Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1683 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στοιχεία κατ' άρθρο 19 Ν. 2523/
- Για την άσκηση ποινικής διώξεως αρκεί το πόρισμα του ελέγχου της φορολογικής αρχής (ΑΠ 752/2010, ΑΠ 763/2009, ΑΠ 2515/2008). Παραγραφή επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με Ν. 2954/
- Αρχίζει από την θεώρηση του πορίσματος της έκθεσης ελέγχου της φορολογικής αρχής. Εφαρμόζεται και στα αδικήματα του άρθρου 19 που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του Ν. 2954/2001 (ΑΠ 841/2010, ΑΠ 1223/2010, ΑΠ 271/2009, ΑΠ 1427/2009, ΑΠ 993/2009). Υπό την ισχύ του ανωτέρω νόμου δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών η απόκρυψη φορολογητέας ύλης ή η επίτευξη φορολογικού ή άλλου οφέλους. Απόλυτη ακυρότητα από λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Πότε συντρέχει. Όχι όταν προκύπτει από το σύνολο της αποφάσεως ότι αναγνώσθηκαν ή αποτελούν στοιχείο το κατηγορητηρίου. Αριθμός 1683/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 72040/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω πράξη φοροδιαφυγής, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. γ του ίδιου νόμου, όπως το τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 "...Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/
- Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα
(1)μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου". Η τελευταία αυτή διάταξη, για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκούταν άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, όπως λέχθηκε ανωτέρω και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι, στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10, τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι, για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.
- Περαιτέρω η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι, όπως αναφέρθηκε, θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη προκειμένου για πλημμελήματα, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή θεώρηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, η συνήγορος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι από τον μήνα Απρίλιο του έτους 1998, κατά τον οποίο φέρονταν τελεσθείσες οι αποδιδόμενες σ αυτόν πράξεις της κατ εξακολούθηση εκδόσεως των εικονικών και πλαστών Τ.Π.Υ., για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος πρωτόδικα, μέχρι την επίδοση στις 21-1-2006 του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει 5ετία και το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί με παραγραφή. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αβάσιμος με την αιτιολογία ότι αφετηρία της πενταετούς παραγραφής των αξιόποινων πράξεων της κατ εξακολούθηση εκδόσεως εικονικών και πλαστών Τ.Π.Υ αποτελεί η ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση είναι η 23-4-2003, όταν και θεωρήθηκε από τον προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Αθηνών η από 4/3/2003 έκθεση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και όχι ο χρόνος εκδόσεως των πλαστών και εικονικών Τ.Π.Υ. όπως υποστήριζε ο αναιρεσείων. Με αφετηρία δε την ημερομηνία αυτή και μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο 14-5-2008 δεν είχε παρέλθει πενταετία για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή των ανωτέρω πράξεων. Συνεπώς, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αφετηρία του χρόνου της πενταετούς παραγραφής των σε βαθμό πλημμελήματος διωκομένων πράξεων που αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα αποτελούσε, όχι ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, όπως υποστήριξε αυτός, αλλά εκείνος της θεωρήσεως του από 4/3/2003 πορίσματος του φορολογικού ελέγχου που είναι η 23/4/
- Έκτοτε δε και μέχρι την επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στις 21/1/2006 και όχι, όπως, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται στην απόφαση, στις 14/5/2008 (ημερομηνία εκδικάσεως της υποθέσεως στο πρωτόδικο Δικαστήριο), δεν είχε παρέλθει 5ετία και το αξιόποινο δεν εξαλείφθηκε δια παραγραφής, όπως αβάσιμα υποστήριξε αυτός. Η προφανής παραδρομή στην αναφορά της ημερομηνίας της 14/5/2008 (εκδίκαση στο πρωτόδικο Δικαστήριο), αντί της 21/1/2006 (επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος), προκύπτει εκ του ότι, από 23/4/2003 μέχρι 14/5/2003, είναι καταφανής η πάροδος της 5ετίας, γεγονός το οποίο όμως δεν ασκούσε έννομη επιρροή, ενόψει του ότι, κρίσιμη ημερομηνία, για συμπλήρωση ή όχι της 5ετίας, είναι η της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, μετά την οποία και εφόσον διενεργήθηκε, όπως εν προκειμένω, πριν την πάροδο 5ετίας από την κατά τα άνω αφετηρία αυτής, επέρχεται, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, η τριετής εν προκειμένω αναστολή της παραγραφής και ο χρόνος αυτής πλέον είναι 8ετής. Κατ ακολουθία τούτων οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'και Ε' υπό στοιχεία Α β και Β', αντιστοίχως, λόγοι της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΙΙ.
- Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή τoυ με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι. "
- Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. ...
- Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. 3 Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υποχρέου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου ...
- Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία....".. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών, κατά την ανωτέρω έννοια, φορολογικών στοιχείων ή νόθευση γνήσιων φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί νοθεύσεως της γνησιότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση η αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνήσιων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ.1 περ. η' του Ν.1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Από τις αυτές διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που το αδίκημα της φοροδιαφυγής τελείται με τους ανωτέρω τρόπους (έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αποδοχή εικονικών ή νόθευση), όπως ήδη λέχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν έχει ως προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της αυτής διατάξεως, για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής.
- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
- Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ εξακολούθηση και για το χρονικό διάστημα από 6-13/4/1998: "Ειδικότερα, προέκυψε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος ως έμμισθος λογιστής της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΡΟΣ Α.Ε." τέλεσε κατά τη χρήση του έτους 1998 κατ' εξακολούθηση τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, ήτοι εξέδωσε δηλ. κατασκεύασε και διακίνησε τα ακόλουθα πέντε
(5)πλαστά και εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εταιρείας "ΣΥΡΟΣ Α.Ε.", και δη τα υπ. αρ. ... ΤΠΥ, αξίας 8.000.000δρχ, πλέον Φ.Π.Α. 1.440.000δρχ., 8.000.000δρχ. πλέον Φ.Π.Α. 1,440.000δρχ., 8.000.000δρχ, πλέον Φ.Π.Α. 1.440.000 δρχ., 8.000.000δρχ, πλέον Φ.Π.Α. 1.440.000δρχ., και 6.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.080.000δρχ. αντίστοιχα. Τα ανωτέρω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών είναι πλαστά, καθόσον αυτά έχουν διατρηθεί με αιχμηρό αντικείμενο και όχι με διατρητικό μηχάνημα της αρμόδιας Δ,Ο.Υ., και εικονικά ενόψει ότι αυτά αφορούν σε μη πραγματοποιηθείσες αναφερόμενες σ' αυτά εργασίες, δοθέντος ότι από τον διενεργηθέντα φορολογικό έλεγχο προέκυψε ότι η ως άνω εμπορική εισαγωγική και τεχνική εταιρεία "ΣΥΡΟΣ Α.Ε.", με έδρα επί της οδού ...., βρισκόταν σε αδράνεια από της ενάρξεως της μέχρι και την ημερομηνία (4/3/2003) ελέγχου της από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Αθηνών, ουδέποτε αυτή θεώρησε στοιχεία στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών και δεν είχε συναλλαγές με κανέναν τρίτο, ούτε και προφανώς με την δημοτική επιχείρηση του Δήμου Ερέτριας "Νησί των Ονείρων", εκτός μίας συναλλαγής, που αυτή πραγματοποίησε και αφορούσε σε αγορά ενός οικοπέδου. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος προέβη στην έκδοση και διακίνηση των ανωτέρω πλαστών και εικονικών Τ.Π.Υ., που αφορούν στο σύνολο τους σε ανύπαρκτες συναλλαγές, με τελικό σκοπό να παρουσιάσει νομιμοφάνεια στις αναφερόμενες σ' αυτά συναλλαγές προς παράνομη είσπραξη μεγάλων ποσών ΦΠΑ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της πράξεως της κατ εξακολούθηση έκδοσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπως αυτά εξειδικεύονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως επτά
(7)μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε
(5)Ευρώ την ημέρα. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα την 23-4-2003 χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 4-3-2003 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΣΔΟΕ Αττικής και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος κατ' άρθρο 2 §§ 8, 9 Ν.2954/2001, διαπιστώθηκε ότι διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής εκδίδοντας και διακινώντας εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Συγκεκριμένα, τυγχάνοντας λογιστής για την χρήση 1998 εξέδωσε και διακίνησε τα υπ' αριθμ. ... ΤΟΥ φερόμενα και εκδοθέντα από την επιχείρηση "ΣΥΡΟΣ ΑΕ" αξίας 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ., 5.000.000 πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ., 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ, 8.