Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1684 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας, οπλοφορία και οπλοχρησία. Απαράδεκτες αιτιάσεις που πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Αριθμός 1684/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Ιωάννη Παπουτσή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο του Νοσοκομείου των Φυλακών Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα, περί αναιρέσεως της 152, 153/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1734/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Την 26/4/2001 ο Γ1 έκλεισε ραντεβού, με τον Γ2, ο οποίος του τηλεφώνησε, στο ....., όπου συναντήθηκαν σε μία καφετέρια, σ' ένα πεζόδρομο οι ανωτέρω ευρίσκοντο κατά διαστήματα έπιναν καφέ και έκαναν χρήση. Κάποια στιγμή ο Γ2 εδέχθη ένα τηλεφώνημα και είπε στον Γ1 να πάνε κάπου, σε μία δουλειά με το αυτοκίνητο, που ο πρώτος είχε νοικιάσει με πλαστά χαρτιά στο όνομα ........ και μετά θα πήγαιναν στο σπίτι να έπαιρναν ναρκωτικά, όπως έκαναν συχνά μαζί, όπερ και ενδιέφερε περισσότερο τον Γ
- (Ο τελευταίος) αυτός κατάλαβε ότι ο Γ2 ήτο νευριασμένος, γιατί του είχαν βρίσει την κοπέλα του ονόματι ...., προς δε κατάλαβε ότι έκλεισε και κάποιο ραντεβού, ενώ πίστευε ότι απλώς θα συζητούσαν, εκεί που θα πήγαιναν, για το άνω θέμα. Ούτως οι ανωτέρω, Γ2 και Γ1 περί ώραν 21:30' πήγαν με το άνω μισθωμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο, υπ' αριθμ. κυκλ. ..... μάρκας HUNDAI ACCENT χρώματος πράσινου στο ραντεβού, με οδηγό τον Γ1 και συνοδηγό τον Γ2, στην περιοχή των ...... Το αυτοκίνητο σταμάτησε επί της οδού ......, απέναντι ακριβώς από τον αριθμόν ...., στον παράδρομο, αφού έκανε αναστροφή και ευρέθη με μέτωπο προς Αθήνα στο δεξιό μέρος της οδού, εν επαφή με την οριογραμμή του κατερχομένου προς Πειραιά τμήματος της Λεωφόρου ...., ενώ προηγουμένως, πριν φθάσουν στην ....., συνήντησαν και άλλο αυτοκίνητο, με το οποίο είχε κλείσει ραντεβού ο Γ2 και τους είπε να τους ακολουθήσουν. Ούτως μόλις έφθασαν, ήλθε πίσω τους και το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HUNDAI COUPE χρώματος μπλε ηλεκτρίκ και στάθμευσε. Από το τελευταίο αυτό βγήκε ο οδηγός του Δ1, πλησίασε τον οδηγό του πρώτου αυτοκινήτου Γ1 και από το ανοιχτό παράθυρό του, μίλησε του Γ2 τότε αυτός εκνευρίστηκε και αφού πήρε μία κασέτα και την έβαλε στο παντελόνι του, βγήκε από το αυτοκίνητο, πλησίασε τον συνοδηγό του πίσω αυτοκινήτου (.....) Χ1, ο οποίος είναι ο κατηγορούμενος και ο οποίος με πρόθεση, ενώ λογομαχούσε με τον Γ2, τον πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο, έξω από την δεξιά πόρτα αυτού (... αυτοκινήτου). Ο τραυματισθείς τότε Γ2 προσεπάθησε να απομακρυνθεί, περνώντας δίπλα από το ... (το εμπρός δηλ.) αυτοκίνητο και έτερον σταθμευμένον σε απόσταση 15 μ. περίπου υπ' αριθμ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου FΙΑΤ, διασχίζοντας διαγώνια την οδόν και επ' ολίγον την οδόν , κατέληξεν εις το επάνω μέρος της πλατείας , όπου και ευρέθη νεκρός.(βλ. την από .... έκθεση αυτοψίας κτλ. του Υπαστυνόμου Α' .....). Εξ άλλου μόλις ο Γ1, με τους πυροβολισμούς που άκουσε, βγήκε από το αυτοκίνητό του για να κατευθυνθεί προς πίσω αυτοκίνητον, ο Χ1 πυροβόλησε και αυτόν με πρόθεση να τον σκοτώσει, πλην όμως απέτυχε του σκοπού του για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, διότι του προκάλεσε διαμπερές τραύμα στον αυχένα στην οσφυϊκή χώρα και στο αριστερό αντιβράχιο και μετεφέρθη εις το νοσοκομείο εγκαίρως, όπου του παρεσχέθη η αναγκαία ιατρική βοήθεια και περίθαλψη (βλ. και ΑΠ 587/1987 Ποιν. Χρον. ΛΖ' 529, ΑΠ 626/1986 Ποιν. Χρον. ΛΣΤ' 706). Η απόφαση του κατηγορουμένου να σκοτώσει τον Γ2 και τον Γ1, η κατά του οποίου πράξη δεν ολοκληρώθηκε, ελήφθη εις ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την ήρεμη σκέψη και στην κατάσταση αυτή πραγματοποίησε την. απόφασή του τούτο λαμβανομένων υπ' όψη των συνθηκών της πράξεως, προς δε και του ότι το θύμα Γ2 πήγε στο αυτοκίνητο, όπου εκάθητο αυτός ως συνοδηγός, αφού προηγουμένως ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε στείλει εις το αυτοκίνητο, όπου ήτο συνοδηγός το θύμα, τον Δ1 για να συζητήσει μαζί του και προφανώς να τον εκνευρίσει, όπου σημαίνει ότι τις πράξεις του είχε προμελετήσει και προσχεδιάσει επιμελώς, ακριβώς και ηρέμως, ενώ μετά (τις πράξεις του) ετράπη σε φυγή, τουτ' αυτό δε έπραξε και ο Δ
