← Ελλάδα

ΑΠ 1684/2010 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 1684 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ Ολ 6/1994, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89, 90, 91, 94/2008, ΑΠ 999/2006). Πρέπει όμως ο εκκαλών να επικαλείται ότι την διαμονή του είχε γνωστοποιήσει στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή ότι είχε περιέλθει σε γνώση της κατά κάποιο άλλο τρόπο (18/2010 ΑΠ89/2008, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 745/2006). Μη επίκληση του στοιχείου αυτού. Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 1684/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση, περί αναιρέσεως της ΑΤ7447/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 347/2010. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠΟλ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7747/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 794/6-4-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 203/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 Ν 1337/1983. Από την σχετική υπ' αριθμ. 794/6-4-2009 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος Αθηνών, οδός ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Έλαβε δε γνώση μόλις στις 4-4-2009 με τη σύλληψή του, διότι αυτή επιδόθηκε κακώς σαν αγνώστου διαμονής με διεύθυνση ..., στην οποία ουδέποτε διέμενε, ενώ ήταν γνωστής και συγκεκριμένα στην παραπάνω (στην έκθεση εφέσεως) δηλωθείσα από το έτος 2002 και συνεχώς μέχρι σήμερα". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ή είχε περιέλθει σε γνώση της τελευταίας κατά κάποιο άλλο τρόπο, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως, στην οποία επαναλαμβάνει τα ίδια και αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, κρίσεως. Εξ άλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στις 31-3-2006 της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 203/2006 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το όργανο που ενήργησε την επίδοση (αστυφύλακας ... του Α. Τ. ...) και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 6-4-2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για άσκησή της. Η αιτιολογία της αποφάσεως του δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται εις αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει την ημερομηνία εκδόσεως της εκκαλουμένης, το χρόνο της επιδόσεως της, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του (...), που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, δηλαδή την οδό .... Η διεύθυνση αυτή, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο προέκυπτε από το πληροφοριακό δελτίο στοιχείων ταυτότητας του κατηγορουμένου που συνόδευε την υποβληθείσα στο Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιά μήνυση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιά, κατόπιν της οποίας και ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 Ν. 1337/1983 (αυθαίρετη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών) και χωρίς να διενεργηθεί προανάκριση παραπέμφθηκε με κλητήριο θέσπισμα απ ευθείας στο Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιά. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με το ζήτημα ότι νομίμως αναζητήθηκε ο αναιρεσείων στην ανωτέρω διεύθυνση (...), η οποία και ήταν η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση και λόγω μη ανευρέσεως του, επακολούθησε νομίμως η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και δεν τύγχανε άκυρη, με αποτέλεσμα να αρχίσει έκτοτε η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, η οποία και παρήλθε όταν μετά τρία
(3)και πλέον έτη ασκήθηκε αυτή, με αποτέλεσμα να έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και να τυγχάνει απαράδεκτη. Εφόσον δε, ούτε με την έφεση, ούτε κατά την συζήτηση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, ότι την διεύθυνση στην οποία, όπως ισχυρίσθηκε, κατοικούσε την κατέστησε και με ποιο τρόπο γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε ότι αυτή την γνώριζε κατά άλλο τρόπο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να ερευνήσει την βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, και αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε τον ερεύνησε και εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ούτε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επ' αυτού, παρόλα ταύτα όμως διέλαβε και ειδικότερα δέχθηκε ότι μόνη γνωστή κατοικία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, κατά τον άνω χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν η οδός ..., το δε ενεργήσαν την επίδοση ως άνω όργανο δεν είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί κατά τον άνω χρόνο της επίδοσης ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος κατοικούσε στην επικαλούμενη διεύθυνση (...). Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι αυτή τη διεύθυνση κατοικίας του γνώριζε η Εισαγγελία που παρήγγειλε την επίδοση της αποφάσεως, πράγμα το οποίο ούτε ο κατηγορούμενος ανέφερε στην έκθεση εφέσεως. Τέλος δε ως εκ περισσού διέλαβε αιτιολογία και επί ισχυρισμού περί ανωτέρας βίας, αφού τέτοιον ισχυρισμό, όπως λέχθηκε, ουδόλως πρόβαλε ο αναιρεσείων, αλλά προσέβαλε το κύρος της επιδόσεως της εκκαλουμένης κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον λόγο αυτό, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 1/15-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ για αναίρεση της 7447/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.