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.440.000 δρχ και 6.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 1.080.000 δρχ. τα οποία ήσαν εικονικά και πλαστά". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 19 παρ. 1, 4 και 21 Ν.2523/1997, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει το Δικαστήριο ότι με την πράξη αυτή ο δράστης κατηγορούμενος σκόπευε να αποκρύψει φορολογητέα ύλη ή είχε ως σκοπό να εμφανίσει ως νομιμοφανείς τις συναλλαγές που εμφανίζονταν να διενεργούνται με τα ανωτέρω Τ.Π.Υ. και να εισπράξει παρανόμως μεγάλα ποσά ΦΠΑ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται πλέον, όπως προηγουμένως, για την στοιχειοθέτηση των πράξεων του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 σκοπός του δράστη για απόκρυψη φορολογητέας ύλης η επίτευξη οποιουδήποτε φορολογικού οφέλους. Συνακόλουθα, εκ περισσού περιέλαβε το Δικαστήριο στο σκεπτικό και το διατακτικό τους ανωτέρω σκοπούς του αναιρεσείοντος προς έκδοση των πλαστών και εικονικών Τ.Π.Υ που λεπτομερώς αναφέρονται εκεί. Η επισημαινόμενη δε από τον αναιρεσείοντα αντίφαση, επί της οποίας στηρίζεται ο ερευνώμενος εδώ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του, μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς την παραδοχή αυτή, η οποία ως εκ περισσού περιλήφθηκε στο σκεπτικό και διατακτικό, δεν έχει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' υπό στοιχείο Α α λόγος της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τον σκοπό που επιδίωκε ο αναιρεσείων με την έκδοση των παρατιθέμενων πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων (Τ.Π.Υ.), τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 1235/2010). Αν δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο έγγραφο στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου γίνεται μνεία των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει όμως από το σκεπτικό της αποφάσεως και από το όλο περιεχόμενό της, ότι το έγγραφο αναγνώσθηκε και έτσι ο κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να ασκήσει τα κατά τα άνω δικαιώματά του, πληρούται ο σκοπός των ανωτέρω διατάξεων και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν στοιχείο του σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορητηρίου και μάλιστα επισυνάπτονται σ αυτό, ή τα επικαλείται ο κατηγορούμενος, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος το περιεχόμενό τους και μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ άρθρο 358 δικαιώματά του (ΑΠ 490/2010, ΑΠ 38/2009). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, στο οικείο τμήμα αυτών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα (σελ. 10), δεν αναφέρεται μεταξύ των αναγνωσθέντων η από 4-3-2003 έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ Αττικής. Στο σκεπτικό και το διατακτικό όμως της αποφάσεως, γίνεται αναφορά στοιχείων καθοριστικών της εκθέσεως αυτής (Αρχή που την κατάρτισε, ημερομηνία συντάξεως, ημερομηνία θεωρήσεως), γεγονός από το οποίο καθίσταται βέβαιο ότι αναγνώσθηκε, χωρίς να αναφερθεί στο οικείο σημείο της αποφάσεως, επιπροσθέτως όμως, στο διατακτικό αναφέρεται ότι η έκθεση αυτή είναι συνημμένη στο κατηγορητήριο, οπότε το περιεχόμενό της κατέστη γνωστό στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, ο οποίος και μπορούσε να ασκήσει τα, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, δικαιώματά του, τα οποία και άσκησε υπερασπιζόμενος εαυτόν, με την προβολή του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, στον οποίο γίνεται επίκληση του πορίσματος της εκθέσεως ελέγχου του ΣΔΟΕ, με μνεία της ημερομηνίας καταρτίσεως και θεωρήσεως αυτής (4/3-23/4/2003), γεγονός από το οποίο συνάγεται αναμφισβήτητα, ότι γνώριζε το περιεχόμενό του. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται ανωτέρω, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισής του (171 παρ. 1 δ'), ούτε δημιουργήθηκε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Κατ ακολουθία τούτων ο, από τις αυτές ως άνω διατάξεις, υπό στοιχείο Γ' λόγος της αιτήσεως (δηλώσεως) αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε η ανωτέρω έκθεση ελέγχου, χωρίς να αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 10-2-2010 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 72040/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