, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, εκδίδεται μόνο εφόσον βεβαιώνεται σ'άυτήν ότι συντρέχουν όλες οι προς έκδοσή της απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην πραγμάτωση ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν αναγκαίο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί τούτου (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένο μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ'εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα, όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Τέλος, λόγος αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) με την προσβαλλόμενη 1023/2006 απόφασή του κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών

(3)μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. 'Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, η πλειοψηφούσε γνώμη του παραπάνω δικαστηρίου δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη, η οποία είναι πολιτικός μηχανικός στη ..... στη 29-8-2001 υπέβαλε η ίδια στο Γραφείο της Πολεοδομίας Δράμας αίτηση με αριθμ. πρωτ. ..... συνοδευόμενη με ψευδή δικαιολογητικά και αποδεικτικά έγγραφα σχετικά με τη χρήση και την πληρότητα των προϋποθέσεων παθητικής πυροπροστασίας και στατικής μίας μονώροφης οικίας με περίφραξη στους .... Δράμας, προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια της εν λόγω οικίας, ιδιοκτησίας Γ1. Ειδικότερα, τα δικαιολογητικά αυτά που προσκόμισε η κατηγορουμένη και συγκεκριμένα, μελέτη παθητικής πυροπροστασίας κατοικιών, δήλωση αναθέσεων- σύνταξη προϋπολογισμού έργου και διάγραμμα κάλυψης, δεν αφορούσαν την οικία αυτή για την οποία η κατηγορουμένη ζητούσε τη χορήγηση οικοδομικής άδειας, αλλά αφορούσαν ένα άλλο κτίριο-φροντιστήριο στο ....., για το οποίο πριν μερικές ημέρες είχε εκδοθεί οικοδομική άδεια από την ίδια την κατηγορουμένη-μηχανικό. Η κατηγορουμένη έσβησε στη μελέτη πυροπροστασίας με διορθωτικό (μπλάνκο) το όνομα του ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου, έγραψε στο ίδιο σημείο το όνομα του ιδιοκτήτη της οικίας στους ..... Γ1 και χρησιμοποίησε τα ίδια ανωτέρω δικαιολογητικά για την έκδοση οικοδομικής αδείας της εν λόγω οικίας, τα οποία σε προγενέστερο χρόνο είχε υποβάλει για την έκδοση οικοδομικής αδείας σε κτίριο-φροντιστήριο στο ...., θέλοντας έτσι να εξαπατήσει τους υπαλλήλους της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Δράμας ότι η εν λόγω οικία στους ..... πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης οικοδομικής άδειας, μεταξύ των οποίων είναι και η μελέτη πυροπροστασίας, προκειμένου να προκαλέσει την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας. Ωστόσο δεν κατάφέρε να δημιουργήσει λαθεμένες εντυπώσεις με τα προαναφερθέντα ψευδή στοιχεία στους ανωτέρω υπαλλήλους και η οικοδομική άδεια, δεν εκδόθήκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση της κατηγορουμένης, δεδομένου ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι αντιλήφθηκαν την εν λόγω ανακολουθία και δεν προέβησαν στην έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας βεβαιώνοντας τη χρήση και την πληρότητα των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, στοιχείο που ήταν κρίσιμο για τη χρησιμοποίηση από πολεοδομικής άποψης του κτιρίου για το οποίο και η κατηγορουμένη ζήτησε την έκδοση άδειας. Η πράξη, όμως, αυτή της κατηγορουμένης περιείχε αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αφού αυτή ενήργησε όλα τα καθ' εαυτόν και υπολειπόταν μόνο η ενέργεια των υπαλλήλων, γνώριζε δε κατηγορουμένη ότι η οικοδομική άδεια που ζητούσε να εκδοθεί για την οικία στους ....., η οποία και αποτελεί δημόσιο έγγραφο, θα βεβαίωνε αναληθώς τη χρήση και την πληρότητα των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, στοιχείο κρίσιμο για τη χρησιμοποίηση από πολεοδομικής άποψης της εν λόγω οικίας. Ακολούθως, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του πιο πάνω δικαστηρίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούνε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 42 και 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις : α) δεν είναι ακριβές ότι στο σκεπτικό παρατίθεται μόνο το διατακτικό της απόφασης, αλλά αντιθέτως με πληρότητα αναφέρονται, πέρα από τα στοιχεία του διατακτικού, όπου εκτίθενται όλα τα απαραίτητα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1 και 220 παρ.1 ΠΚ, β) εκτίθεται με σαφήνεια η απατηλή ενέργεια με την οποία η αναιρεσείουσα επιχείρησε να εξαπατήσει (παραπλανήσει) τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας για να προβούν σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού και προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες τούτου (έκδοση οικοδομικής άδειας) γ) δεν ήταν αναγκαία ειδική αιτιολόγηση του δόλου της αναιρεσείουσας, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. δ) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία η πλειοψηφούσα γνώση του Δικαστηρίου συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνεται και το υπ'αριθμ. .... έγγραφο, το οποίο ρητώς αναφέρεται σ'αυτή (αιτιολογία) ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η μη ορθότητα των υποβληθέντων δικαιολογητικών και η έλλειψη των προϋποθέσεων για την έκδοση της ένδικης οικοδομικής άδειας θα διαπιστωνόταν ευχερώς από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Πολεοδομίας και με υπόδειξη αυτών προς την ίδια θα ακολουθείτο η διαδικασία της (διόρθωσης ή συμπλήρωσης των ελλείψεων ή των λαθών" η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ.4 του Π.Δ. της 3/8-9-83 "τρόπος έκδοσης των οικοδομικών αδειών..." που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 17 παρ.12 ν.δ. 1337/83, καθώς και ειδικότερα στα άρθρα 1 παρ.4, 5 και 2 παρ.3,6, 7 της υπ'αριθμ. Υ.Α. Οικ. 8957/2-3-2004 απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον η ως άνω διαδικασία της διόρθωσης των λαθών και σφαλμάτων δεν αναιρεί τα στοιχεία της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 220 παρ.1 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1023/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.