- Ο παθών Γ1 σήμερα δεν μπορεί να θυμηθεί και να καταθέσει εάν είναι ο κατηγορούμενος που τον πυροβόλησε, όμως τον κατηγορούμενο ακριβώς γνώρισε από την φωτογραφία που του επέδειξαν στην Αστυνομία, (είπε ότι) τον γνωρίζει, τον φώναξε με το ψευδώνυμο ".....", ήταν ο συνοδηγός του HOUNDAI COUPE, που σκότωσε τον (εξάδελφό του) Γ2 και πυροβόλησε τον ίδιο (Γ1), προς δε ανεγνώρισε και τον Δ1 ως οδηγό του αυτοκινήτου αυτού. Περαιτέρω ο Γ1 πρωτοδίκως απέκλεισε, κατά 99% να πυροβολήθηκε από τον οδηγό του πίσω αυτοκινήτου διότι αυτός βρισκόταν δίπλα του, δεν γνωρίζει γιατί βρέθηκαν αποτυπώματα του κατηγορουμένου στο πίσω αυτοκίνητο και του φάνηκε πως ο Γ2 είχε διαφορές με τον συνοδηγό του πίσω αυτοκινήτου και όχι με τον οδηγό του (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης αποφάσεως). Μετά ταύτα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση εις βάρος του Γ2 και αποπείρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση εις βάρος του Γ1 κατά πλειοψηφίαν, ως εις το διατακτικό, ήτοι δύο ενόρκων, των Δήμητρας Γορανίτη και Ιωάwη Koλλιvιάτη εχόντων αμφιβολίας περί την ενοχήν του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές. Επίσης να κηρυχθεί ένοχος ομοφώνως της παράνομης οπλοφορίας, διότι κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο και τόπο, έφερε πυροβόλο όπλο χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής ως και της οπλοχρησίας, διότι το χρησιμοποίησε για να πραγματοποιήσει τις άνω πράξεις, ανθρωποκτονία με πρόθεση και απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, συντρεχούσης όμως υπέρ αυτού περιστάσεως του άρθρου 133 ΠΚ. (ΑΠ 927/1999 Ποιν. Χρον. Ν' 2000, 433, ΑΠ 1119/1986 Ποιν. Χρον. ΛΖ' 32), εκ του λόγου ότι αυτή είχεν αναγνωρισθεί συντρέχουσα και πρωτοδίκως (Εφ. Αθ. 432/1998 Ποιν. Χρον. ΜΗ' 813). Τέλος (από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία) δεν απεδείχθη η προγενέστερη έντιμη ζωή του κατηγορουμένου, εκ μόνης της υπάρξεως του λευκού ποινικού μητρώου, χωρίς άλλο τι στοιχείο περί αυτής, ούτε, επίσης, απεδείχθη η καλή συμπεριφορά του μετά την πράξη εκ μόνης της διαγωγής του εις την φυλακήν, χωρίς άλλο στοιχείο περί αυτής, κατά τα εκτεθέντα και πρέπει, γι' αυτό να απορριφθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί-αιτήματα για την αναγνώριση της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' ΠΚ....". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, και αφού δέχθηκε συνδρομή της διατάξεως του άρθρου 133 του Π.Κ. επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε
(25)ετών. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 42, 133 του Π.Κ. 1 παρ. 1 περ. α', 10 παρ. 13 περ. α' και 14 Ν. 2168/1993 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αιτιολογείται στην απόφαση ο ανθρωποκτόνος σκοπός του αναιρεσείοντος, που προκύπτει από τον τρόπο κατά τον οποίο έδρασε πυροβολώντας από κοντινή απόσταση τα θύματα. Η υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας προβαλλόμενη αιτίαση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ότι από κανένα των εξετασθέντων μαρτύρων δεν αναγνωρίσθηκε αυτός ως ο δράστης της ανθρωποκτονίας και απόπειρας ανθρωποκτονίας ούτε καν και από το επιζήσαν θύμα Γ1, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα γιατί πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-10-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152, 153/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